Θοδωρὴς Γκόνης - «Ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν»

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 27 Αὐγούστου 2011

Ἐπιμέλεια ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεων τοῦ Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Μοῦ ζητήθηκε νὰ γράψω γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Σκέφτηκα ἀμέσως δύο πρόσωπα: τὸν Γιάννη τῆς Κανέλλας καὶ τὸν Ἀλέκο τὸ «γέρο», δύο ἀνθρώπους δικούς μου, ἥρωες τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, νεκροὶ ἐδῶ καὶ χρόνια.

Ὁρίστε εἶπα, εὐκαιρία νὰ τοὺς μνημονεύσω, νὰ τοὺς ἀνάψω, νὰ τοὺς κολλήσω τὸ κεράκι ποὺ τοὺς χρωστῶ. Τοὺς θυμᾶμαι συνέχεια σκυμμένους, κρυμμένους στὶς δουλειές, στὸ διάβασμα, κάθε στιγμὴ καὶ μὲ ἥλιο καὶ μὲ βροχή, καὶ στὴ σχόλη καὶ στὴ γιορτή. Οἱ δικοί τους τοὺς εἶχαν γιὰ ἀγαθιάρηδες. Κουτουρὸς ὁ ἕνας, ξωπαρμένος ὁ ἄλλος. Μάτι γλυκὸ δὲν τοὺς ἔδιναν, μὲ τ᾿ ὄνομά τους ποτὲ δὲν τοὺς φώναξαν. Δὲν ξεσυνερίζονταν κανέναν.

«Ἕκαστος ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτὸν» σιγομουρμούριζαν. Ἀραιὰ καὶ ποῦ ἔβγαιναν στὸν κόσμο μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ποῦν μιὰ ἱστορία, μία καὶ μοναδική, ἀπ᾿ τὰ διαβάσματα, ἀπ᾿ τὰ χαλάσματα, ἀπ᾿ τὴ ζωή τους, ὅταν μεράκλωναν, ὅταν ἄναβαν -ὅταν δὲν ἄντεχαν ἄλλο- τσιγάρο στὰ χείλη, καίγονταν, κάρπιζε ἡ ψυχὴ στὸ στόμα, ἔλεγαν τὴν ἴδια ἱστορία πάντα, τὴν τελειοποιοῦσαν, τὴν τραγουδοῦσαν ὅπως κανεὶς καὶ ἔφευγαν ξαφνικὰ ὅπως ξαφνικὰ εἶχαν ἐμφανιστεῖ. Τραγούδια τοῦ θεοῦ.

Δὲν νομίζω πὼς καταλάβαινα τότε πολλὰ πράγματα, ὄχι μόνο ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἄσε ποὺ οἱ μάγκες τοὺς ἔπαιρναν στὸ ψιλὸ καὶ σπάγανε μαζί τους πλάκα. Φόνισσες, τοὺς φώναζαν, φόνισσες, φόνισσες, καὶ τοὺς πετοῦσαν πέτρες καὶ αὐγά.

Αὐτὰ ὁ Νέρων.

Πέρασε ὁ καιρός, ἦρθαν τὰ δύσκολα, τὰ ζοφερά, τὰ ξένα, τὰ ζεματισμένα, τὰ παραστρατισμένα, τὸ δέν, δὲν πάει ἄλλο.

Θυμήθηκα. Τοὺς θυμήθηκα καὶ τοὺς δυό τους, τοὺς κατάλαβα, τοὺς ξεσκέπασα, ἄ! τὰ πουλάκια μου, ἐκεῖ τὴν εἶχαν χτίσει τὴ φωλιά τους στοῦ κὺρ Ἀλέξανδρου. Τότε εἶδα τὸ «κόλπο» τους καὶ προσπάθησα νὰ τοὺς μιμηθῶ.

Φορτώθηκα τὰ μικρὰ τῆς «Ἑστίας», τοῦ «Ἑρμῆ», γιὰ τὸ δρόμο, τὰ μεγάλα τοῦ «Δόμου» ἐπ᾿ ὤμου καί... φώτιση δόμου.

Πολλὰ εἶναι.

Αὐτοὶ εἶχαν ἕνα, ραμμένο, φαγωμένο ἀπὸ τὸ ἄλογο, κατουρημένο ἀπὸ τὸ σκύλο, μὲ μολυβάκι γραμμένο, ἁγιασμένο.

Πολλὰ εἶναι, πῶς νὰ προλάβω νὰ τ᾿ ἁγιάσω νὰ τὰ διαβάσω;

Πῶς νὰ προλάβω ν᾿ ἀδειάσω; Νὰ λερώσω. Νὰ δώσω; Νὰ λύσω. Νὰ κόψω. Νὰ ράψω. Νὰ κλάψω. Νὰ ψάλλω.

Πολλὰ εἶναι. Δίνω στόχο, δὲν μπορῶ, δὲν γίνεται.

Αὐτὰ σκεφτόμουν, καὶ βουρλιζόμουν, ἔβλεπα πὼς δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ κάνω τὸ μνημόσυνο ποὺ ἤθελα στοὺς δικούς μου ἀνθρώπους. Ὅ,τι κι ἂν ἔγραφα, ὅ,τι κι ἂν διάβαζα, ὅσο κι ἂν προσπαθοῦσα ἔβλεπα πὼς δὲν μποροῦσα νὰ κάνω τὸ σιτάρι κόλλυβα.

Τότε ἦταν ποὺ ἐμφανίστηκαν οἱ ἅγιες ψυχές. Μὲ τὸ ἄλογο καὶ τὸ σκύλο.

- Δὲν θέλουμε τὰ ξυλοπάπουτσά σου,
τὰ πεζά σου,
τὸ κουτσὸ περπάτημά σου
θέλουμε χορὸ τραγούδι,
ἀπὸ τὰ χείλη
τὰ δικά σου.

Ἡ φωτιά μας
Φωτιά σου.

- Μὲ τὸ σκυλὶ ὁ ἕνας, ὁ ἄλλος μὲ τὸ ἄλογο
ὁ Γιάννης τῆς Κανέλλας καὶ ὁ Ἀλέκος ὁ «γέρος»
ὁ ἕνας κάτω ἀπ᾿ τὴ μουριὰ ὁ ἄλλος στὴν πέτρα,
στὸ πίσω μέρος.

Ὁ ἕνας στὸ σκαμνὶ στὸ βράχο ὁ ἄλλος.

Καὶ οἱ δύο στὰ χαρτιὰ στὸ διάβασμα κρυμμένοι.

Ζεμένοι δεμένοι βουλιαγμένοι χωμένοι
ἀλλοῦ ξημερωμένοι.

Μέρα νύχτα χειμώνα καλοκαίρι.

Τὰ χαρτιὰ φύλλο φτερὸ στὸ χέρι
μὲ σπάγκο ραμμένα
στὴ σακοράφα πιασμένα.

Ἤρεμα τροπάρια, ἄγρια ἄνθη
ὡραῖοι κῆποι
λιβάδια
καπνοὶ σκιὲς
βράδια.