Γιάννης Ν. Μπασκόζος - Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἕνας μποὲμ κοσμοκαλόγερος

100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ 160 ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Πηγή: Ἐφημ. Τὸ Βῆμα, 3 Ἰανουαρίου 2011

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ὑπῆρξε μιὰ τραγικὴ προσωπικότητα τῆς νεότερης Ἑλλάδας μὲ τόσο πολλὲς ὄψεις ποὺ ἀκόμη τὸν ἀνακαλύπτουμε. Ἔζησε μόνος, ἀπένταρος, πιστὸς στὴν τέχνη, ἀδιάφορος γιὰ τὰ χρήματα καὶ τὴν κοινωνικὴ ἔνταξη, μοίρασε τὴ ζωὴ ἀνάμεσα στὰ καπηλειὰ καὶ στὶς ἐκκλησίες, σχεδὸν ρακένδυτος, ὑπῆρξε πάντα ἕνας ἀποσυνάγωγος τεχνίτης τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἀφήγησης. Ἕνας ἕλληνας μποέμ.

Γεννήθηκε στὶς 4 Μαρτίου 1851 σὲ ἕνα νησὶ ποὺ φημίζεται γιὰ τὴ φυσικὴ καλλονή του καὶ τοὺς ψαράδες του, τὴ Σκιάθο. Ἦταν τὸ τέταρτο παιδὶ τοῦ ζεύγους Ἀδαμαντίου καὶ Γκιουλιὼς (Ἀγγελικῆς) Ἐμμανουήλ. Τὸ ἐπώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του ποὺ ἦταν καὶ παπάς.

Τὰ παιδικά του χρόνια ἦταν ἀνέμελα στὸ νησὶ καὶ θὰ τὰ ἀνακαλέσει πολλὲς φορὲς νοσταλγικὰ στὰ κείμενά του. Ὡς τὸ 1860 φοίτησε στὸ δημοτικὸ σχολεῖο Σκιάθου, ὅπου ἔμαθε τὰ βασικὰ - ἀνάγνωση, γραφή, μαθηματικά-, τοῦ ἄρεσε ὅμως, ἀπὸ ὅ,τι λένε, πιὸ πολὺ νὰ ζωγραφίζει. Στὰ παιχνίδια του εἶχε συντροφιὰ ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους τὸν ξάδελφό του, μετέπειτα καλὸ συγγραφέα Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη καὶ τὸν Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχὸ Νήφωνα, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι γιὰ χρόνια ὁ «κολλητός» του. Θὰ πᾶνε μαζὶ στὸ Ἅγιον Ὅρος, θὰ κατοικήσουν γιὰ λίγο στὸ ἴδιο διαμέρισμα, ὥσπου ὁ Νήφωνας νὰ παντρευτεῖ καὶ νὰ φύγει γιὰ νὰ μείνει στὸ Χαρβάτι.

Ἄνθρωπος τῶν καπηλειῶν καὶ τῶν τρωγλῶν

Ὁ πατέρας του θὰ τὸν στείλει στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ σπουδάσει Θεολογία, ἀλλὰ αὐτὸς θὰ κάνει στροφὴ τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ θὰ γραφτεῖ στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Θὰ ἀπογοητευθεῖ γρήγορα ἀπὸ τὸ στεῖρο κλίμα καὶ θὰ τὰ παρατήσει. Μελετᾶ μόνος του ἀγγλικὰ καὶ γαλλικὰ καὶ παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεῖ κυριολεκτικά.

Τὸ 1878 γνωρίζεται μὲ τὸν ἐκδότη τῆς «Ἀκρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη ποὺ θὰ τὸν παρακινήσει νὰ δημοσιεύσει τὸ πρῶτο του μυθιστόρημα μὲ τίτλο «Ἡ μετανάστις» στὴν ἐφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θὰ ἀκολουθήσει τὸ 1882 τὸ δεύτερο μυθιστόρημά του μὲ τίτλο «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν» δημοσιευμένο στὸ «Μὴ χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχῶς, γίνεται πιὰ γνωστὸς στοὺς λογοτεχνικοὺς κύκλους, ἂν καὶ ἀποφεύγει νὰ συγχρωτίζεται μὲ αὐτούς. Ὅσο ζοῦσε δὲν εἶδε ποτὲ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἐμπόδισε τὸ ἔργο του νὰ ἀποτελεῖ τὴ βασικότερη παρακαταθήκη γιὰ τοὺς ἕλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζῆς, Γ. Ἰωάννου, Ἀλ. Κοτζιᾶς, Χρ. Μηλιώνης, Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας...

