Ἠλίας Παπαδημητρακόπουλος - «Ἐπὶ Πτίλων Αὔρας Νυκτερινῆς»

Πέντε κείμενα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, Ἐκδόσεις Νεφέλη, Ἀθήναι 1992


1. Φλώρα, ἢ Λάβρα;

ΒΡΑΔΑΚΙ, καὶ βρέθηκα στὸ ἐξωκκλήσι τοῦ νησιοῦ. Μεσοκαλόκαιρο, καὶ ἔβραζε ὁ τόπος. Ζέστη, καὶ τουρίστες νὰ ἐλλοχεύουν παντοῦ. Πλὴν σὲ ἀπόκρυφα ὑψωματάκια, σὲ ρεματιὲς καὶ ξέφωτα, παραμονὲς ἀγνώστων ἑορτῶν, συρρέουν κατὰ κύματα οἱ γηγενεῖς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ὡς ἱκέτες, ἔχοντας ἀποβάλει (κατὰ ἕναν ἀνεξήγητον τρόπο) τὴν ἐμπορική τους λεοντή. Κουβαλοῦν τεράστιους ἄρτους, μὲ σουσάμι καὶ γλυκάνισο, πρόσφορα γιὰ τοὺς παπάδες, κουτιὰ μὲ παστέλι, γλυκὰ τοῦ ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σὲ ἀλουμινόχαρτο, τυρὶ τῆς ἅρμης κομμένο μὲ ἐπιμέλεια σὲ τετράγωνα μικρὰ τεμάχια, οὖζο καὶ τσίπουρο. Μετὰ τὴ λειτουργία στέκονται κοντὰ στὴν ἔξοδο τοῦ ναοῦ, καὶ φωνάζουν ξαφνικὰ μὲ ἐπίσημο τόνο:

- Πᾶρτε νὰ σχωρέσετε τὸν...

Ὁ καθεὶς τοὺς δικούς του - τὴ μάνα του, τὸν πατέρα του, τὰ πνιγμένα ἀδέλφια. - Ἐλᾶτε νὰ σχωρέσετε τὴ Φλώρα, ἀκούω δίπλα μου ἕνα χούφταλο.

Πλησίασα. Μοῦ πρόσφερε παστέλι καὶ ρακί.

- Θεὸς σχωρέστην τὴ Φλώρα, λέω. Τί σοῦ ἦταν, παπποῦ;

- Τίποτα, μοῦ λέει. Στὴ γειτονιὰ ἔμενε, μὰ δὲν εἶχε κανέναν δικό της.

Τί ἄλλο μοῦ ἀπόμενε νὰ κάνω; Κατέφυγα γιὰ πολλοστὴ φορὰ στὸ διήγημα τοῦ Παπαδιαμάντη Φλώρα ἢ Λάβρα. Ἔχω διαβάσει πολλὲς φορὲς αὐτὲς τὶς τέσσερις σελίδες. Ὁ Παπαδιαμάντης, γεροντοποιὸς πιὰ (κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Μητσάκη), κάνει περίπατο, κατὰ τὸ σούρουπο, στὴ Μεγάλη Ἀμμουδιά, τέσσερα χρόνια πρὶν πεθάνει. Περίπατος παρὰ θίν᾿ ἀλός, λοιπόν, μὲ τὸν ὁποῖον οὐσιαστικὰ ἀποχαιρετᾷ τὸν τόπο. Μὲ γαλήνια πίκρα θυμᾶται τὰ ἀντίστοιχα βραδινά, τότε ποὺ (εἰς τὸ ἔαρ τοῦ βίου του) ἐρχόταν ἐδῶ. Ὅλα, φυσικά, ἔχουν τώρα ἀλλάξει. Ἀνέρχεται ἕνα δρομίσκον, καὶ χάνεται μέσα στὸ ἄλσος τῶν σχοίνων καὶ τῶν μυρσινῶν. «Ἡ πόλις δὲν μᾶς καλεῖ. Ἡ ἐρημία δὲν μᾶς διώκει», λέει εἰς ἑαυτόν. Βλέπει, τότε, ἀπὸ ψηλὰ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ τόπου καὶ μελαγχολεῖ. «Ὤ, κοιμητήριον», ψιθυρίζει.

Μέσα στὴν ἄκρα ἐρημία, βαθεῖα σκιὰ ἁπλοῦται. Ἐξαίφνης, μέσα ἀπὸ ἐρείπιον ἀγροτικῆς οἰκίας, ἐξῆλθε μία ὄψις γραίας. Μία ἀπὸ τὶς ἀμέτρητες γραῖες τοῦ Παπαδιαμάντη, πάμπτωχη καὶ παντέρημη. Ὁ διάλογος ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν ὑπερβαίνει τὶς δυὸ ἀράδες, καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους καὶ ἀρτιότερους τοῦ Παπαδιαμάντη:

- Βρίσκεσαι ἀκόμη, γριὰ Φλώρα; τῆς εἶπα ὡς ἐν ἐκστάσει.
- Δὲν μὲ λένε πλέον Φλώρα, παιδάκι μου, ἀπήντησε, μὲ λένε Λάβρα.

Λάβρα; Λαύρα; Φλώρα, ἢ Λάβρα;

Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσω στὸ σημεῖο αὐτὸ τοῦ διηγήματος χωρὶς νὰ συγκινηθῶ μέχρι δακρύων.

Ἐξ ἄλλου ἀντιλαμβάνομαι, τώρα πιά, πὼς γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαθέτουμε τὸ ἀπαραίτητο ἔνδυμα. Αὐτός, ποὺ τριγυρνοῦσε ρακένδυτος, ἐπιχείρησε (ἐπὶ ματαίῳ, καθὼς ἀπέδειξαν μὲ τὰ λόγια τους μερικοὶ ἐπίσημοι γραμματικοί), νὰ μᾶς προειδοποιήσει:

Μερικοὶ λένε, πὼς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινεν ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ βασιλόπουλου, ποὺ ἔλυωσε, σβήστηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦσαν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας.


2. «Μετ᾿ ἐξοικονομήσεως…»

ΕΓΡΑΦΑ* τὴν 22 (Σεπτεμβρίου 1874) ὅτι τὴν 29 ἢ 30 νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ ταχυδρομεῖον διὰ νὰ λάβῃ) ἐπιστολὴν μετ᾿ ἐξοικονομήσεως. Τὴν 25 Σεπτεμβρίου τῷ ἔγραψᾳ κλείσας καὶ δεκάδραχμον.

Ὁ πατὴρ
+ Σακελλίων Ἀδαμάντιος Ἐμμανουήλ

Ἀθῆναι, 18 Αὐγούστου 1889.

*
* *

Σεβαστέ μου πάτερ,

[...]

Εὑρίσκομαι χωρὶς λεπτόν, διότι ἐπλήρωσα τὰ χρέη μου καὶ ἔκαμα ροῦχα. Ἀλλὰ ἂν τυχὸν ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ λεπτά, παρακαλῶ τὸν κ. Ἀλέξ. Μωραϊτίδην, ὃν ἀσπάζομαι, νὰ σὰς δώσῃ πενήντα δραχμάς, καὶ ἅμα ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας τάχιστα, σὺν Θεῷ, θὰ τῷ τὰς ἀποδώσω.

Ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν σας καὶ τῆς μητρός,
ὁ υἱός σας Ἀλέξανδρος

*
* *

Ἐν Σκιάθῳ τῇ 19 Σεπτεμβρίου 1893.

Υἱέ μου Ἀλέξανδρε,

Μὲ τὸν Ἀλέξανδρον Μωραϊτίδην σοῦ ἐστήλαμαι 3 φανέλας τώρα δὲ μὲ τὸν ἐξάδελφόν μας Σ. Οἰκονόμου νὰ λάβῃς τρία ὑποκάμησα τῆς κόλας καὶ τρία ἐσώβρακα, καὶ ἀργότερα θὰ σοῦ στήλομαι καὶ ἄλλα πέντε τὰ τρία τῆς κόλας καὶ δυὸ νυχτικὰ καὶ μὲ ὑγίειαν νὰ τὰ χαλάσῃς...

σὲ εὔχομαι καὶ μένω
ἡ μήτηρ σου Ἀγγελικὴ Ἀδαμαντίου Οἰκονόμου

*
* *

Καίτοι μὲ ἀπωθοῦν, γενικά, οἱ ἐπιστολὲς τῶν ἐπιφανῶν (ἡ πόζα τους, ἡ κατασκευή, ἡ πεποιημένη ὑστεροφημία, οἱ γλυκανάλατες ἐκφράσεις, οἱ εὐγενικές, γενικόλογες καὶ κενὲς ρήσεις, ἡ ψευτιὰ ποὺ κουβαλᾶνε), μὲ συγκλονίζει ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τοὺς γονεῖς του. Βλέπουμε ἐναργέστατα σ᾿ αὐτὴν μιὰ δραματικὴ συνιστῶσα τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου, τὴ στέρηση. Ὅταν ὁ παπα-Ἀδαμάντιος ἐξοικονομεῖ ἕνα δεκάδραχμο καὶ τὸ «ἐγκλείει» στὸ γράμμα του πρὸς τὸν Ἀλέξανδρο, ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἀκόμη 23 ἐτῶν —ἀλλὰ ὅταν ὁ τελευταῖος γράφει ὅτι «βρίσκομαι χωρὶς λεπτόν» καὶ νὰ παρακαλέσουν τὸν Μωραϊτίδη γιὰ δανεικά, ἔχει ἤδη πατήσει τὰ 38—, ὅταν, δέ, ἡ μάνα του τοῦ στέλνει ἀπὸ τὸ νησὶ πουκάμισα, φανέλες καὶ σώβρακα, ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει καβατζάρει τὰ 42, καὶ μᾶλλον περιφέρεται μὲ τὸ παλτὸ ποὺ τοῦ ἔστειλε ἀπὸ τὸ Λονδίνο (ἀποφόρι του, πάντως) ὁ Ἀλέξανδρος Πάλλης. Τὸ περίφημο ἐκεῖνο παλτό, ἀρκετὰ τριμμένο, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης προσάρμοζε ἐπάνω του μὲ παραμάνες...

