Σωτήρης Γουνελᾶς - Ὁ Παπαδιαμάντης ὡς μεταφραστής

Μηνιαία, ἄγρυπνα καὶ φωτεινά

Πηγή: Εφημ. Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

Λάμπρος Καμπερίδης - «...μὲ ἐντάφια κτερίσματα», Ὁ πύργος τοῦ Δράκουλα καὶ ὁ «μεταφραστὴς» Παπαδιαμάντης, ἐκδόσεις Δόμος, Ἀθήνα 2010, σ. 93

Δὲν εἶναι μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Καμπερίδης γράφει γιὰ τὸν «μεταφραστὴ» Παπαδιαμάντη, καὶ μάλιστα μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου τοῦ Στόουκερ Dracula. Εἶναι ὅτι μᾶς ξεναγεῖ στὸν κόσμο τοῦ «βαμπιρικοῦ» λογοτεχνικοῦ εἴδους, ἀπὸ χώρα σὲ χώρα, ἀπὸ συγγραφέα σὲ συγγραφέα καὶ ἀπὸ θρησκευτικὴ περιοχὴ σὲ ἄλλη θρησκευτική, ἢ ἰδεολογική, καλύπτοντας χιλιόμετρα γνωστικά, ἱστορικά, ἂν ὄχι καὶ πολιτικά. Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τοῦ βιβλίου, ὅπου μιλᾶ γιὰ τὸν μεταφραστὴ ὡς «νέο δημιουργὸ πρωτότυπου ἔργου».

