Ἔρχεται τὶς νύχτες ὁδοιπορώντας
μ᾿ ἕνα βῆμα σταθερὸ
μαζὶ μὲ ἐξαπτέρυγα καὶ μυστικὲς φωνὲς μουσικὲς
μὲ ἄσματα καὶ ἐαρινοὺς αἴνους
μὲ ὁλόλαμπρα ἄμφια
ὁ ὅσιος Νικόλαος ὁ Ναξιώτης
μπαίνει στὴν πόλη
αὐτοκίνητα τὸν προσπερνοῦν
μηχανὲς λεωφορεῖα καὶ πρόσωπα ἀγνώριστα
ἔτσι εἶναι ποὺ ἀναλαμβάνονται
μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς ποὺ ἀνεμίζει
δέντρα καὶ αὐλὲς
τότε εἶναι ποὺ ἀνασταίνονται ξαφνικὰ
ὅλα τὰ μαρμαρωμένα πουλιὰ
ἀφήνουν τὰ βρώμικα σύρματα τῶν τηλεφώνων, τὶς κεραῖες
παίρνουν τραγουδώντας τοὺς δρόμους τ᾿ οὐρανοῦ
μὲ τὰ λευκασμένα ἄμφιά τους νὰ λάμπουν
ταξιδεύουν μερόνυχτα
μὲ ὅλες τὶς βρύσες νὰ ἐκβάλλουν
στοὺς λειμῶνες τοῦ φεγγαριοῦ.

6 Ἰουλίου 2001

(Ἡ Λυπημένη στὸ Μαγεμένο Δάσος, Ἀκτή, Λευκωσία 2008)