Μὲ ταξιδιῶτες, συγγενεῖς, φίλους, ἢ τὸν τροφοδότη τοῦ πλοίου «Πανελλήνιον», ὁ παπὰς στέλνει στὸν Ἀλέξανδρο ὅ,τι καταφέρνει καὶ ἐξοικονομεῖ, τὰ σημειώνει δὲ μὲ κάθε ἐπιμέλεια. Χρήματα, «τσοράπια μάλλινα», «κυδώνια ἐντὸς κοφινίου», «δυὸ ἐσώβρακα ἄσπρα», «ὀκταπόδιον ὀκὰ 1.275», «36 αὐγὰ βαμμένα», «ὀλίγα σῦκα», «ἀστακοουρές», «δυὸ ζεύγη κάλτσες βαμβακερές», κ.ο.κ. Πίσω ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴ συνεχῆ φροντίδα, δὲν εἶναι καθόλου δύσκολο νὰ φαντασθοῦμε τὴ διαρκῆ ἀγωνία τῆς παπαδιᾶς.

Καὶ ὁ Παπαδιαμάντης; «Ὁ πάτερ Γεράσιμος μικρὰ μοῦ ἔδωκε διὰ τὸν ὀκτώβριον (20 δρχ.), μὲ ἐκράτησε δὲ καθ᾿ ὅλον τὸν μῆνα ἕως 15 φορὰς καὶ συνεφάγομεν καὶ τοῦτο οἰκονομία εἶναι», τοὺς πληροφορεῖ. «Ὀμπρέλλαν διὰ τὸν Γεώργιον δὲν δύναμαι νὰ στείλω, διότι δὲν μοῦ ἔμειναν χρήματα, καὶ ἐγὼ δὲ αὐτὸς ἔχω ἀνάγκην ὄμπρελλας». «Τὸ γραμμάτιόν μας τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων δὲν τὸ ἐκερδήσαμεν». «Τὸ βάζον τῆς κινίνης, ὅπερ σᾶς ἀποστέλλω, ἐπλήρωσα δραχμ. 9». «Στείλατέ μοι τὰ ἔξοδά μου, καὶ ἔρχομαι χωρὶς ἄλλο».

Μὲ τὶς (ἐλάχιστες) ἀγορές, ποὺ τοῦ παραγγέλνει ὁ παπα-Ἀδαμάντιος, δὲν φαίνεται νὰ τὰ πολυκαταφέρνει. Μὲ τὸ καλυμμαύχι, ποὺ ὁ παπὰς τοῦ ἔγραψε νὰ τοῦ ἀγοράσει (ἀφοῦ ἔπεμψεν ἐξοικονόμησιν), τὰ πράγματα πῆγαν καλά. Ἀλλὰ μὲ τὰ παπούτσια... «Ἔλαβον καὶ τὰ παπούτσια», γράφει στὸν Παπαδιαμάντη, «τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθην ἐξ ἀνάγκης. Εἶναι δὲ σχήματος γυναικείου, στενὰ καὶ ἀβαθῆ, καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ ἐπάνω μέρους τοῦ ποδός μου ἀσκέπαστον».

Ἡ παντὸς εἴδους στέρηση τὸν συνόδευε διὰ βίου. Στὰ διηγήματά του συναντᾶμε πολλὰ ἀπὸ ὅσα λαχταράει — «ἐχίνους καὶ στρείδια, ἀστακοὺς μαγειρευτούς με μάραθα», τὰ γλυκύτατα καὶ συναρπαστικὰ «φουσκάκια» (τοὺς λουκουμάδες), μέχρι ὅλα ἐκεῖνα ποὺ «δὲν ἦτο εἰμαρμένον» νὰ γευθεῖ: «τρεῖς γυναῖκες γυμναί, ὁλόγυμναι», «τὸ εὔκολπον καὶ γλαφυρὸν στῆθος της» κ.ὁ.κ. Τὸ 1909, «γεροντοποιός» ἤδη (ἐτῶν 58...), δυὸ χρόνια πρὶν πεθάνει, βρίσκεται στὴ Σκιάθο. Κάνει περιπάτους, κατὰ τὸ σούρουπο καί, μελαγχολικῶς, ἐγκαταλείπεται στὸν γενέθλιο χῶρο. Ξαφνικά, Μάιο μῆνα, κάνει τὴν ἐμφάνισή του στὸ νησὶ ὁ Ἀνδρέας Καρκαβίτσας, «μὲ τὴν Στρατολογικὴν Ἐπιτροπήν». Μποροῦμε εὔκολα νὰ φανταστοῦμε τὴ δοκιμασία τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὁ Καρκαβίτσας εἶναι μόνιμος ὑπίατρος, τότε, διαθέτουμε δὲ καὶ φωτογραφία του μὲ τὴν ἐπίσημη, μπλὲ στολὴ τῆς ἐποχῆς. Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν νομάρχη, βγαίνουν στὴν ἀγορὰ καὶ ἀναζητοῦν τὸν Παπαδιαμάντη. Ὁ Παπαδιαμάντης, φορώντας τὸ αἰώνιο πανωφόρι του, ἀκουμπᾷ στὸν λιγδιασμένο παραστάτη ἑνὸς μαγαζιοῦ. Τοὺς βλέπει, καὶ κρύβει τὸ κεφάλι του. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα ἀποφασίζει νὰ βγεῖ. Βαδίζει πρὸς τὸν Καρκαβίτσα καὶ μόλις τὸν πλησιάσει ἀρχίζει καὶ κλαίει... Χαιρετιοῦνται καὶ ὕστερα τὸ βάζει στὰ πόδια, λέγοντάς του: «Τί εἶμαι ἐγώ; Δὲν ἔπρεπε καὶ νὰ ῾ρθῶ νὰ σὲ χαιρετήσω μάλιστα. Πῶς νά ῾ρθῶ ἐγὼ σὲ τέτοια συντροφιά;».

Παρέθεσα, μὲ δάνεια στοιχεῖα,** ὅλα αὐτὰ τὰ ἄκρως μελαγχολικὰ (σπαραξικάρδια, θὰ τὰ ἔλεγαν οἱ μεγαλόσχημοι βολεμένοι), γιατὶ πιστεύω ὅτι ἡ εἴσοδος στὸν κόσμο τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπαιτεῖ καὶ μία ψυχικὴ προετοιμασία — κάποιο εἶδος νηστείας καὶ προσευχῆς. Εἶναι ἕνας κόσμος ποὺ ἐκ προοιμίου ἀποκλείει κάθε μορφὴ ἀλαζονείας: ὁ ἀναγνώστης εἰσέρχεται χάριν ταπεινώσεως...

* Παπαδιαμάντης Ἀλ., Ἀλληλογραφία, Ὀδυσσέας, Ἀθῆνα 1981.

** Βαλέτας Γ., Παπαδιαμάντης, Ἡ ζωὴ -τὸ ἔργο - ἡ ἐποχή του, Σ. Δημητράκος, Ἀθῆνα 1955.


3. Ἀναφορὰ στὸ χιοῦμορ τοῦ Παπαδιαμάντη

Τὸν διακρίνει φυσικότης καὶ ἀφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐξαίρει ἀττικίζουσα χάρις, ἁπλὴ μελαγχολία, τῆς ὁποίας τὰ ἐλαφρὰ σύννεφα φωτίζει ὁ ἥλιος φιλομειδοῦς εἰρωνείας.
Δ. Κακλαμάνος, «Ὁμιλία», 1908
(Ἐφημερὶς «Νέα Ζωή»)

ΕΙΘΙΣΤΑΙ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ ὅτι οἱ Ἕλληνες, ὡς λαός, στερούμεθα χιοῦμορ. Μὲ τὴ μυστηριώδη δέ, ἱκανότητα ποὺ διαθέτουμε, νὰ ἐμφανίζουμε δηλαδὴ σετάκι τὰ πλέον ἑτερόκλητα καὶ ἀναπόδεικτα πράγματα, καθιερώσαμε ὡς ὁρισμὸ τοῦ χιοῦμορ τὸ ἀντίθετο τῆς σοβαρότητος! Ὁ πανικός, ποὺ προκαλεῖ αὐτὴ ἡ καθεστηκυία ἄποψη, εἶναι τόσο μεγάλος, ὥστε σπανίως διανοεῖται κάποιος, ὁ ὁποῖος κήδεται τῆς σοβαρότητός του, νὰ ἀποτολμήσει κάποιο ἀστεῖο, ἕνα λογοπαίγνιο, ἢ ἕνα καλαμπούρι.

Καὶ ὅμως τὸ λογοπαίγνιο, τὸ ἀστεῖο, τὸ καλαμπούρι, ἡ πλάκα, ἀποτελοῦν σχεδὸν ἐθνικὰ χαρακτηριστικά μας... Τότε, πῶς ἑρμηνεύεται αὐτὴ ἡ ἐπίσημη στάση; Νομίζω ὅτι ἡ λυδία λίθος κρύβεται ἀκριβῶς ὑπὸ τὶς μοιραῖες αὐτὲς λέξεις: ἐπίσημη, ἐπίσημος, καὶ σοβαρότης. Θὰ μποροῦσε νὰ λεχθεῖ, μὲ ἱκανὲς φιλοδοξίες ἀφορισμοῦ, ὅτι οἱ Ἕλληνες στεροῦνται χιοῦμορ ἅπαξ καὶ καταστοῦν ἐπίσημοι. Ὁλόκληρη ἡ γραμματολογία μας ἀποδεικνύει ὅτι, σὲ κάθε ἐποχή, διαθέτουμε ἐξαίρετους χιουμορίστες! Στενεύοντας ἀπελπιστικὰ τὸ χρονικὸ καὶ εἰδολογικὸ πλαίσιο, βλέπουμε μία λαμπρὴ πλειάδα συγγραφέων (καὶ ἐν γένει δημιουργῶν), νὰ μᾶς παραδίδουν ἐξαίρετα ἔργα, μὲ βασικὸ στοιχεῖο τὸ χιοῦμορ. Μεταξὺ τοῦ Ροΐδη καὶ τοῦ Σκαρίμπα, ποὺ συνήθως μνημονεύουμε, κινεῖται ἕνας ὁλόκληρος κόσμος: ὁ Μπάμπης Ἄννινος, ὁ Στάμ. Στάμ., ὁ Δημήτρης Ψαθᾶς, ὁ Μπόστ., ὁ Μίνως Ἀργυράκης, ὁ Ἀνακρέων Καναβάκης, ὁ Νάσος Θεοφίλου, κ.ἄ.π. Τοὺς περισσότερους τοὺς ἀγνοοῦμε, ἁπλῶς γιατὶ δὲν τολμοῦμε νὰ τοὺς γνωρίσουμε ὡς μὴ σοβαροὺς (ἀπὸ τὸν κανόνα δὲν γλίτωσε οὔτε ὁ Σκαρίμπας — ἀντιθέτως μάλιστα!), ἀπαιτεῖται δὲ καὶ κάποια δόσις θάρρους, γιὰ νὰ ποιήσουμε καὶ ἁπλή, ἔστω, μνεία ὁρισμένων...

