Νίκος Ξυδάκης - «Ὢ πόσον μακρειά, ἀτελείωτη αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά»

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ἐπιμέλεια ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεων τοῦ Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

...Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα. Ἅη Βασίλης. Φῶτα... Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ διηγήματος Ὁ ἔρωτας στὰ χιόνια. Ὁ ἥρωας τοῦ Ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ὁ Ἐρωντας, ἔρημος στὸν κόσμο καὶ μόνος νὰ τὸν τρώει ὁ σεβντὰς τοῦ ἔρωτα, περιπλανώμενος τὰ μεσάνυκτα στὰ μέρη τῆς γειτόνισσάς του ...νὰ εὕρῃ παρηγορίαν νὰ ζεσταθῇ... κουβαλώντας μιὰ ζωὴ μαύρη καὶ βαριὰ μεθυσμένος κλονίζεται, πέφτει μέσα στὰ χιόνια ...καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη ἔγινε σάβανον. Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κι ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα... Τὸ χιόνι ποὺ στοιβάζεται ἀργὰ πάνω του σὰν μιὰ μουσικὴ παρήγορη ὑπερφυσική, θὰ τὸν σκεπάσει, θὰ σβήσει κάθε ἀδυναμία καὶ κάθε δυσάρεστο μὲ μιὰ ἐπιείκεια, δίχως ἴχνος ἐνοχλητικοῦ οἴκτου.

...παρὰ τὴν ὄχθην τῆς ὡραίας λίμνης, ὅπου ὑπῆρχεν εἰς οὐρανὸς ἐπάνω, καὶ ἄλλος οὐρανὸς ἐφαίνετο κάτω, λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἀνέτεινον τὰς ὑψηλᾶς κορυφᾶς τῶν ἄνω, καὶ ἄλλαι λεῦκαι καὶ κυπάρισσοι ἐκρέμαντο ἀνάποδα κάτω. Καὶ ὄσαι μυριάδες ἄστρα ἐκόσμουν τὴν νύκτα λάμποντα τὸ στερέωμα, ἄλλαι τόσαι μυριάδες ἔλαμπαν τρεμοσβύνοντα κάτω εἰς τὸν πυθμένα... Καὶ καλαμιῶνες σειόμενοι ὑπὸ τοῦ ἀνέμου... ὡς νὰ ἀπέδιδον τὴν ὀφειλομένην εὐγνώμονα ὑπόκλισιν... Κάλλιστα αὐτὴ ἡ ἑορταστικὴ φαντασμαγορικὴ μουσικὴ αἴσθηση θὰ μποροῦσε νὰ περιγράφει μιὰ νύχτα Χριστουγέννων καὶ ἂς ἀνήκει στὸ Ὁλόγυρα στὴ λίμνη.

...Αὔρα, οὐρανός, ἄσμα, μελιχρόν, ἁβρόν, μεθυστικόν... φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ἀτμός, μελωδίαι, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, πραεία, μειλίχια, παιδική, ἄκακος, ἄδολος, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, λιγεία, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπᾶς... ἀπὸ τὸν Ξεπεσμένο Δερβίση ἠχεῖ σὰν μιὰ μουσικὴ σύνθεση ἢ καλύτερα θά ᾿λεγες πὼς εἰκονίζει μιὰ μουσικὴ φτιαγμένη ἀπὸ λέξεις πρωτάκουστη, ἀνήκουστη «μεσοῦντος τοῦ Δεκεμβρίου».

...Παιδίον τοῦ γαλανοῦ πόντου νήπιον, χαϊδεμένον τῆς θαλάσσης. Ἔβρεχε μόλις τοὺς πόδας σου, κι ἔφευγε. Ὤ, τί αὔρα δροσερά!.. Ὤ, ποία θαλασσία ἀηδὼν ψυχὴ πολυπαθὴς καὶ πολύτροπος ἀκούεται νὰ κελαηδῇ ἐκεῖ εἰς τὰ βάθη τοῦ πόντου... Ἕνας Χριστὸς γεννημένος στὴ θάλασσα, θὰ μποροῦσε νὰ σκεφτεῖ κανείς. Ἂν καὶ μιλάει γιὰ τὸ κύμα στὸ διήγημα Φλώρα ἡ Λάβρα.

Πάντοτε κάτι ἀναδεύεται ἀπὸ τὰ βάθη ἀπὸ τὸν Θεό; Μιὰ μουσική; Κάτι γεννιέται ἢ ἐμφανίζεται σὰν θαῦμα ἀνάμεσά σε κινδύνους, σὲ ναυάγια, σὲ κατεστραμμένες ζωές, σὲ πάθη, σὲ λύπες καὶ ἀποτυχίες. Θὰ βρεθεῖ τὸ χιόνι γιὰ τὸν μπαρμπα-Γιαννιό. Ἔξαφνα, ἕνα φῶς φάρος ὁδηγὸς στὸ Χριστὸς στὸ κάστρο γιὰ τοὺς χαμένους στὴ θάλασσα. Γιὰ νὰ εὐφρανθοῦν καὶ νὰ ἑορτάσουν στὸ τέλος τὰ Χριστούγεννα... μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἦχος ἀπὸ νάι στὴ μοναξιὰ τοῦ Ξεπεσμένου δερβίση.