Ἀναφέρει ὅτι τὸν 19ο αἰ. ἡ ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατεῖ γιὰ ἕναν μεταφραστὴ εἶναι ὅτι ἀποτελεῖ εἶδος χειρώνακτα ποὺ δουλεύει γιὰ βιοπορισμό. Βλέπει λοιπὸν νὰ ἔχει ἐπικρατήσει ἡ ἴδια γνώμη καὶ γιὰ τὸν Π., κάτι σὰν μιὰ καταναγκαστικὴ δουλειὰ ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπο ἔργο του. Ὁ Καμπερίδης μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς μελέτης του καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ νὰ δώσει ὁλόκληρη τὴ διάσταση τοῦ μεταφραστῆ Παπαδιαμάντη -ὅσο αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπουν τα ὡς τώρα στοιχεῖα καὶ ἀποδεικτικὰ- ζητεῖ νὰ κλονίσει τὶς «προκαταλήψεις» αὐτὲς καὶ νὰ βοηθήσει νὰ κατανοηθεῖ ὁ Π. ὡς μεταφραστὴς-δημιουργός, δηλαδὴ ὡς αὐτὸς ὁ ποιητὴς-συγγραφέας ποὺ δὲν διαχωρίζει τὸ κυρίως ἔργο ἀπὸ τὸ μεταφραστικό. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀλήθεια δὲν βλέπω γιατί χρειάζεται εἰδικὴ προσπάθεια γιὰ νὰ ἀποδείξουμε ὅτι συμβαίνει αὐτό. Δὲν εἶναι ἑπόμενο νὰ συμβαίνει; Καὶ τὸ ρωτῶ ἀναλογιζόμενος τὴν περίπτωση Ντοστογιέφσκι, ὅπου ὁ βιοπορισμός του ἦταν συνυφασμένος καὶ μὲ τὸ κυρίως ἔργο του καὶ ὄχι μὲ μεταφράσεις ἢ κάτι ἄλλο. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὁ ἔμπλεος ἐσώτερης ποιητικῆς κίνησης, ὁ γιὰ πολλοὺς λόγους ξέχειλος ψυχικά, ὁ χαρισματικὸς ἄνθρωπος τοῦ λόγου καὶ τῆς τέχνης θὰ εἰσοδεύσει αὐτή του τὴν κατάσταση, εἴτε γράφει εἴτε μεταφράζει, μὲ ὁπωσδήποτε κάποιες διαφορὲς στὴ δεύτερη περίπτωση, ἀφοῦ παρεμβάλλεται τὸ πρωτότυπο ἔργο ἑνὸς ἄλλου. Αὐτὸ δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ δημιουργήσει, χωρὶς ὡστόσο νὰ τὸν ἀφήνει καὶ ἐντελῶς ἐλεύθερο (ποτὲ ἄλλωστε δὲν εἴμαστε ἐντελῶς ἐλεύθεροι). Ἐξάλλου, καὶ στὸν Π. κάπως ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, εἰδικὰ στὴ σχέση του μὲ τὶς ἐφημερίδες. Πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γράφει, διηγήματα, νουβέλες ἢ μυθιστόρημα σὲ συνέχειες καλύπτουν καὶ τὴ βιοποριστικὴ πλευρά. Τὸ πόσο ἰσχύει ἡ διατύπωση τοῦ Κ. ὅτι: «Φαίνεται πὼς καὶ ὁ ἴδιος πίστευε ὅτι μὲ τὶς μεταφράσεις του συνεργοῦσε στὸ ἔργο τοῦ Τσέχοφ, τοῦ Ντοστογιέφσκι, τοῦ Μπρὲτ Χὰρτ καὶ τόσων ἄλλων, πὼς ἔβαζε τὸν ἑαυτό του ἀκέραιο στὸ δημιουργικὸ γύρισμα ἑνὸς νέου ἔργου στὰ ἑλληνικά, μὲ τὸν ὅρο ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ράφτες ὅταν γυρίζουν, μὲ τὰ ἴδια ὑλικά, ἕνα φουστάνι σὲ ζακέτα» (σ. 13), δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ξέρουμε μὲ βεβαιότητα, ἀλλὰ εἶναι βέβαιο ὅτι ἴσχυε σὲ κάποιο βαθμό. Ὁ Κ. βλέπει νὰ ἐπιβεβαιώνεται (χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «ἐπιρρωνύεται») αὐτὸ ἀπὸ τὶς «συχνὲς ἐπεμβάσεις του στὸ πρωτότυπο» καὶ κρίνει ὅτι μὲ τὸν καιρὸ θὰ διαπιστωθεῖ πὼς ὁ Π. εἶναι ὄντως μεταφραστὴς - συνεργάτης καὶ «συνεπίκουρος στὸ δημιουργικὸ ἔργο τοῦ συγγραφέα καὶ ὄχι μεταπράτης τοῦ ξένου ἔργου στὰ ἑλληνικά» (ὅ.π.). Ὡστόσο, κατὰ βάθος αὐτὸ ποὺ φαίνεται νὰ ἐνδιαφέρει τὸν Κ. εἶναι ἡ σημασία καὶ οἱ συνέπειες τῆς μαθητείας ἑνὸς συγγραφέα στὸ ἔργο ποὺ μεταφράζει καὶ τὸ μπόλιασμα τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἕνα εἶδος ἀνταλλαγῶν γλωσσικῶν, πολιτιστικῶν, μεταφυσικῶν κ.λπ., μιὰ βαθιὰ οἰκείωση μὲ τὸ μεταφραζόμενο, ἔτσι ὥστε νὰ ἐντάσσεται καὶ αὐτὸ στὸν κόσμο τοῦ δημιουργοῦ καὶ νὰ μὴν ἀποτελεῖ κάτι σαφῶς ὑποδεέστερο ἢ μὴ σημαντικό.