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στὰ διηγήματά του, κάνει συχνὴ καὶ ἄγρια χρήση τοῦ χιοῦμορ — καὶ θὰ δοῦμε γιατί. Καὶ ὅμως, σὲ ὁλόκληρη τὴν παπαδιαμαντικὴ βιβλιογραφία βρίσκουμε οὐσιαστικὰ ἕνα μόνο ἄρθρο μὲ τίτλο «Τὸ χιοῦμορ τοῦ Παπαδιαμάντη». Ἐγράφη τὸ 1919 ἀπὸ τὸν Στέφανο Δάφνη, καὶ δημοσιεύτηκε σὲ τρεῖς συνέχειες στὸ περιοδικὸ Βωμός.

Βρῆκα κατόπιν ἑορτῆς, δηλαδὴ μετὰ τὴ δημοσίευση τῆς πρώτης μορφῆς τοῦ παρόντος ἄρθρου στὸ περιοδικὸ Γιατί, τὸ κείμενο ἐκεῖνο τοῦ Στέφανου Δάφνη στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη: ἡ ἔκδοση Βαλέτα παραπέμπει, λόγω τυπογραφικοῦ προφανῶς λάθους, στὸ τεῦχος 81 τοῦ Βωμοῦ. Τελικῶς ἀπεδείχθη ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ τεῦχος 8.

Ὁ Στέφανος Δάφνης σημειώνει, ἐκεῖ, μεταξὺ ἄλλων:

Τὸ ἀβίαστο χιουμοριστικὸ πνεῦμα τοῦ Παπαδιαμάντη φαίνεται περισσότερο στὸν διάλογο, ποὺ εἶναι στολισμένος πότε μὲ μίαν ἀλαφριὰν εἰρωνία, πότε μὲ κανέναν πλάγιο ξιφισμό, καμμιὰ φορὰ ὅμως μὲ κάποια φράση ποὺ εἶναι τόσο πρόχειρες στὴ λαϊκὴ κουβέντα.

Προφανῶς ὁ Στέφανος Δάφνης δὲν λησμόνησε τὴ νησιωτικὴ καταγωγὴ τοῦ Παπαδιαμάντη — εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἀποκλειστικῶς ἀπέδωσεν ὅ,τι ἀπεκάλεσε «Εὔθυμον πνεῦμα» τοῦ τελευταίου.

Κανένα ἀπὸ τὰ ἀφηγηματικὰ στοιχεῖα τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν εἶναι ἁπλό: τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ χιοῦμορ, ποὺ παρουσιάζει ἐξαιρετικὲς διακυμάνσεις, ἢ καὶ δυσκολίες. Ἄλλοτε εἶναι εὔκολο, ἀβίαστο, προσιτό, καλοπροαίρετο —ἄλλοτε σκοτεινό, ἑρμητικό, συγκεκαλυμμένο, ὑπόγειο, σαρκαστικό. Πόσο ἀθῴα, π.χ., εἶναι ἡ φράση ἀπὸ τὴν συγκινητικὴ Σταχομαζώχτρα:

Τὸν Ἰούνιον, κατ᾿ ἔτος, ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον, ἔπλεεν ὑπερπόντιος, καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν;

Ἤ, γιατὶ στὸν τραγικὸ Νεκρὸ ταξιδιώτη σκοντάφτουμε αἴφνης στὴ φράση:

Διαπόντιος νεκρός, χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ ὑποβρύχιος;

Ὁλόκληρο τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη βρίθει κυριολεκτικὰ ἀπὸ φράσεις καὶ ἐκφράσεις, ὅπου τὸ χιοῦμορ παίζει βασικὸ ρόλο ὄχι γιὰ τὴ δημιουργία κάποιου ὕφους (ἤ, ἑνὸς «εὔθυμου πνεύματος» ἁπλῶς), ἀλλὰ γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ λειτουργία τοῦ κειμένου. Δηλαδή, τὸ χιοῦμορ ἀποτελεῖ περίοπτο ἀφηγηματικὸ στοιχεῖο στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ χιοῦμορ, ἡ εἰρωνεία, ὁ σαρκασμὸς συνιστοῦν ὅπλα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Παπαδιαμάντης ἄσκησε τὴν (ὀξύτατη) κοινωνικὴ κριτική του - τὴν πολιτική του κριτική.

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ (καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή...) εἶναι χαρακτηριστικὰ πολλὰ διηγήματά του. Χάριν οἰκονομίας, θὰ περιοριστῶ σὲ δυὸ μόνον:

Μὲ τὸν καιρόν, ὅταν ἐμεγάλωσεν ἡ κόρη —ἦτο κομψή, χλωμή, καὶ ὀνειρώδης— ἀνάγκη πάσα νὰ τὴν ἐμβάσουν εἰς τὸν κόσμον διὰ τῆς μεγάλης θύρας. Τῆς ἐπῆραν δασκάλαν στὸ πιάνο, στὰ γαλλικά. Κάτι ἔμαθεν ἡ κόρη νὰ τραγουδίζῃ καὶ νὰ βομβῇ, ἀκόμα καὶ τὸν ῾Χόρ-χόρ-ἀγᾶν᾿. Τέλος ἔπρεπε νὰ τὴν ὑπανδρεύσουν, νὰ τῆς ἀγοράσουν δηλαδὴ σύζυγον. Ἢ ἕνα στρατιωτικὸν ἀπὸ ἱστορικὴν οἰκογένειαν, ἢ ἕνα πολιτευόμενον μὲ μέλλον. Εἰς τί θὰ ἐχρησίμευεν ἡ προίξ, ἐὰν δὲν θὰ εἶχεν ὁ ἄνθρωπος νὰ βαπτίζῃ ὅλα τὰ χωριατόπουλα, καὶ νὰ στεφανώνῃ ὅλα τὰ ἀνδρόγυνα, διὰ νὰ κάμῃ κουμπάρους καὶ κομματάρχας; Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ γίνονται μὲ κουμπαριὲς κ᾿ ἐνίοτε μὲ κουμπουριές.
(῾Μεγαλείων ὀψώνια᾿)

Πραγματικὸ ὀρυχεῖο ἀναλόγων παραθεμάτων εἶναι τὸ διήγημα Οἱ Χαλασοχώρηδες — ποὺ δὲν ἀποτελεῖ, ἐννοεῖται, παρὰ μία ὀξύτατη καταγγελία:

καὶ διωρίζετο κατ᾿ ἐκλογὴν ἰδίως εἰς τὰς βουτυροφόρους ἐπαρχίας...

ὃ βέβαιον εἶναι ὅτι, κατά τινα χύσιν παρασήμων...

εἰς τὸν ἐπιτήδειον περὶ τὸν ἐξαρρενισμὸν τῶν θηλέων χασάπην...

ὁ κήρυξ ἐπανέλαβε διὰ τὸν τύπον τρίς, χύμα καὶ μὲ νυσταγμένην φωνήν...

Ὁ κατάλογος εἶναι ἀτελείωτος... Ἡ Δασκαλομάννα, τὰ Φῶτα –Ὁλόφωτα, Ἡ Συντέκνισσα, τὸ Ἄλλος τύπος, Ἡ φωνὴ τοῦ Δράκου, τὸ Δημαρχίνα νύφη, Ὁ Πεντάρφανος, Ὁ χορὸς εἰς τοῦ κ. Περιάνδρου, τὸ Ἔρως-ἥρως, τὸ Χωρὶς στεφάνι, Τ᾿ μπούφ᾿ τοῦ π᾿λί, Ἡ Φαρμακολύτρια, Ἡ Ἄκληρη, Ἡ Μαούτα, Τὸ κουκούλωμα, τὸ Νεκράνθεμα εἰς τὴν μνήμην των, Ἡ Πεποικιλμένη, τὸ Ἀποκριάτικη νυχτιά, τὸ Βαρδιάνος στὰ σπόρκα κτλ. κτλ., μᾶς ἀποκαλύπτουν εὐχερέστατα (καὶ ἐναργέστατα) μία ἀκόμη διάσταση τῆς τέχνης (καὶ τῆς τεχνικῆς) τοῦ Παπαδιαμάντη. Γι᾿ αὐτὸ μὲ ἄφησε πλήρη ἀποριῶν ἡ φράση τοῦ Παν. Μουλλᾶ στὸ Ἁλ. Παπαδιαμάντης Αὐτοβιογραφούμενος: «Ἡ σκέψη τοῦ συγγραφέα μας, γεμάτη κοινοὺς τόπους, ἐλάχιστα μαρτυρεῖ τὸν ἄνθρωπο ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ δικό του μυαλὸ· τὰ ψυχρά του λογοπαίγνια δὲν προδίδουν μία ἰδιαίτερη αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ...».

