Χρυσῆ Καρατσινίδου - «Ἡ αἴγλη τοῦ φωτὸς» μὲ τὸν χρωστήρα τοῦ Μοράρου

Περὶ ἐκδόσεως: Ἡμερολόγιο 2011, Ἀφιέρωμα γιὰ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), ἐκδόσεις Μυγδονία

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευὴ 29 Ἀπριλίου 2011

Ἡ Χ.Κ. εἶναι ἐπίκουρη καθηγήτρια τοῦ τμήματος Γαλλικῆς Φιλολογίας ΑΠΘ

Στὸ ἀφιέρωμα τῆς ἐφημερίδας Ἡ Καθημερινὴ γιὰ τὸν «γλύπτη τοῦ φωτὸς» Γεράσιμο Σκλάβο (24-1-1999) ἐγράφη πὼς ὁ μεγάλος ἕλληνας γλύπτης θεωροῦσε πάντοτε ὅτι «πρέπει νὰ τρέξεις, γιατὶ τὸ φῶς εἶναι λίγο καὶ θὰ τελειώσει».

Ὅσοι διαβάζουν πατερικὰ κείμενα καὶ παράλληλα ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία γνωρίζουν ὅτι τὸ φῶς καταυγάζει διαρκῶς μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ. «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτὸς» γράφει στὸν Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος προειδοποιεῖ: «Δεξάμενος φλόγα τρέχε·  οὐ γὰρ γινώσκεις πότε σβέννυται καὶ ἐν σκοτίᾳ σε καταλείψει».

Ἂν καὶ ἡ σύσταση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος ἐπιδέχεται βαθύτερη ἑρμηνεία, ἐγὼ θὰ σταθῶ στὴν εἰκόνα τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ Παύλου Νιρβάνα, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὸν ἥλιο, χωρὶς νὰ τὸν προφταίνει: «Ἄφησέ μέ! Πηγαίνω νὰ προφθάσω τὸν ἥλιον, πρὶν δύσῃ. Εἶναι ἕνας μήνας ποὺ ἔχω νὰ τὸν ἰδῶ. Καὶ ποτὲ δὲν τὸν προφθαίνω».

Κοιτάζοντας τὶς ἐξαίσιες εἰκόνες ποὺ κοσμοῦν τὸ ἡμερολόγιο τῶν ἐκδόσεων «Μυγδονία» γιὰ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μοῦ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση πὼς ὁ Δημήτρης Μοράρος κινεῖται στοὺς ἀντίποδες τοῦ σκιαθίτη συγγραφέα. Ὁ βολιώτης ζωγράφος τρέχει νὰ προφτάσει τὸ φεγγάρι! Καὶ τὰ καταφέρνει, ἐν τέλει, ἀφοῦ οἱ ἑφτὰ ἀπὸ τοὺς δώδεκα πίνακες τοῦ ἡμερολογίου εἶναι λουσμένοι στὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ... Συνεπῶς, τὸ φῶς ποὺ κυριαρχεῖ στοὺς πίνακες ποὺ περιλαμβάνονται στὸ ἡμερολόγιο εἶναι ἕνα φῶς ἑσπερινό. Ἡ Λιαλιώ, «ρεμβὴ καὶ ἀλλόφρων», καὶ ἡ Μοσχούλα, «ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κύμα», συγχέονται ὀνειρωδῶς εἰς τὸ «φέγγος τῆς σελήνης», μὲ ἀποτέλεσμα ἡ σεληνοφεγγὴς νὺξ νὰ ἀποπνέει «μυστηριῶδες θέλγητρον».

Ἄν, παρὰ ταῦτα, ἀπὸ τὸ «φέγγος τῆς σελήνης» μετακινηθοῦμε στὴ «χαραυγὴ» τοῦ διηγήματος «Θέρος-ἔρος» καὶ στὴν προσωπογραφία τῆς περικαλλοῦς Ματῆς, θὰ διακρίνουμε τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς ποὺ τὴν περιβάλλει καὶ «τὰ νεοδρεπῆ, δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα, μὲ φλεβιζούσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ρόδου», ποὺ διαγράφονται «ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν» της.

