Χρῆστος Οἰκονόμου - Ξιφομαχία στὰ χιόνια

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 13 Αὐγούστου 2011

Ἐπιμέλεια ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεων τοῦ Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Μοῦ ᾿πανε νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, λέω στὴν Ἰουλία. Κάτι σὲ στὺλ ἐξομολογητικό. Καμιὰ ἰδέα; Εἶναι Σάββατο ἀπόγευμα, τὸ τελευταῖο τοῦ Φλεβάρη, καὶ καθόμαστε στὴν κουζίνα τοῦ πατρικοῦ της, στὴ Σκάρμιτσα. Ἐγὼ κάθομαι δηλαδή, ἐκείνη πλένει μαρούλια στὸ νεροχύτη. Τὸ μεσημέρι σταμάτησε νὰ χιονίζει καὶ τώρα, καθὼς σουρουπώνει, κάτω στὸν κάμπο τὸ χιόνι παίρνει ἕνα μυστήριο γαλάζιο χρῶμα. Ἀπ᾿ τὸ γεῖσο τῆς σκεπῆς τὰ κρύσταλλα κρέμονται μυτερὰ σὰν σπαθάκια.

Γράψε γιὰ τὰ παιδιά, λέει ἡ Ἰουλία, χωρὶς νὰ γυρίσει.

Ποιὰ παιδιά;

Τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα. Ποὺ γλείφανε τὰ σπαθάκια ἐπειδὴ πεινοῦσαν τὰ καημένα.

Βάζει τὰ μαρουλόφυλλα στὴ λεκάνη καὶ ὕστερα σκουπίζει τὰ χέρια της μὲ μιὰ πετσέτα.

Κοίτα μόνο μὴν τὸ κάνεις πολὺ νατουραλιστικὸ καὶ μελό, μοῦ λέει. Μὴ γράψεις πάλι γιὰ φτώχειες κι ἀνεργίες καὶ τέτοια. Καὶ πρόσεξε νὰ μὴ μυρίζει βούτυρο.

Τὴν κοιτάω.

Νὰ μὴ θυμίζει Βουτυρᾶ, λέει καὶ μοῦ κλείνει τὸ μάτι.

Μὲ χαϊδεύει βιαστικὰ στὸν λαιμὸ καὶ ὕστερα πάει μέσα νὰ δεῖ τὴ μάνα της.

*

Δὲν τὸ ᾿χαμε σκοπὸ ν᾿ ἀνεβοῦμε στὸ χωριὸ μὲ τέτοιο καιρό, ἀλλὰ τὸ πρωὶ ἡ μάνα της πῆγε στὴν ἐκκλησία -Ψυχοσάββατο σήμερα- καὶ γλίστρησε στὰ σκαλιὰ κι ἔπεσε. Τίποτε σοβαρό, εὐτυχῶς. Ζήτησε ὅμως νὰ ῾ρθοῦμε νὰ τὴ δοῦμε καὶ ἤρθαμε. Ἕνα κατοστάρικο εἶχα ὅλο κι ὅλο στὴν τσέπη. Ἔβαλα τὰ μισὰ βενζίνη καὶ στὸ Δομοκὸ σταμάτησα στὴν τράπεζα. Νόμιζα ὅτι εἴχανε βάλει τὸ δεκαπενθήμερο, ἀλλὰ δέν. Μόλις εἶδα στὸ καντρὰν τὸ ὑπόλοιπο -δέκα εὐρὼ καὶ κάτι- μοῦ ῾ρθε νὰ τὸ σμπαραλιάσω. Ἡ Ἰουλία, ὅμως, βράχος.

Μὴν κάνεις ἔτσι. Πρώτη φορὰ ξεμένουμε; Δὲν πειράζει.

Πειράζει καὶ παραπειράζει. Πῶς θὰ τὴν περάσουμε μ᾿ ἕνα πενηντάρικο; Οὔτε γιὰ βενζίνη δὲν φτάνουν. Μᾶς βλέπω νὰ γυρνᾶμε μὲ ὀτοστόπ.

Μὴ στενοχωριέσαι σου λέω. Κάτι θὰ γίνει, θὰ δεῖς.

Ζεσταίνω τὰ χέρια μου στὴ σόμπα ποὺ μπουμπουνίζει καὶ μετὰ βάζω μιὰ στάλα τσίπουρο Ἀποστολάκη μὲ γλυκάνισο -δύο δάχτυλα, ἴσα γιὰ τὴν πίκρα- καὶ στέκομαι στὸ παράθυρο. Κοιτάω τὰ σπαθάκια ποὺ κρέμονται ἀπ᾿ τὴ σκεπὴ καὶ θυμᾶμαι. Ὁ Γέρος aνεβίβασε σκαμνίον τι ἀπὸ τοῦ λιθίνου ἐρείσματος τοῦ παραθύρου, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαμνίου, ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυροφύλλου, ἀνοικτοῦ, ἐστηλώθη μετὰ τόλμης πρὸς τὴν ὀροφήν, τὴν δεξιάν, καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον, ἐκ τῶν κοσμούντων τοὺς «σταλαγμούς» τῆς στέγης. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς, καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πάτρωνα νὰ φάγῃ. Ἐπείνων τὰ κακόμοιρα.