Ἡ ἀνάμνηση τῆς χαμένης μουσικῆς τῆς ἀμμουδιᾶς στὴ Φλώρα ἡ Λαύρα ...τί ἔγιναν τὰ ρεύματα, τὰ ρυάκια, τὰ νάματα τὰ δροσερά... Τί ἔγιναν αἱ πηγαὶ καὶ τὰ νάματα τῆς νεότητος, τὰ ὁποῖα ἀνέβλυζον πότε καὶ ἐδρόσιζον τὴν ψυχήν μου;... Ἠτο ἄκρα ἐρημία. Μιὰ σκαπάνη γεωργοῦ ἠκούετο, μελαγχολικῶς ἠχοῦσα μακρά, καὶ ἀντήχει εἰς τὸ στέρνον μου ὁ κτύπος...

Καὶ συνεχίζει αὐτὴ ἡ ἀμμουδιά, ἐξηκολούθει ἀκόμη, ἀτελείωτη. ...Ὁ Φάλκος ἠσθάνετο κάτι ὡς ἐλαφρότητα, ὡς διάθεσιν πρὸς πτῆσιν. Μοῦ θυμίζει κάτι ἀπὸ τὸ θρυμματισμένο διαμάντι τῶν παιδικῶν χρόνων. Ἕναν κόσμο ποὺ κάποια κομμάτια τοῦ μένουν γιὰ πάντα... Ἂς κάμω τ᾿ ἀνάσκελα καθὼς ἤμην πλαγιασμένος, ἐλαφρὸς εἰς τὸ κύμα, τί ἔπαθα; Ἀπεκοιμήθην τάχα; Ἐξαπλωμένος εἰς τὰ μαλακά, εἰς τὰ πούπουλα, ἠσθανόμην ἀπόλαυσιν καὶ τρυφὴν Συβαρίτου... αἱ εὐωδίαι ὅλων των ρόδων τῆς ἀκρογιαλιᾶς, τῶν κήπων, τῆς ἀμφιλύκης καὶ τῆς αὐγῆς, ἤρχοντο εἰς τὰς αἰσθήσεις μου καὶ μ᾿ ἐμέθυσκον. Ὅλη ἡ αἴσθησις, ἡ συνείδησις καὶ ἡ ὕπαρξίς μου εἶχον μεταβληθῆ εἰς μίαν ἀπόλαυσιν ἀπείρου εὐωδίας... Ἂς κάμω τὰ ἀνάσκελα κι ἐγὼ τώρα. Κάποια Χριστούγεννα μικρός, κοντὰ στὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκα, στὸ Κάιρο, καθὼς ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ τοὺς δικούς μου, χάθηκα. Χάθηκα σ᾿ ἕναν δρόμο κι ἕναν κόσμο ποὺ μοῦ φάνηκε ἀπέραντος. Μὲ ἕναν ἱερό, μαγικὸ τρόμο βρέθηκα ἐκστατικὸς ἀνάμεσά σε πλῆθος ἄγνωστους Αἰγύπτιους, σ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀναρίθμητα παιδιὰ ἀραπάκια, τῶν δρόμων τοῦ Καΐρου, τὰ παιδιὰ τοῦ Γκεμπελάουι, ὅπως τὰ λέει ὁ αἰγύπτιος συγγραφέας.

Βυθίστηκα σὲ φωνές, μουσικές, μικρομάγαζα, ἐμπορικά, μπακάλικα, μπαχάρια καὶ ἀρώματα. Χρόνια μετά, θὰ ξαναγυρίσω. Ὅλα θὰ ἔχουν μικρύνει. Τὰ μαγαζιά, οἱ δρόμοι. Οἱ φωνές, οἱ μουσικὲς θὰ ἔχουν γίνει θόρυβος καὶ ὀχλοβοή. Τὸ νεοκλασικὸ σπίτι μας κοντὰ στὸ παλάτι στὴν ὁδὸ Μπαλάσκα θὰ εἶναι πλέον ἕνα ἐρείπιο. Ἡ εἴσοδός του θὰ ἔχει γίνει μανάβικο. Μιὰ γριὰ γυναίκα θὰ στέκεται ἐκεῖ, καταβεβλημένη... δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ὅταν ἤμην παιδίον. Αὐτὴ δὲ ἦτο καὶ τότε γραία καὶ τώρα γραία. Ἐντούτοις τὴν ἀνεγνώρισα. Ἦταν ἡ «μπουάπισα», ἡ θυρωρὸς τοῦ σπιτιοῦ.

- Βρίσκεσαι ἀκόμη, γριὰ Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.

- Δὲν μὲ λένε Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε, μὲ λένε Λάβρα.

- Λαύρα; Ἔλεγε τὸ ὄνομα τάχα τῆς Δάφνης τὸ λατινικὸν ἢ τῆς ἐρωμένης τοῦ Πετράρχα; Πλὴν ἐκείνη ἔλεγε Λάβρα, κ᾿ ἐννόει τὴν φλόγα τῆς καρδίας της. Ἐν ἀλλοφροσύνῃ τὸ ὄμμα μου ἀπεσπάσθη πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τῆς γραίας, κ᾿ ἐπεσεν ἐπὶ τοῦ ἐρειπίου τοῦ παλαιοῦ οἰκίσκου. Φαίνεται ὅτι εἶχα μίαν ἀνάμνησιν, μεμακρυσμένον ὅραμα τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἓν ὄνειρον ἢ ἓν ὄνομα.

- Αὐτὸ τὸ χάλασμα ποὺ βλέπεις, παιδί μου, εἶπεν ἡ γραία, εἶναι «τοῦ Βασιλιᾶ τὸ σπίτι».