Ὑποβοηθητικὸ στοιχεῖο, καὶ πάντως συναφὲς πρὸς τὸ χιοῦμορ, ἀποτελοῦν καὶ οἱ, συγκεκαλυμμένες συνήθως, βωμολοχίες τοῦ Παπαδιαμάντη. Πολλὲς φορὲς ἐκφέρονται εὐθέως:

καὶ κατόπιν ἐπείραξε μίαν χήραν ῾ἀπασσάλωτην᾿.
(Οἱ Χαλασοχώρηδες)

Ὄχι σπανίως, ὅμως, ὁ συγγραφέας προτιμάει ἔμμεσους τρόπους — καί, συνήθως, καταφεύγει σὲ ᾄσματα δημοτικά, ἢ καὶ τῆς ἐποχῆς:

Ἀσπροκολοβολοῦσα μου, καὶ ἄσπρη σὰν τὸ γάλα, σένα σου πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.
(Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι)

Μνημονεύω, ἐπίσης, τὴν ἔνταξη στὰ παπαδιαμαντικὰ κείμενα ἀποσπασμάτων ἀπὸ τραγούδια. Τὰ παραθέματα αὐτὰ ἐπιφορτίζονται μὲ ποικίλες λειτουργίες —ἀπὸ τὶς ὁποῖες πιὸ συχνὴ εἶναι ἡ ὑποστήριξη ἑνὸς συγκεκριμένου κλίματος, σὲ ἕνα δεδομένο διήγημα. Πολλές, ὅμως, φορὲς φαίνεται νὰ ἐκφράζουν, ἐμμέσως, λαχτάρες τοῦ ἀφηγητῆ:

τὸ νόστιμό σου τὸ κορμί,
χήρα παπαδιά!
ὅπου τὸ λαχταρίζω.
(Ἡ χήρα παπαδιά)


4. Γκιουβέτσια καὶ ἄλλα στὸν Παπαδιαμάντη

Τὸ διήγημα θριαμβεύει· ὄχι πλέον ἀναγέννησις,
ἀλλὰ ἡ γέννησις τοῦ ἑλληνικοῦ διηγήματος
ἐτελέσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
Κ. Παλαμᾶς (1892)

Ἀργότερα, αὐτὰ ποὺ ὀνομάζουμε διηγήματα,
εἶναι σύντομες συνήθως ἀφηγήσεις, ὅπου
περιγράφεται μία στιγμὴ τῆς ζωῆς ἑνὸς ἀνθρώπου,
ἢ δίνονται χαρακτηριστικὰ ἐπεισόδια ψυχογραφίας καὶ ἠθογραφίας.
Κάποτε τὸ σύνολο ἀπαρτίζεται ἀπὸ μία περιγραφή.
[Κ. Θ. Δημαρᾶς, Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἴκαρος, Ἀθῆνα 1985]

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ κατὰ τὴν περίοδο τῆς λαμπρᾶς ἀκμῆς τοῦ (περίοδο γιὰ τὴν ὁποία, ἐκπρόσωπος τῆς γενιᾶς τοῦ ῾30, μίλησε ἀνερυθριάστως γιὰ προϋπάρχον κενό...), στηρίζεται σχεδὸν στὸ σύνολό του στὴν τεχνική της περιγραφῆς. Ἡ τεχνικὴ αὐτή, ποὺ συνήθως ἐκμεταλλεύεται τὴ λειτουργία τῆς μνήμης, ὁδήγησε τὸ ἑλληνικὸ διήγημα σὲ κορυφαία ἐπιτεύγματα — ἀλλά, ταυτοχρόνως, συνέβαλε σὲ παρερμηνεῖες καὶ παρανοήσεις ἀπὸ κοντόθωρους καὶ μίζερους γραμματικούς, οἱ ὁποῖοι τελικῶς διέβαλαν τοὺς κορυφαίους καὶ πιὸ γνήσιους ἐκπροσώπους αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοῦ ἀφηγηματικοῦ λόγου.

Ἡ μεθοδολογία τῆς περιγραφῆς (δηλαδή, οὐσιαστικά, ἡ πραγματογνωσία) ἐπέτρεψε στοὺς ἕλληνες διηγηματογράφους νὰ οἰκοδομήσουν ἕνα στέρεο, πειστικὸ καὶ εὐχερῶς ἀναγνωρίσιμο χῶρο, ἀπὸ ὅπου τὰ πρόσωπα δὲν προκύπτουν αὐθαίρετα καὶ ἀδέξια ἀπὸ κάποιον ὡς ἀπὸ μηχανῆς θεό, ἀλλὰ ἀναδύονται φυσικότατα καὶ θάλλουν, μέχρις ὅτου ἀναχθοῦν σὲ πρόσωπα τοῦ μύθου. Μέχρις ὅτου, δηλαδή, ὑπερβοῦν τὴν ἀρχικὴ ὑπόστασή τους, τὴν ἀποβάλουν καὶ καταστοῦν ἥρωες. Ὁ χῶρος τοὺς παρακολουθεῖ: λειτουργεῖ προϊόντως ἐπέκεινα τῆς ἀρχικῆς περιγραφῆς, καθιστάμενος τελικὰ ἕνας χῶρος ποιητικὸς -ἕνας χῶρος ἰδιαίτερης μαγείας.

Οἱ μεγάλες καί, κυρίως, οἱ πολλαπλὲς δυνατότητες τῆς περιγραφῆς, δὲν ἔγιναν πάντα ἀντιληπτὲς κατὰ τὴν ἀποτίμηση τοῦ ἔργου τῶν διηγηματογράφων μας. Ἴσως αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύσει γιατὶ στεγνοὶ καὶ κόρδακες γραμματικοὶ ἔπνιξαν, κυριολεκτικά, τὴ νεοελληνικὴ λογοτεχνία μέσα σὲ αὐθαίρετα καὶ ἰσοπεδωτικὰ φιλολογικὰ σχήματα. Τὶς περισσότερες φορὲς δὲν ἀντελήφθησαν οὔτε κἂν τὸ ἄλλοθι τῆς περιγραφῆς — ἐνῷ ἐπιμόνως τοὺς διέφευγαν καὶ ἡ διαστολὴ τοῦ χώρου καὶ ἡ ἀναγωγὴ τῶν προσώπων. Ξεμπέρδεψαν, ταυτίζοντας τὴν περιγραφὴ μὲ λαογραφικὲς καὶ ἠθογραφικὲς καταγραφὲς (ἐνίοτε, κάπως μεγαλόψυχα, ἀναγνωρίζουν κατὰ παραχώρησιν καὶ ψυχογραφικὲς ἀρετές), προσάπτοντας, ἐν εἴδει κάποιας ἀόριστης καί, πάντως, ἀφ᾿ ὑψηλοῦ μομφῆς, τὴν κατηγορία (ἡ λέξη μὲ τὴ διπλή της ἔννοια...) τοῦ ἠθογράφου σὲ ὅλους συλλήβδην τοὺς ἐξέχοντες δημιουργούς.

Οἱ ἐκτιμητὲς αὐτοί, ἀδυνατώντας νὰ ἐννοήσουν τὴν ὑπερβατικὴ ταύτιση τῶν ἀφηγηματικῶν πρὸς τὰ δραματικὰ στοιχεῖα, κατέληξαν σὲ ἀρνητικὲς καὶ ἄθλιες ἀποτιμήσεις τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη,(1) τοῦ Μωραϊτίδη, τοῦ Θεοτόκη, τοῦ Βικέλα(2) καὶ πλείστων ἄλλων πεζογράφων μας. Ἡ κατάρα γιὰ τὰ γράμματά μας ἔγκειται στὸ γεγονός, ὅτι αὐτὲς οἱ ἀρνητικὲς ἀποφάνσεις κυκλοφοροῦν καὶ ἀναπαράγονται συνεχῶς μέχρι τῶν ἡμερῶν μας — καὶ μάλιστα μὲ ἔνδυμα οἰονεὶ ἐπίσημο καὶ μάλιστα χωρίς, μέχρι τώρα, ἀνάλογο ἀντίλογο.

Ἡ κριτικὴ προσέγγιση, ἀκόμη καὶ ἡ αἰσθητική, τοῦ ἔργου τόσων λαμπρῶν δημιουργῶν, διέπεται καὶ ἀπὸ ἕνα σύνδρομο πρωταθλητισμοῦ — πιὸ «ὠχρὸς» ὁ Μωραϊτίδης ἔναντι τοῦ Παπαδιαμάντη κ.ο.κ. Χάνουμε ἔτσι τὴν εὐκαιρία νὰ δοῦμε πῶς λειτουργεῖ ἡ ἴδια τεχνικὴ στοὺς δυὸ πεζογράφους ποὺ μόλις ἀναφέρθηκαν, δεδομένου ὅτι καὶ οἱ δυὸ περιγράφουν (ὅσο περιγράφουν...(3) τὸν αὐτὸ χῶρο, στὸν αὐτὸ χρόνο καὶ τοὺς ἴδιους πάνω-κάτω ἀνθρώπους.

Ἂς δοῦμε, π.χ., Τὰ ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια τοῦ Παπαδιαμάντη, ἔργο τοῦ 1907, ἡ δράση τοῦ ὁποίου διέρχεται καὶ μέσῳ ἑνὸς ἐλαιοτριβείου. Τὸ ἐλαιοτριβεῖο, στὴ συγκεκριμένη αὐτὴ περίπτωση, δὲν παίζει κανένα ἰδιαίτερο ρόλο οὔτε στὴν ἀνάπτυξη τῆς ἱστορίας οὔτε στὴν ἐξέλιξη τῶν ἡρῴων: ὁ Παπαδιαμάντης σχεδὸν τὸ ἀντιπαρέρχεται. Ἡ περιγραφὴ τοῦ εἶναι στοιχειώδης, χθαμαλή, μετὰ βίας ἰχνογραφεῖται ὁ χῶρος.

Ἀντιθέτως στὸ διήγημα τοῦ Μωραϊτίδη Ὁ δεκατιστὴς (1894), ἥρωας εἶναι ἕνας φορατζὴς ἐλαιοκάρπου. Ἡ περιγραφὴ τοῦ ἐλαιοτριβείου, χώρου ὅπου ὁ δεκατιστὴς ἀσκεῖ κατ᾿ ἐξοχὴν τὸ εἰδεχθές του ἔργο, καταλαμβάνει μεγάλη ἔκταση στὸν Μωραϊτίδη — καί, φυσικά, ὄχι γιὰ νὰ διασώσει τὰ ἤθη τῆς ἐποχῆς... Οἱ λεπτομέρειες εἶναι συναρπαστικές, μιὰ ποιητικότατη διάθεση διατρέχει τὶς σελίδες του, ὥστε τὸ κείμενο νὰ λειτουργεῖ ἄκρως ὑποβλητικά.