Τί νὰ γράψω;

Νὰ γράψω γιὰ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα;

Ἢ γιὰ τὸν Γιωργὴ τῆς Μπούρμπαινας καὶ τὴν Ἀρχόντω, ποὺ τοῦ τὴν ἅρπαξε κεῖνος ὁ ξένος, ὁ φρόνιμος νοικοκύρης, μὲ τὰ χωράφια του, μὲ τὰ σπίτια του, μὲ τὰ καλά του- τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ, νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ: Παλεύουμε, μπάρμπα;

Τί νὰ γράψω; Τί νὰ πρωτογράψω; Πῶς νὰ στριμώξω τὸν Παπαδιαμάντη σ᾿ ἑφτακόσιες λέξεις;

Βάζω ἕνα δάχτυλο τσίπουρο ἀκόμα καὶ ἀνάβω τσιγάρο. Ἔξω νύχτωσε, ἔχει ξαστεριὰ ἀπόψε. Τσεκάρω ὅτι ἔχω ἀκόμα τὸ πενηντάρικο στὴν τσέπη. Ὕστερα, ἀνοίγω τὸ παράθυρο καὶ σκαρφαλώνω στὸ περβάζι καὶ κόβω δύο μεγάλα σπαθάκια -τὰ μεγαλύτερα- ποὺ κρέμονται ἀπ᾿ τὴ στέγη. Στὴ στιγμὴ τὰ χέρια μου ξυλιάζουν.

Ἡ Ἰουλία μπαίνει στὴν κουζίνα καὶ μὲ κοιτάει.

Ἐντάξει, μοῦ λέει. Γι᾿ ἀπόψε ἔχουμε φαγητό. Δὲν χρειάζεται νὰ φᾶμε πάγο.

Πᾶμε λίγο ἔξω; Εἶναι ὡραία ἔξω ἀπόψε.

Φοράει γάντια, κασκόλ, σκοῦφο -ἐγὼ μονάχα τὸ δερμάτινο- καὶ βγαίνουμε στὸ δρόμο κρατώντας τὰ σπαθάκια σὰν πασχαλινὲς λαμπάδες. Τὸ χιόνι τρίζει στὸ πέρασμά μας. Κοιτᾶμε τὸν ξάστερο οὐρανὸ καὶ τὰ χνότα μας ἀνεβαίνουν ψηλά, σὰν σήματα καπνοῦ.

Φυλάξου!

Γυρίζω καὶ τὴν κοιτάω. Ἔχει πάρει στάση ξιφομάχου - τό ᾿να χέρι στὴ μέση, τὸ ἄλλο τεντωμένο μπροστά, σφίγγοντας τὸ σπαθάκι.

Ὄρεξη ποὺ τὴν ἔχεις.

Φυλάξου, σοῦ λέω.

Καὶ τότε ἀρχίζουμε νὰ ξιφομαχοῦμε, ἐκεῖ, στὴ μέση τοῦ δρόμου, χοροπηδώντας μὲ τὰ διάφανα σπαθάκια μας πάνω στὸ χιόνι ποὺ τρίζει, κάτω ἀπὸ τ᾿ ἄστρα ποὺ σπιθίζουν στὸν παγωμένο οὐρανό. Ἀλλὰ ὄχι γιὰ πολύ. Σ᾿ ἕνα ἀπότομο χτύπημα, τὸ σπαθάκι φεύγει ἀπ᾿ τὰ χέρια μου καὶ ἡ Ἰουλία μοῦ μπήγει τὸ δικό της στὴν καρωτίδα.

Παραδίνεσαι;

Εἶναι ἄδικο, λέω. Φορᾶς γάντια.

Ἄσ᾿ τα αὐτά. Παραδίνεσαι;

Παραδίνομαι.

Τραβάει τὸ σπαθάκι κι ἔρχεται κοντὰ καὶ μεμιᾶς τὰ χνότα μας μπερδεύονται καὶ ζεσταίνονται καὶ μοῦ θαμπώνουν τὰ γυαλιά.

Τὴν ἀγκαλιάζω καὶ θυμᾶμαι. Ἤμην ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ μὲ τὰς χεῖρας τοῦ πρὸς στιγμὴν ἓν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του...

Τρέμω ὁλόκληρος. Μὲ φιλάει στὸν λαιμὸ - ἐκεῖ πού μοῦ ῾μπηξε τὸ σπαθάκι-, στὰ χείλια, πλάι στ᾿ αὐτιά.

Μὴ φοβᾶσαι, μωρό μου, μοῦ λέει. Μὴ φοβᾶσαι.