Εἶναι μιὰ γραφικὴ φιγούρα τῆς Ἀθήνας. Ὁ συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τὸν περιγράφει ὡς «μιὰ σιλουέτα μὲ ἀκατάστατα γενάκια, ἀπεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ἢ κατασκονισμένα ὑποδήματα, ξεθωριασμένο ἡμίψηλο, μὲ μιὰ παπαδίστικη κάννα μὲ ἀσημένια λαβή, μαῦρο κορδόνι γύρω ἀπὸ μιὰ ἀσιδέρωτη λουρίδα, ἕνα εἶδος κολάρου, συγκρατώντας μὲ τὰ χέρια του ἕνα πανωφόρι ποὺ τοῦ ἔπεφτε λίγο μεγάλο», τὸ ὁποῖο ἦταν γνωστὸ ὅτι τοῦ τὸ εἶχε στείλει ἀπὸ τὸ Λονδίνο ὁ Ἀλέξανδρος Πάλλης. Ὁ Δ. Χατζόπουλος τὸν χαρακτηρίζει ἰδιόρρυθμο, ἐκκεντρικό, μποέμ, ἄνθρωπο τῶν καπηλειῶν καὶ τῶν τρωγλῶν, καὶ τὸν παρομοιάζει μὲ τὸν φιλόσοφο Μένιππο, τὸν πνευματώδη Λουκιανό, τὸν παρατηρητικὸ Ντίκενς, τὸν ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ὁ ἴδιος ὅταν τὸ μάθει θὰ πεῖ: «Δὲν μοιάζω μὲ κανέναν,εἶμαι ὁ ἐαυτός μου». Συχνάζει στὸ μπακάλικό του Καχριμάνη στοῦ Ψυρρῆ, ἀλλὰ καὶ στὴ μικρὴ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἐλισαίου, ὅπου ψάλλει μαζὶ μὲ τὸν ξάδελφό του Ἀλέξανδρο Μωραΐτιδη.

Τὸ 1906 ἀρχίζει νὰ συχνάζει στὴ Δεξαμενὴ Κολωνακίου. Κάθεται στὸ πιὸ φτηνὸ ἀπὸ τὰ δύο καφενεῖα, αὐτὸ τοῦ Μπαρμπα-Γιάννη, ὅπου ὁ καφὲς εἶχε μία δεκάρα. Ἀγοραφοβικός, μακριὰ ἀπὸ ὅλους τους πελάτες, σταύρωνε τὰ χέρια στὸ στῆθος, ἔγερνε τὸ κεφάλι καὶ ὀνειροπολοῦσε. Ἐκεῖ τὸν φωτογράφισε ὁ Παῦλος Νιρβάνας, σὲ αὐτὴ τὴ φωτογραφία ποὺ τὸν ἔχουμε ὡς σήμερα.

Γράφει καὶ μεταφράζει συνέχεια γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ζεῖ. Τὸ 1909 θὰ γυρίσει στὸ νησί του. Θὰ ἀρρωστήσει καὶ θὰ πεθάνει τὸ βράδυ τῆς 2ας πρὸς 3η Ἰανουαρίου 1911. Ἔζησε μοναχικός, ἀνέραστος, πάσχων.

Ἡ διαμάχη γιὰ τὸ ἔργο του

Ὁ Παπαδιαμάντης, ἂν καὶ οἱ παλαιότεροι κριτικοὶ (Παλαμᾶς, Ξενοπουλος κ.α.) θὰ ἐξυμνήσουν τὸ ἔργο του, δὲν θὰ τύχει τῆς ἴδιας ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς νεότερους. Ἡ σχολὴ τῶν Κ.Θ. Δημαρᾶ καὶ Π. Μουλλᾶ θὰ μειώσει τὴν ἀξία του, καθὼς θὰ θεωρήσει ὅτι πρόκειται γιὰ λαογραφικὰ ἠθικὰ κείμενα χωρὶς ἰδιαίτερη λογοτεχνικὴ ἀξία, ἐνῶ τοῦ προσάπτει προχειρότητα καὶ ἀναχρονιστικὲς τάσεις στὴ γλώσσα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη σκοπιά, οἱ ἀμύντορες τῆς Ὀρθοδοξίας τὸν θεωροῦν ἐκπρόσωπό τους, μὴ ἀναγνωρίζοντας καμία ἄλλη πτυχὴ στὸ ἔργο του. Ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δίχασε ἐπίσης τὴν κριτική. Ὁ Κ. Χατζόπουλος καὶ ὁ Ἄ. Τερζάκης τὴ βρῆκαν σχολαστικὴ καὶ προβληματική, ἐνῶ τὴ θαύμασαν ὁ Τ. Ἄγρας, ὁ Ὀ. Ἐλύτης, ὁ Ζ. Λορεντζᾶτος κ.α. Νεότεροι μελετητὲς ἀλλὰ καὶ συγγραφεῖς ποὺ τὸν ἀγαποῦν ἔχουν ἀναδείξει πλεῖστες ὅσες ὄψεις τοῦ συγγραφέα. Ἀνέδειξαν τὸν κοινωνικὸ Παπαδιαμάντη, αὐτὸν ποὺ στηλιτεύει τὴν ἀδικία, τοὺς πολιτικάντηδες, τὴν παραδοσιακὴ θέση τῆς γυναίκας ποὺ τὴν «πουλᾶνε» μέσῳ τοῦ γάμου, εἶναι ὑπὲρ τοῦ πολιτικοῦ γάμου κ.ἄ. Τὸν χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, μὲ τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν σαρκασμὸ γιὰ νὰ ὑποβάλλει σὲ ὀξύτατη κριτικὴ πολλὲς καταστάσεις τῆς ἐποχῆς. Τὸν ἐρωτικὸ Παπαδιαμάντη, μὲ τὶς ποιητικές, αἰσθησιακὲς εἰκόνες τῶν ἀβάσταχτων ἐρώτων. Τὸν ποιητὴ Παπαδιαμάντη, μὲ τὴ μαγεία τῶν λέξεων καὶ τῶν φράσεων ποὺ χρησιμοποιεῖ. Ἐλπίζουμε ὅτι ἐφέτος γιορτάζοντας τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ὁλόπλευρα, νὰ γοητευτοῦμε ἀπὸ τὰ κείμενά του, νὰ τὸν τοποθετήσουμε ὁλόπλευρα στὴ λογοτεχνικὴ εἰκόνα τῆς χώρας μας.