Ἀνάλογες, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἀντίστροφες παρατηρήσεις μποροῦν νὰ γίνουν μὲ τὴν περιγραφὴ τοῦ ταρσανὰ τῆς νήσου: στὸ διήγημα Ὁλόγυρα στὴ λίμνη, ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς προσφέρει, ἀνεπανάληπτες σελίδες τῆς ναυπηγήσεως καί, ἰδίως, τῆς καθελκύσεως τοῦ μεγάλου σκάφους -ἀφοῦ, τὴν τελευταία αὐτὴ σκηνή, θὰ ἐπιστέψει, ἀκριβῶς ἡ ἡρωίδα τῆς μυθιστορίας.

Στὴ διηγηματογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ἀπίστευτος ὁ πλοῦτος τῶν πραγμάτων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὅσων περιγράφονται εἶναι ἐλάχιστος -ἀλλὰ ὁ ἀφηγηματικὸς χῶρος πολλαπλασιάζει καὶ διαστέλλει τὰ πράγματα. Στὸν ἀναγνώστη, πάντως, προκαλοῦν ἰδιαίτερη ἐντύπωση οἱ συχνὲς καὶ ἐπίμονες ἀναφορὲς σὲ φαγητά, γραμμένες μάλιστα μὲ ἰδιαίτερη τρυφερότητα.

Ἄγρια λάχανα, τυρόπιττες, περσικὸ πιλάφι, σοῦβλες, νεφραμιές, γουρουνοποῦλες, χοιρίδιον παραγεμιστόν, σπληνάντερα, κοκορέτσι (ὡς προφταστήρια, ἢ ψυχόσιαγμα...), χέλι ψητὸν μετὰ φύλλων δάφνης στὴ σοῦβλα, τρυφερὰ ἐρίφια, κρίταμα, ἀρμυρήθραι, τουλουμοτύρια, ἐχῖνοι καὶ ὀστρείδια, ἀστακοὶ μαγειρευτοί με μάραθα, πετροκάβουρα, παγούρια εὔχυμα, κογχύλια, γωβιοί, λάχανα θαλασσινά, μοσχάτος οἶνος, μαστίχαι, ροῦμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, χαμαλιά, τηγανίτες, φουσκάκια, πετμέζι, ξηρὰ σῦκα, καὶ τόσα ἄλλα χάδια τῆς κοιλιᾶς, πᾶνε καὶ ἔρχονται στὶς σελίδες τῶν μυθιστοριῶν του.

Εἷς ὅμως ὑπάλληλος ἦτο πολὺ πονηρός, καὶ τὸν εἶχε καταλάβει. Φαίνεται νὰ ἦτον «Μωραΐτης». Ἀλλ᾿ ὁ μπαρμπ᾿-Ἀλέξης ταχέως τὸν ἀφώπλισεν. Ὑπὸ τὴν πρῷραν τῆς βάρκας ἔκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ἢ καὶ δαμεζάναν ὁλόκληρον, τοῦ εὑρίσκοντο δὲ καὶ κάτι ὀρεκτικὰ ἐδέσματα τῆς πατρίδος του. Μὲ μισὴ ἀστακοουρά, μὲ κανὲν καπνιστὸ κεφαλόπουλο τῆς λίμνης, μὲ ὀλίγον αὐγοτάραχον, μ᾿ ἕνα ἔγχελυν ἁλατισμένον, ὅλα προϊόντα της μικρᾶς ὡραίας νήσου, ὁ μπάρμπ᾿-Ἀλέξης ἔκαμνε τὴ δουλειά του.
(Ὁ Πανταρώτας)

Ἔμειναν σύμφωνοι νὰ ἔλθη ὁ λεμβοῦχος νὰ τοὺς δώσῃ εἴδησιν εἰς τὰς τρεῖς, διὰ νὰ ἑτοιμασθοῦν, καὶ εἰς τὰς τέσσαρας νὰ ἐκκινήσωσιν. Ὁ παπα-Φραγκούλης διέταξε νὰ τεθῶσιν εἰς σάκκους αἱ προσφοραὶ ὅσας εἶχε, καὶ τινὰ δίπυρα, καὶ εἰς δυὸ μεγάλα κλειδοπινάκια ἔθεσεν ἐλαίας καὶ χαβιάρι. Ἐγέμισε δυὸ ἑπταοκάδους φλάσκας μὲ οἶνον ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν του. Ἐτύλιξεν εἰς χαρτία δυὸ ἢ τρία ξηροχτάποδα, καί, μικρὸν κυτίον τὸ ἐγέμισεν ἰσχάδας καὶ μεγαλόρραγας σταφίδας...
[...]
Ἔφεξεν ὁ Θεὸς τὴν χαρμόσυνον ἡμέραν, καὶ οἱ αἰπόλοι ἐφιλοτιμήθησαν νὰ σφάξωσι καὶ ψήσωσι δυὸ τρυφερὰ ἐρίφια, ἐνῷ οἱ δυὸ ὑλοτόμοι εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ βουνὸν πολλὰς δωδεκάδας κοσσύφια ἁλατισμένα· καὶ ὁ καπετὰν-Κωνσταντὴς ἀνεβίβασεν ἀπὸ τὸ γολετί, τὸ ὁποῖον οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν, ὅπως ἦτο καθισμένον, ἂν δὲν ἔπνεε νότος ἀπὸ τῆς ξηρᾶς νὰ τὸ ἀπωθήσῃ πρὸς τὸ πέλαγος, ἀνεβίβασε δυὸ ἀσκοὺς γενναίου οἴνου καὶ ἓν καλάθιον μὲ αὐγὰ καὶ κασκαβάλι τῆς Αἴνου καὶ ἠμίσειαν δωδεκάδα ὄρνιθας καὶ μικρὸν βυτίον μὲ σκομβρία.
(Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο)

Ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅγιον Ἠλίαν ἅμα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἡλίου, καὶ ἀφοῦ ἐδροσίσθησαν ὑπὸ τὴν ἐξαίσιον φυλλάδα τῶν μεγαλοπρεπῶν πλατάνων καὶ ἔπιον ὕδωρ ἐκ τῆς ἀμφιλαφοὺς κρήνης, τῆς προχεούσης εἰς ὅλην τὴν μαγευτικὴν κοιλάδα τὰ διαυγῆ της νάματα, οἱ μὲν ἄλλοι ἐστρώθησαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, καὶ παρηκολούθουν μὲ βλέμμα θωπευτὸν τὸ ὁλονὲν ῥοδίζον ἀρνὶ εἰς τὴν σούβλαν, περιμένοντες ὅσον οὔπω ν᾿ ἀπολαύσωσιν ὡς «προφταστήρα» τὸ ὀρεκτικὸν κοκορέτσι, οἱ δὲ πέντε ἐκ τῆς συνοδείας ἐπέβησαν ἐκ νέου εἰς τὰ ὀνάριά των καὶ διευθύνθησαν εἰς τὸ Πρυΐ.
(Στὴν Ἁγι᾿-Ἀναστασά)

Ὁ Ἀγάλλος ἦτον περιμάχητος γαμβρός. Ὀκτὼ χρόνια, δεκαὲξ μπακλαβάδες, εἰκοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω ἀπὸ σαράντα κόττες καὶ πίττες. Καὶ ποιὸς τὰ λυπᾶται αὐτά; [...] Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ μπαρμπα-Γκιουλής, ὁ κατ᾿ ἀποκοπὴν μάγειρος ὅλων τῶν γάμων, εἶχεν ἀνάψει κάτω, εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ οἰκίσκου, δυὸ μεγάλας πυρᾶς, καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς ἀνεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας ἐντός του ὀκτάμηνον πρόβατον, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ τσιγαρίζῃ διὰ νὰ κάμῃ τὸ σύνηθες εἰς τοὺς γάμους περσικὸν πιλάφι, ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἄλλης, εὐθὺς ὡς ἔγινεν ἀνθρακιά, ἔτεινε παραλλήλους δυὸ σούβλας μὲ δυὸ ἄλλα σφαχτά. Κύπτων ἐπὶ τῶν δυὸ πυρῶν, μὲ τὴν μία χεῖρα ἐγύριζε τὴν σούβλαν, μὲ τὴν ἄλλην ἐχειρίζετο τὴν τεραστίαν κουτάλαν, δι᾿ ἧς ἀνεκάτωνε κ᾿ ἐτσιγάριζε τὸ κρέας μὲ τὰ κρόμμυα. [...] Μόλις ἤρχισε νὰ ροδοκοκκινίζῃ τὸ ψητόν, μόλις ἤρχισε νὰ μυρίζῃ προκλητικῶς τὸ τσιγαριστόν, καὶ ὁ Γκιουλής, ἀνασπάσας τὴν μάχαιραν ἀπὸ τὸ πλατὺ κίτρινον ζωνάρι του, ἤρχισε νὰ κόπτῃ γενναίους μεζέδες ἀπὸ τὰ δυὸ ψητά, καὶ διὰ τῆς κουτάλας ἔβγαζε μεγάλα κομμάτια ἀπὸ τὸ τσιγαριστόν.
(Οἱ Ἐλαφροΐσκιωτοι)

Οἱ δειγματοληπτικὲς αὐτὲς ἀναφορὲς σὲ μερικά, μόνο, ἀπὸ «τὰ χάδια τῆς κοιλιᾶς» — καί, δή, οἱ δαψιλῶς παρεχόμενες λεπτομέρειες στοὺς Ἐλαφροΐσκιωτους — δὲν ἀφήνουν καμιὰ ἀμφιβολία ὅτι τὰ φαγητὰ στὸν Παπαδιαμάντη, δὲν ἀποτελοῦν λαογραφικές, ἠθογραφικὲς ἢ ἄλλες καταθέσεις, ἀλλὰ λειτουργοῦν μέσα στὴν ὅλη τεχνικὴ τῆς περιγραφῆς, ὡς μία ἐπὶ μέρους πραγματογνωσία. Εἶναι δὲ ἄκρως χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς (ἀπογοητευτικότατο, πάντως) ὅτι ὁλόκληρη αὐτὴ ἡ πεζογραφικὴ κοσμογονία, κατάφερε νὰ ἐξαντλήσει τὴν κριτικὴ σκέψη τοῦ πανεπιστημιακοῦ Παν. Μουλλᾶ μόνο στὴν ἀκόλουθη μίζερη φράση: «Κάποτε, ἡ ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ ἀφήνει στὴ μνήμη τοῦ χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες...».(4)

Παρατηρώντας κάπως πιὸ συστηματικὰ τὰ ἐδώδιμα τῶν διηγημάτων, βλέπουμε ὅτι τὰ κυρίως ὄψα, μὲ τὰ ὁποῖα διατρέφονται οἱ ἥρωες, εἶναι τὸ ψωμί, τὸ κρασί, λίγο τυράκι, οἱ ἐλιές, ὁ ταραμᾶς καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, τὸ γκιουβέτσι.