Μπαίνοντας τώρα στὰ ἐνδότερα τῆς συγγραφῆς θὰ ἔλεγα ὅτι ὁ Κ. διευρύνει τὸ πεδίο τῆς σπουδῆς καὶ τῆς ἔρευνας σὲ μιὰ κυριολεκτικὰ ἐργώδη προσπάθεια διείσδυσης στὸν λαβύρινθο θρύλων, μύθων, ἠθῶν καὶ ἐθίμων ἀλλὰ καὶ μυθιστορηματικῆς μυθοπλασίας ἢ ἄλλης -στὴν Εὐρώπη καὶ στὴν Ἑλλάδα- γύρω ἀπὸ τὰ «βαμπιρικὰ» καμώματα ἢ δρώμενα. Φαίνεται νὰ πρωτοφανερώθηκαν στὴ Γερμανία τὸν Μεσαίωνα («νεκροφάνεια ἀλύτρωτων ψυχῶν») σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν θρύλο τοῦ «περιπλανώμενου Ἰουδαίου», «ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ μετέχει τῆς σάρκας καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ» (σ. 44). Ὁ Μ. Μπεχάιμ «συνέγραψε τὸ 1463 τὴν ἱστορία ἑνὸς αἱμοβόρου τρελοῦ ποὺ ὀνομάζεται Δράκουλας τῆς Βαλαχίας» μεταφέροντας ἀφηγήσεις Γερμανῶν μισιονάριων ποὺ εἶχαν ἀναπτύξει δράση στὴ Ρουμανία. Ἡ ἱστορία ἀφορᾶ τὸν «βογιάρο Βλὰντ Τεπὲς Δράκουλα» καὶ τὴ σύγκρουσή του μὲ τοὺς Οὔγγρους καὶ τοὺς συμμάχους τοὺς γερμανοὺς κατακτητὲς τῆς Τρανσυλβανίας. Οἱ ἐκδιωκόμενοι καθολικοὶ μοναχοὶ διέδωσαν ὅτι ὁ αἱμοβόρος πρίγκιπας ἔσφαζε καὶ ...ἔτρωγε τοὺς ἐχθρούς του. Τὴν κατοπινὴ ἐξέλιξη τοῦ θρύλου στὴ Γερμανία, ὅπου καθιερώνεται ὁ ὅρος «βαμπὶρ» (σλαβικὸ ὄνομα) καὶ ὅπου ὁ J. Christian Stock «μελετᾶ τὸ φαινόμενο» ἐπιστημονικὰ (1732), ὁ Καμπερίδης τὴ βλέπει νὰ συνάπτεται ἢ νὰ συνδυάζεται μὲ τὴν ἀνάπτυξη στὸν ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο τῆς «κατανυκτικῆς λατρείας τῆς αἱμάσσουσας ἱερᾶς καρδίας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ γενικότερα μιᾶς εὐσεβιστικῆς αἱματολατρίας», ποὺ βέβαια σχετίζεται καὶ μὲ τὸν μύθο τοῦ Γκράαλ καὶ τὶς ἱστορίες μὲ τάγματα ἱπποτῶν ποὺ φυλᾶνε καὶ κρύβουν τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, μέσα ἀπὸ μυητικὲς διεργασίες ἀνορθόδοξες, ἂν ὄχι αἱρετικές. Φαίνεται ὅτι οἱ ἱστορίες αὐτὲς ἀποκτοῦν ἀντίστροφη σημασία καὶ ἀπὸ μεταγγίσεις ζωῆς «ἀξιοποιοῦνται, στὴν περίπτωση τῶν βρικολάκων, ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ σκότους» γιὰ τὴ διαιώνιση «τῆς ζώνεκρης ὕπαρξης-ἀνυπαρξίας». Ὁ σ. ἐξηγεῖ ὅτι τὴ λέξη «ζώνεκρος-η» τὴ χρησιμοποιεῖ ὁ Παπαδιαμάντης στὶς μεταφράσεις του: «πρόκειται γιὰ ἀντίστροφη νεκροφιλικὴ χρήση τοῦ αἵματος, ποὺ ἀπὸ πρόξενος ζωῆς γίνεται πρόξενος θανάτου». Ὁ σ. ἀναρωτιέται μήπως αὐτὴ «ἡ παρὰ φύσιν λατρεία τοῦ αἵματος καὶ ἡ χυδαιοποίηση τοῦ θανάτου» ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ λαὸς δὲν μετεῖχε στὸν καθολικὸ καὶ προτεσταντικὸ κόσμο στὸ μυστήριο τῆς θείας Μετάληψης, ὅπου «μετεῖχε μονάχα ὁ κλῆρος». Κάπως ἔτσι πιστεύει πὼς ἐξηγεῖται στοὺς καιρούς μας ἡ διάδοση μιᾶς περιφερόμενης φρικαλεότητας στὰ μέσα μαζικῆς πληροφόρησης καὶ προπαντὸς στὸν κινηματογράφο, ὅπου στὴ θέση «τῆς ἱερότητας τῆς ζωῆς προβάλλεται ἡ ὑποτίμησή της» μὲ ὅλα τα σαδιστικά, μαζοχιστικὰ ποὺ περιέχει, γιὰ νὰ φτάσουμε βέβαια μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸν δίαυλο στὴν περιβόητη «βιτρίνα ἐκθεμάτων πλαστικοποιημένων νεκρῶν» καὶ μάλιστα πλανόδια, πού, ἂν θυμᾶμαι καλά, μονάχα στὴ Γαλλία ἀπαγορεύτηκε νὰ ἐκτεθοῦν.