Ὁ Δημήτρης Μοράρος μὲ τὴν καλλιτεχνική του εὐαισθησία καί, κυρίως, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη συλλαμβάνει τὶς λεπτὲς ἀποχρώσεις τοῦ λευκοῦ στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο καὶ κινεῖται μὲ μοναδικὴ ἄνεση στὴν ἐπικράτεια τοῦ φωτός. Ἀποτυπώνει χρωματικὰ στὸν πίνακά του «τὸ λεπτὸν λευκὸν μανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους» τῆς Ματῆς, τὸ «λευκὸν μεσοφούστανον» καὶ «τὴν λευκὴν βαμβακερὴν φανέλαν». Ὁ Μοράρος μετέχει στὸ παπαδιαμαντικὸ λογοτεχνικὸ σύμπαν καὶ ζωγραφίζει βιωματικά, ἀποκαλύπτοντας τὴν πνευματική του σχέση μὲ τὸν σκιαθίτη συγγραφέα, ὅπως ἐκμυστηρεύτηκε ὁ ἴδιος σὲ ραδιοφωνικὴ ἐκπομπή: «Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι σὰν τὸν πνευματικό: σὲ καθοδηγεῖ». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ χρωστήρας τοῦ αἰσθητικοποιεῖ τὶς μορφές, προβάλλοντας ταυτόχρονα τὴν ὀντολογία τοῦ κειμένου καὶ τὰ ἀπορρέοντα νοήματα.

Σπάνια ἡ συνομιλία λόγου καὶ εἰκόνας βρίσκει τόσο ἁρμονικὴ συνύπαρξη, ἀποδεικνύοντας ὅτι δὲν ὑπάρχουν στεγανὰ ἀνάμεσα στὶς διάφορες μορφὲς τέχνης. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ καὶ ὁ λόγος τοῦ Παπαδιαμάντη «ζωγραφεῖ μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν» καὶ τὰ πρόσωπα καὶ θυμίζει αὐτὸ ποὺ ὁ Ἀλέκος Φασιανὸς διέκρινε στὸν ὁμότεχνό του Νίκο Ἐγγονόπουλο: «Ἦταν σημαίνουσα προσωπικότητα καὶ στὶς δύο τέχνες, ποὺ βασικὰ γίνονταν μία».

Εἶναι γνωστὸ ὅτι τὸ λογοτεχνικὸ ἔργο ζεῖ καὶ διασφαλίζει τὴν ὕπαρξή του χάρη στὸν ἀναγνώστη, ποὺ ἀναγεννᾶ καὶ πολλαπλασιάζει τὸ νόημα ἢ τὰ νοήματά του στὴ διάρκεια τοῦ χρόνου. Στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο, ἰδιαίτερα, ἡ λειτουργία αὐτὴ εἶναι ἀμφίδρομη, καθὼς ὁ ἀναγνώστης (ἀνὰ)ζωογονεῖται πνευματικὰ καὶ αἰσθητικά, ἀντλώντας ἀπὸ τὴν ἀστείρευτη πηγὴ τῶν δωρημάτων τοῦ σκιαθίτη Γέροντα.

Πάντως, ἐπειδὴ περὶ δωρημάτων ὁ λόγος, αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ὑπογραμμισθεῖ εἶναι ὅτι οἱ ἀποδέκτες τοῦ ἡμερολογίου ἀξιώνονται διπλῆς δωρεᾶς, ἀφοῦ κάτω ἀπὸ τοὺς πίνακες ποὺ τὸ κοσμοῦν ὑπάρχουν τὰ χωρία τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ ἐνέπνευσαν τὸν Μοράρο. Στὸν «σεληνοφεγγὴ» πίνακα τοῦ Ἰουνίου, γιὰ παράδειγμα, ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴ Νοσταλγό, μὲ τὸν Μαθιὸ στὰ κουπιὰ καὶ τὴ Λιαλιὼ «μετὰ φαιδρᾶς χάριτος» στὴν πλώρη τῆς βάρκας, «ἡ θάλασσα φρικιᾶ ἠρέμα ἀπὸ τὴν λεπτὴν αὔραν τὴν ἐξακολουθοῦσαν νὰ πνέῃ ὡς λείψανον τοῦ ἀνέμου, ὅστις τὴν εἶχεν αὐλακώσει ἀπὸ πρωίας». «Τί ἔκφραση μεγάλου ποιητῆ - Θεέ μου!», θὰ ἔλεγε σίγουρα (καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση) ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης...

Ἡ ἔκδοση τοῦ ἡμερολογίου πραγματοποιήθηκε μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ Δήμου Σκιάθου καὶ τὴ χορηγία τῶν ξενοδόχων τοῦ νησιοῦ γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Μουσείου Παπαδιαμάντη. Ὁ φίλεργος καὶ φίλος του Παπαδιαμάντη Θανάσης Καγιᾶς συνεχίζει καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἄκρως ἐπιμελημένη ἔκδοση μία συνεπῆ ἐκδοτικὴ πορεία, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, μεταξὺ ἄλλων, τὸν Ἔρωτα στὰ χιόνια καὶ τὸν Ξεπεσμένο Δερβίση σὲ αὐτοτελεῖς τόμους, μὲ εἰκονογράφηση ὅπως πάντα τοῦ Δημήτρη Μοράρου.