Ὁ Παπαδιαμάντης ὁ ἴδιος ὑπῆρξε πάντα ἕνα ἐξαιρετικὰ λιτοδίαιτο ἄτομο. Ὀφείλουμε δὲ νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴ μαρτυρία, ποὺ μᾶς παραδόθηκε: στὶς γκιουβετσάδες, στὰ διάφορα τσιμπούσια, ἔφθανε ἀργοπορημένος καί, μελιχρὸς τοὺς τρόπους, καθόταν σὲ μία ἄκρη, δὲν ἄγγιζε κἂν τὸ φαγητὸ καὶ ἔφευγε ἀπαρατήρητος... Αὐτὰ - γιὰ νὰ μὴν τοῦ φορτώνουμε καὶ ἄλλες, προσωπικές μας, ἁμαρτίες.

Καὶ ἡ ψυχρὰ ριπὴ δὲν ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν μικρὸν κτηματίαν τὸν ἐπιβαίνοντα τοῦ ὄνου καὶ ἀπερχόμενον εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ οὐδὲ εἰς τὸν ζευγηλάτην, τὸν διὰ τῆς φωνῆς ἀποτείνοντα τὰ κελεύσματα εἰς τοὺς βούς του:
-Ὁ! Μελίσσ᾿, ὄξου Μαυρομμάτ᾿!
καὶ διὰ τοῦ βλέμματος θωπεύοντα τὴν μεγάλην χύτραν, μὲ τὰ καλομαγειρευμένα μὲ ἱκανὸν εὐῶδες ἔλαιον φασόλια, καὶ μὲ ἄφθονον κόκκινην πιπεριάν, τὴν ὁποίαν...

Πότε ἄλλοτε ἡ περιφρονημένη καὶ ταπεινὴ φασολάδα ἀξιώθηκε ποιητικοτέρας περιγραφῆς, ἀπὸ αὐτὴν ποὺ διαβάζουμε στὸ διήγημα Ὁλόγυρα στὴ λίμνη; Κι ὅμως, οὐσιαστικά, δὲν εἶναι ἡ φασολάδα ἐκείνη στὴν ὁποία ἀναφέρεται ἡ περιγραφή, ἀλλὰ ἡ ἀκολουθοῦσα καὶ φέρουσα ἐπὶ τῶν ὤμων της τὸ φαγητὸ νοικοκυρά...

Μικρὸν μετὰ τὴν μεσημβρίαν ἔφθασε μέγα πήλινο γκιουβέτσι μὲ χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο καὶ κοιλίτσες καὶ καρδιές, μετὰ παχείας βορβορόχρου σάλτσας. [...] Ἡ πεντακέφαλος εὔθυμος παρέα ἐπείθετο νὰ ψηφοφορήσῃ «μονοκούκι» ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς κόμματος ἢ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀντὶ προκαταβολῆς 210 δραχμῶν εἰς μετρητά, ἑνὸς γκιουβετσίου, δυὸ γαλονιῶν οἴνου κ᾿ ἑνὸς παγουρίου ρακῆς, ὡς καὶ ζεύγους τσαρουχιῶν περιπλέον διὰ τὸν Κώσταν τὸν Ἄγγουρον,

διαβάζουμε στοὺς Χαλασοχώρηδες. Ἡ δραματικὴ αὐτὴ καταγγελία ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκλαμβάνεται μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ὡς ἠθογραφικὴ καταγραφή...

Καὶ ἡ ταλαίπωρος Ἀρετὴ ἡ Μπόζαινα [...], ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ συζύγου της τοῦ καλουμένου Πατσοστάθη ἢ Μπόζα, ὅστις, καίτοι γεωργός με ἀγροὺς καὶ κτήματα [...], τοῦ ἤρεσε νὰ κυλιέται εἰς τὰ σφαγεῖα, ὡς ἀληθινὸν «χασαπόσκυλο», νὰ τρώγῃ καθημερινὰ γκιουβέτσια, καὶ χορταίνῃ τὸν οἶνον καὶ τὸν ὕπνον, ἀφήνων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νηστικὴν κατ᾿ οἶκον τὴν συμβίαν, ὁμοῦ μὲ τὰ πέντε παιδία της,

μᾶς λέει στὸ διήγημα Ἡ στοιχειωμένη καμάρα.

Τότε ἐδοκίμασε νὰ συστήση, ὡς εἴπομεν, σύλλογον ἰδικόν του. [...] Τέλος ἐφαγώθη ἕνα γκιουβέτσι, ἐψάλησαν ᾄσματα τινὰ θρησκευτικὰ καὶ πατριωτικὰ καὶ ὁ σύλλογος διελύθη. [...] Μετ᾿ ὀλίγον καιρόν, πάλιν νέαν ἀπόπειραν ἔκαμεν ὁ Θεόδωρος διὰ νὰ συμπήξῃ ἕνα νέον σύλλογον, ἡ «Ἀνακαίνησις». Κανεὶς δὲν ἔδωκε λεπτόν. Οὔτε γκιουβέτσι, οὔτε ᾄσματα. [...] Μετὰ καιρὸν ὕστερον [...] συνεκεντρώθησαν δεκάδες τινὲς δραχμῶν. Μετὰ πρῶτον καὶ δεύτερον γκιουβέτσι, τὰ πράγματα ἤρχισαν πάλι νὰ κρυώνουν,

διαβάζουμε στὸν Διδάχο.

Τρεῖς ἄνθρωποι, τρεῖς φυλαί, τρία θρησκεύματα, ὡς κοινὸν γνώρισμα εἶχον μεγάλην κλίσιν εἰς τὰ γκιουβέτσια, τὰ ὁποῖα παρήγγελλον εἰς τὸν γειτονικὸν φοῦρνον μὲ μακαρόνια πολὺ χονδρά, ραβδωτά, τὰ ὁποῖα τινὲς ὀνομάζουσι, δὲν εἰξεύρω διατί, σέλινα,

διαβάζουμε στὸν Ἀντίκτυπο τοῦ νοῦ.

Ἐκείνην τὴν βραδιᾶν τὸν εἶχε προσκαλέσει μία παρέα. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ φίλοι ἀχώριστοι. Ἀγαποῦσαν τὴν ζωήν, τὰ νιάτα. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔβαλλε γκιουβέτσι κάθε βράδυ. Οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν.

Ἦτον λοταρτζὴς κ᾿ ἐκέρδιζε δέκα ἢ δεκαπέντε δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Τί νὰ τὰς κάμῃ; Τοὺς ἔβαλλε γκιουβέτσι καὶ τοὺς ἐφίλευε. Ἦσαν λοτοφάγοι, μὲ ὄμικρον καὶ μὲ ὠμέγα,

γράφει στὸν Ξεπεσμένο δερβίση, μὴ παραλείποντας, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, νὰ ἀσκήσει ἕνα ἀκόμη ἀπὸ τὰ προσφιλῆ του λογοπαίγνια.

Μὲ τὸ διήγημα, τέλος, Ὁ Κακόμης (1903), ποὺ θὰ δοῦμε ἀμέσως μετά, ἔχουμε πλέον τὴν πλήρη καὶ ἀκριβὴ ταυτότητα αὐτοῦ τοῦ φαγητοῦ. Τὸ γκιουβέτσι εἶναι, λοιπόν, τὸ φαγητὸ τῶν μοναχικῶν καί, κατ᾿ ἐπέκτασιν, τῶν ἐλεύθερων ἀτόμων: δὲν ἀποτελεῖ ἔδεσμα τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας, ἀλλὰ φαγητὸ τῆς ταβέρνας, τῆς ἀνδρικῆς παρέας, τοῦ πότη. Τὰ ὑλικά του εἶναι στοιχειώδη (ζυμαρικὰ καὶ λίγο λαδάκι σὲ ἕνα πήλινο σκεῦος), ἡ παρασκευή του ἁπλούστατη (μπορεῖ νὰ ἑτοιμασθεῖ στὸ ἄψε-σβῆσε ἀπὸ τὸν φούρναρη, ἢ καὶ –σπανίως- τὸν χασάπη, ὁπότε καὶ τὸ συνοδεύει βορβορόχρους σάλτσα), ἡ γεύση του ἐξαίρετη (ἀρκεῖ νὰ ψηθεῖ στὸν μὲ φρύγανα λειτουργοῦντα ποτὲ φοῦρνο τῆς γειτονιᾶς, ὁπότε καὶ θεωρεῖται ὅτι ἀποτελεῖ τὴ συνισταμένη τῶν ὀσμῶν ποὺ ἐκλύονται ἀπὸ τὸ κύτος τοῦ φούρνου.

Ἀλλ᾿ ἔξαφνα, μίαν πρωίαν, τὸν εἶδαν νὰ στέκῃ εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, σιμὰ εἰς τὸν τόπον τῶν δημοπρασιῶν, φέρων τὴν χαμαλίκαν καὶ μικρὸν κουβαριασμένον σχοινίον.
- Τί τρέχει, Ἀποστόλη;... Ἀποφάσισες νὰ γίνεις χαμάλης;
- Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀπήντησεν ὁ Κακόμης, ἄλλο καλλίτερο δὲν ηὗρα.

Σὲ μιὰ μεταγενέστερη ἀναφορὰ Τὰ βενέτικα, διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης (ποὺ τὸν συναντήσαμε ἤδη στὰ Ἅγια καὶ πεθαμένα ἔψαχνε κι αὐτὸς στὰ νιάτα του ἀνὰ τὰ ὄρη, γιὰ κρυμμένα γρόσια.