Τὸ βιβλίο ἀπαντᾶ, μεταξὺ ἄλλων, στὸ ἐρώτημα ποὺ θέτει ὁ συγγραφέας του: «Τί δουλειὰ ἔχει ὁ Παπαδιαμάντης... ὁ νυμφόληπτος ὀνειροδότης φωτεινῶν ὁραμάτων, μὲ τὸν νυκτοθήρα, δυσώδη... Δράκουλα τῶν Καρπαθίων;» (σ.35). Γιὰ νὰ ἀπαντήσει, παρακολουθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀνέφερα πιὸ πάνω, τὴν ἐξέλιξη «ἀπὸ τὸν πιετισμὸ στὸν ρομαντισμὸ καὶ στὴ γοτθική του κατάληξη» καὶ συναντᾶ τοὺς ἄγγλους ρομαντικοὺς στὴ Γενεύη, ὅπου μιὰ νύχτα τοῦ 1816 γεννήθηκε ὁ Φρανκεστάιν καὶ ὅπου ὁ Βύρωνας ἀφηγήθηκε τὴν ἱστορία μὲ ἕναν βρικόλακα, ἡ ὁποία, ἐπεξεργασμένη ἀπὸ τὸν γιατρό του Πολιντόρι καὶ μεταφρασμένη γαλλικά, γνώρισε μεγάλη ἐπιτυχία. Μὰ παρακολουθεῖ καὶ καταγράφει ἀκόμη τὰ ἀνάλογα περιστατικὰ ἢ θρυλούμενα στὸν ἑλληνικὸ κόσμο, σὲ νησιὰ καὶ στεριές, μὲ παράλληλη παράθεση δυσεύρετης βιβλιογραφίας καὶ τῶν σχετικῶν πηγῶν. Ἔτσι καταλήγει νὰ πεῖ ὅτι «ὁ Π. δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὁλότελα ξένος σὲ αὐτὴ τὴν ἐξελισσόμενη, λογοτεχνική, νεκροφιλικὴ παράδοση» καὶ ἐντοπίζει διηγήματα καὶ ἀποσπάσματα ἔργων του, ὅπου φαίνεται αὐτή του ἡ οἰκείωση ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιδράσεις τοῦ «βαμπιρικοῦ» εἴδους ποὺ δεχόταν μέσα ἀπὸ τὶς μεταφράσεις μὲ τὶς ὁποῖες καταπιανόταν. Τὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι ὅτι ὅσο κι ἂν «δουλεύει μὲ τὰ ἴδια ὑλικὰ ποὺ θὰ δούλευε καὶ ὁ Νοβάλις στοὺς νυχτερινοὺς Ὕμνους του, ὁ Βύρων στὸν Βρικόλακά του καὶ ὁ Στόουκερ στὸν Δράκουλά του», «δὲν φτιάχνει τὸ ἴδιο οἰκοδόμημα» (σ. 76). Ἐννοώντας ὅτι τὰ προσλαμβάνει καὶ τὰ περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴ δική του παράδοση, μεταμορφώνοντάς τα καὶ μπολιάζοντάς τα μὲ ἀναστάσιμο φῶς. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Κ. ὅτι οἱ περισσότεροι μελετητὲς τὸ ἔχουν ρίξει στὶς ψυχαναλυτικὲς ἑρμηνεῖες καὶ στὶς «ἀποδομήσεις» τῶν ἔργων, ἀγνοώντας σχεδὸν παντελῶς τὶς θεολογικὲς πηγὲς τῆς ἔμπνευσης. Κλεινόμαστε ἔτσι στὶς σύγχρονες ἀπόψεις καὶ ἑρμηνεῖες, ἀλλὰ δὲν «κατανοοῦμε τίποτε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ἐποχῆς ποὺ καθόρισε τὴ δημιουργία τοῦ ἔργου» (σ. 86). Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχει ἄλλο μελέτημα-δοκίμιο γύρω ἀπὸ αὐτὰ τὰ θέματα τέτοιας πληρότητας καὶ διεισδυτικότητας.