Κακόμης, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ὡραῖα καὶ μᾶλλον ἄσημα διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν ἀποτελεῖ παρὰ τὴν ὑποδειγματικὴ περιγραφὴ τῆς ἡμέρας ἑνὸς μοναχικοῦ χειρώνακτος. Πρὸς μέγα σκανδαλισμὸ (καὶ ἀμηχανία) ἐπίδοξων ἐπικριτῶν, πᾶσα δράση ἀπουσιάζει... Ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, αὐτὸς ὁ χαμάλμπασης ἥρωας, τρέφεται ἀποκλειστικὰ μὲ ἕνα γκιουβέτσι, ποὺ τὸ τρώει κάθε μεσημέρι ζεστὸ-ζεστό, δίπλα ἐκεῖ, στὸ φοῦρνο -ὅπου τοῦ τὸ ἑτοιμάζουν. Τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας τὸ παρασκευάζει σαρακοστιανόν- καὶ ἔτσι γλιτώνει τὰ ἔξοδα γιὰ τὸ λαδάκι... Οἱ δεκάρες ποὺ περισσεύουν, δὲν χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴ διεύρυνση τοῦ φάσματος τῶν ὠνίων, ἀλλὰ ἀποτελοῦν τὴ συνδρομὴ τοῦ Κακόμη, ὥστε νὰ ἐπιβιώσει ἕνας παλαίμαχος καὶ πάμπτωχος ἄλλος ἀχθοφόρος.

Ὁ μοναχικὸς καὶ συγκλονιστικὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, πεθαίνει τελικὰ νεώτατος, κατὰ Ἰούνιον μήνα, μέσα στὸ ἀχούρι ὅπου κατοικοῦσε, στὴν ἐσχατιὰ τῆς πολίχνης. Τὴν παραπεταμένη χαμαλίκα του θὰ κάψουν τὰ παιδιὰ τὴ νύχτα τῆς 23ης Ἰουνίου, στὴ φωτιὰ τοῦ Ἅη-Γιάννη τοῦ Κλήδονα.

Θεωρῶ τὸ διήγημα αὐτὸ ὡς τυπικὸ δεῖγμα τῆς μαγικῆς τέχνης τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη: τὸ γκιουβέτσι, ἐδῶ, ἀποκτᾷ τέτοια ἀφηγηματικὴ σημασία, ὥστε ἀποτελεῖ τὸ δραματικὸ ἰσοδύναμο τοῦ ἥρωα.(5) Χωρὶς τὴν καθημερινὴ λειτουργία (σχεδὸν τελετουργία...) τοῦ γκιουβετσιοῦ, ὁ συγκεκριμένος αὐτὸς ἥρωας εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξει!

Καὶ ὕστερα, χορτάτοι, καθόμαστε σὲ ἕνα μεγαλοπρεπὲς γραφεῖο, καλῶς θερμαινόμενο καὶ ἀεριζόμενο, δαψιλῶς φωτιζόμενο (κατὰ προτίμησιν ἀπὸ ἀριστερά), καὶ ἀποφαινόμεθα(6) ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης: «ἠθογραφεῖ τὴν ζωή... χωρὶς πάθος γιὰ τὸν ἄνθρωπο... ἡ τεχνική του εἶναι ἁπλή, μονότροπη καὶ καταντᾷ μονότονη... τὰ πρόσωπα εἶναι θαμπὰ καὶ οὐδέτερα... τὰ ἐπίθετα φτωχὰ καὶ συμβατικά... μὲ ὕφος, ἔκφραση, γλῶσσα σχεδὸν τυχαία, ἐνῷ κάποτε τὸ σύνολο δὲν ἀπαρτίζεται παρὰ ἀπὸ μία περιγραφή...».

Κουκιὰ φάγαμε, κουκιὰ μαρτυρᾶμε... Χρόνια μετὰ ὁ Παν. Μουλλᾶς θὰ γράψει: «Ἡ ψυχικὴ δομὴ τοῦ συγγραφέα μας, στὴ διάρκειά της, μένει ἕνας πυρῆνας συμπαγής, ἄθραυστος κι ἀνεξέλικτος -ὅπως καὶ τὸ ἔργο του, ἡ σκέψη του καὶ ἡ συνείδησή του... Τί ἀπομένει λοιπὸν ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦτο σήμερα;... Σιγὰ-σιγά, μὲ τὰ χρόνια καὶ μὲ τὴ συμβολὴ μιᾶς ἀπαιτητικότερης κριτικῆς, ὁ συγγραφέας μας ἔχασε τὴν πρώτη λάμψη τοῦ θρύλου του... Σήμερα ξέρουμε (sic!) πὼς τὸ ἔργο του δὲν διαθέτει ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἐγγυήσεις ποὺ ἐξασφαλίζουν ἕνα ἀπρόσκοπτο ταξίδι μέσα στὸ χρόνο: οὔτε ἡ προχειρογραφία, οὔτε ἡ στατικότητα, οὔτε ἡ ἀφέλεια ἀποτελοῦν ἀξίες ἱκανὲς νὰ προστατέψουν ἀπὸ τὶς φουρτοῦνες, ἂν ὄχι ἀπὸ τὸ ναυάγιο... Ἡ γλῶσσα, ἀνυπόταχτη, ντυμένη τὸ ἐπίσημο καθαρευουσιάνικο φόρεμά της, χρησιμοποιεῖται ὅπως λάχει, καὶ πάντα μὲ τὸν εὐκολώτερο τρόπο...».(7)

Ὅπως λάχει, λοιπόν... Ἄλλως τε, ἔχει ἀπὸ ἔτη κατατεθεῖ(8) ὡς ἱστορικὸ συμπέρασμα, πρὸς χρῆσιν ὑπὸ τῶν πανεπιστημιακῶν, φιλολόγων, μαθητῶν, λογοτεχνῶν καὶ ἐν γένει ἀναγνωστῶν πώς:

«Ὁ Παπαδιαμάντης διαβάζεται εὔκολα ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν συνηθίσει στὴν καλὴ ποιότητα».

Μιλήσαμε, ἑπομένως, καὶ γιὰ τὴν ποιότητα -καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, καὶ ἡμῶν τῶν ἀναγνωστῶν του. Τί ἄλλο μένει, πιά, νὰ ποῦμε;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. - Δημαρᾶς Κ. Θ., Ἱστορία τῆς Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1985.

2. - «Ἐξάλλου ἐδῶ ὑπάρχει μόνο ἀφήγηση στὸ πρῶτο πρόσωπο, χωρὶς δράση, ὅ,τι συμβαίνει, τὸ ἀκοῦμε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀφηγητῆ, δὲν τὸ βλέπουμε νὰ διαδραματίζεται μπροστὰ στὰ μάτια μας. [...] μᾶς ἀφηγεῖται περιστατικὰ ποὺ ξετυλίγονται στὸ νεκρὸ καὶ σβησμένο παρελθόν, ὄχι στὸ ζωντανὸ παρόν». Ἀπόστολος Σαχίνης, Εἰσαγωγὴ στὸν τόμο: Δημητρίου Βικέλα Διηγήματα, Ἑστία, Ἀθῆναι 1979.

3. - Γνωρίζω (καὶ δὴ ἀπὸ πρῶτο χέρι) τὰ λόγια τοῦ σπουδαίου Πεντζίκη, καὶ ἀποδέχομαι τὴ σημασία τους: «Ὁ Παπαδιαμάντης ἀποτελεῖ τὴν πρώτη περίπτωση ἀντιγραφικῆς μνήμης στὰ γράμματα μας· ὁ Παπαδιαμάντης δὲν περιγράφει: ἀντιγράφει».

4. - Μουλλᾶς Παν., Α. Παπαδιαμάντης Αὐτοβιογραφούμενος, Νέα Ἑλληνικὴ Βιβλιοθήκη, Ἑρμῆς, Ἀθῆνα 1974.

5. - Στὸ διήγημα Ὁ πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον (1891), ἀνάλογη, ἀλλὰ ἐκδήλως ἀτελέστερη, σχεδὸν ἐν σπέρματι, εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ μοσχάτου οἴνου: ἀπὸ ἄποψη τεχνικῆς, ἀνάλογο ρόλο παίζουν οἱ φράσεις ποὺ ἐμπεριέχουν τὸν μοσχάτον, καὶ ποὺ παρακολουθοῦν (ἤ, ἀκολουθοῦνται) ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους φάσεις τῆς ἱστορίας.

6. - Δημαρᾶς Κ. Θ., ὅ.π.

7. - Μουλλᾶς Πάν., ὅ.π.

8. - Δημαρᾶς Κ. Θ., ὅ.π.


5. Ἐγκώμιον τοῦ διηγηματογράφου

ΘΑΥΜΑΖΩ ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΑ τὸν διηγηματογράφο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τὸν ὁποῖον καὶ θεωρῶ σπουδαιότατον δάσκαλο τοῦ εἴδους: ὑποκύπτω κάθε φορὰ σὲ ὅλη τὴν κλίμακα τῆς λογοτεχνικῆς του μαγγανείας. Κατόπιν, σὲ ὧρες ρεμβασμοῦ, ἀναλογίζομαι μὲ κάποιο δέος, τὰ ἐπὶ μέρους ὑλικὰ καὶ τοὺς τρόπους αὐτῆς τῆς μαγείας...

Τὰ περὶ τῆς γλώσσης τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχουν ἐπισημανθεῖ πολλές, εὐτυχῶς, φορὲς — βουλιάζοντας, ὅμως, στὴν ἀπόλαυση τῶν κειμένων του, ἔχω συνεχῶς τὴν αἴσθηση ὅτι τὸ περιλάλητο γλωσσικὸ ζήτημα, οὐδέποτε ἀνέκυψε γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἤ, ἐὰν ἀνέκυψε, ἐπελύθη μεγαλοφυῶς.

Εἶναι ἐξαιρετικὰ περίεργο (γιὰ μένα ἀνεξήγητο) ὅτι τὴν ἴδια αἴσθηση μοῦ ἀφήνει ἕνα βιβλίο χαμηλῶν τόνων, ἕνα μυθιστόρημα ποὺ κινεῖται σὲ τελείως ἄλλους χώρους, καὶ ποὺ ἐξεδόθη ἕξι χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἀναφέρομαι (μὲ ὅλες τὶς ἐπιφυλάξεις ποὺ ἐπιβάλλουν τὰ διαφορετικὰ μεγέθη) στὸ Φθινόπωρο τοῦ Κωνσταντίνου Χατζόπουλου.

Ὁ διάλογος ἐξ ἄλλου (αὐτὴ ἡ ἀχίλλειος πτέρνα τῆς γραμματείας μας), παρουσιάζει στὸ μυθιστόρημα αὐτὸ μοναδικὴ φυσικότητα. Εἶναι, ἄραγε, τυχαῖο γεγονὸς ἡ σύμπτωση τῶν δυὸ δημιουργῶν σὲ ἕνα τόσο καίριο σημεῖο;

Πιστεύω ὅτι ὑπάρχει μία θετικὴ ὁμοσχέτιση μεταξὺ διαλόγου καὶ γλώσσας: ὁ διάλογος στὸν Παπαδιαμάντη ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κορυφαῖα του ἐπιτεύγματα, στηρίζει ἀλλὰ καὶ ἀποκαλύπτει τὸ φάσμα τῆς γλώσσας.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκμεταλλεύεται μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν διάλογο, προκειμένου νὰ ἀρχίσει ἕνα διήγημα. Ἡ τεχνική του ἐν προκειμένω εἶναι κυριολεκτικὰ ἀνυπέρβλητη! Ἕνα καὶ μόνο παράδειγμα ἀρκεῖ, γιὰ νὰ καταδείξει ποιᾶς κλάσεως δημιουργὸς ὑπῆρξε ὁ Παπαδιαμάντης: ἀναφέρομαι, στὸ διήγημα Πατέρα στὸ σπίτι!

- Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μὲς στὸ γυαλί, εἶπε ἡ μάννα μου, γιατὶ δὲν ἔχουμε πατέρα στὸ σπίτι.
-Χωρὶς πεντάρα;
- Ναί.
- Καὶ τί ἔγινε ὁ πατέρας σου;
- Νά, πάει νὰ βρῇ ἄλλη γυναῖκα.

Βλέπουμε πῶς, ἀρχίζοντας τὸ διήγημα, καταφέρνει αὐτὸς ὁ ἰδιοφυὴς διηγηματογράφος νὰ τοῦ προσδώσει, μὲ πέντε μόνο ἀράδες, ἕνα συγκλονιστικὸ ἀνθρώπινο βάρος.

Ἄλλοτε ὁ Παπαδιαμάντης (μὲ τὴ μονότροπη, κατὰ Δημαρᾶν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ, τεχνική...) ἀλλάζει τρόπους ἄρδην. Ἀρχίζει μὲ φράσεις μακροπερίοδες, ὅπου ὁ ἱστορικὸς ἐνεστώτας, ἢ ὁ ἀόριστος, μπλέκεται μὲ ἀναδρομές, συνήθως σὲ τρίτο πρόσωπο ἄλλα ἐνίοτε καὶ σὲ δεύτερο, ἢ ἄλλοτε ἡ ἐναρκτήρια φράση εἶναι μία ὁλόκληρη μικρὴ ἱστορία:

Δὲν εἶχε μείνει πλέον οὔτε τόσον νερὸν εἰς τὴν μικρᾶν λίμνην, ὅσον διὰ νὰ καραβίσουν ὁ Παντελὴς ὁ Φάντης καὶ ὁ Χαράλαμπος ὁ Σανταβελῆς τὰ καραβάκια της, ὅταν ἐδραπέτευον κάθε δειλινὸν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, μὲ τῆς ῾φύλακας᾿ κρεμαστοὺς ὑπὸ μάλης, καὶ τρέχοντες ἀνεσήκωνον τὰς περισκελίδας των μακρόθεν, οὔτε τόση μοῦργα, ὅσον διὰ νὰ γεμίζῃ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ τὴν μικρὰν φιάλην της ἡ γριὰ-Παναγιοῦ ἡ Κοτρωνιώτισσα, μεταβαίνουσα ἀπὸ βοῦρκον εἰς βοῦρκον, καὶ ξεχωρίζουσα μὲ τὸν πῆχυν της καὶ μὲ τὸ τενεκεδένιο πενηνταράκι τῆς τὸ κατακάθισμα τοῦ λαδιοῦ ἀπὸ τὸ νερὸν καὶ ἀπὸ τὴν λάσπην.
(Τὸ σπιτάκι στὸ Λιβάδι)

Εἶναι ἀδύνατον, ὅσες φορὲς καὶ ἂν διαβάσω τὸν Ρεμβασμὸ τοῦ Δεκαπενταύγουστου, νὰ μὴν παραδοθῶ στὴ μαγεία τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ διηγήματος, μὲ τὴ μακρότατη ἐναρκτήρια φράση:

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα Παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον — ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας.

Ἀναλόγου ὕψους εἶναι καὶ τὸ κλείσιμο τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη, τὸ τέλος τους. Ἄλλοτε μὲ μιὰ καταληκτικὴ φράση, σύντομη καὶ ἐρωτηματική:

Καί, ὕστερον, πῶς νὰ μὴν μοσχοβολᾷ τὸ χῶμα;
(Φτωχὸς Ἅγιος)

Ἄλλοτε μὲ τὴ χρήση (καὶ πάλι) τοῦ διαλόγου:

- Σύρε στὸ καλό, μὲ τὴ σκαμπαβία, Μαθιέ μου π᾿λάκι μου, τοῦ εἶπε μὲ τόνον εἰλικρινοῦς συγκινήσεως τὸ Λαδιώ· κρῖμα ποὺ εἶμαι, μεγαλύτερη στὰ χρόνια ἀπὸ σένα· ἂν πέθαινε ὁ μπάρμπα-Μοναχάκης, θὰ σ᾿ ἔπαιρνα.
(Ἡ Νοσταλγός)

Καὶ ἄλλοτε μὲ ἕναν τρόπο κάπως ἀπόμακρον (ἀποφεύγω ἐπίτηδες νὰ χρησιμοποιήσω μία φθαρμένη ἐξ ἀλλοδαπῆς ἔκφραση, τοῦ συρμοῦ τὰ τελευταῖα χρόνια), μὲ φράσεις τολμηρότατης κατασκευῆς:

Ὁ πατήρ μου ἔμεινε σύννους ἀκούσας τὴν διήγησιν.
- Σκληροτράχηλος εἶσαι! μοῦ λέγει.
(Τὰ δαιμόνια στὸ ρέμα)

Ἐσηκώθη, ὕψωσε τὴν χεῖρα εἰς τὸ ράφι καὶ μοῦ ἐπαρουσίασε χάλκινον ἀγγεῖον παλαιόν, ὀλίγον τρύπιον εἰς τὴν μίαν ἄκρην.
(Τὸ θαῦμα τῆς Καισαριανῆς)

Τὰ ὑποκοριστικά, οἱ στίχοι τραγουδιῶν, δημοτικῶν ἢ μή, ποὺ παραθέτει, τὸ χιοῦμορ, ἡ λεπτὴ εἰρωνεία, ὁ σαρκασμός, τὰ θαυμαστὰ ἐπιρρήματα ποὺ συνθέτει («δένδρα ἐκόσμουν εὐπαρύφως τὰς ὄχθας τὰς ὀρεινᾶς καὶ τὰς ἀμμώδεις»), ἡ πρωτοφανὴς παρατηρητικότητα, ἡ μνήμη, καὶ ἡ περιγραφικὴ ἱκανότητα ποὺ διαθέτει («ἐντὸς τῆς μεγάλης ἀνηφορικῆς αὐλῆς, ἐχούσης τριάντα σκαλοπάτια, δυὸ σπιθαμῶν τὸ ὕψος, μαρμάρινα»)
(Ἡ Μαούτα)

ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ μουσικότητα τῶν φράσεων, ὁ συχνὸς καὶ διάχυτος ἐρωτισμός, οἱ ὑποβλητικοὶ καὶ εὐρηματικοὶ τίτλοι, τὸ ἀπροσδόκητο καὶ εὐτυχὲς τέλος, τὸ παιχνίδι τίτλου-τέλους (βλέπε, π.χ., τὸ ῾Γυνὴ πλέουσα᾿), κ.ἄ., δημιουργοῦν κείμενα συναρπαστικά, ποὺ θέλγουν τὸν ἀναγνώστη. Ὁ τελευταῖος αἰχμαλωτίζεται καὶ ὑποκύπτει, ἐνῷ ἀμοιβαία οἰκειότητα (καί, γιατί ὄχι; καὶ ἐμπιστοσύνη) τὸν συνέχει μὲ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ μὲ τόση εἰλικρίνεια τὶς τρυφερότατες ἐκφράσεις:

Ὡς ἀνασηκωμένη ποδιὰ ὡραίας χωριατοπούλας, ὅπου πλύνει τὰ ρουχάκια της, τὰ πουκαμισάκια της.
(Ἅγια καὶ πεθαμένα)

Ἦτο δειλινόν, καὶ ἦτο γλυκεῖα δροσίτσα εἰς τὸ μπογάζι ἐκεῖνο.
(Στρίγγλα μάννα)

ἂν δὲν ἔπλεε καμμία βρατσέρα ἢ καμμία γολετίτσα τὴν νύκτα ἐκείνη εἰς τὸ πέλαγος.
(Τὰ κρούσματα)

Ὕστερα, ὁ πάτερ-Μελέτιος, ὁ οἰκονόμος μ᾿ ἐμάλωσε νὰ μὴ δίνω κομμάτια ψωμὶ καὶ γαβαθάκια μὲ κολοκύθια ἢ μελιτζάνες στοὺς διαβάτες.
(Ὁ Ἀειπλάνητος)

κι ἐκολλοῦσε κεράκια στοὺς Ἁγίους [...] τὸ ἔστρων᾿ ἐκεῖ στὰ σκαλοπατάκια [...] πῆγ᾿ ἕνα βράδυ νὰ γεμίσῃ τὸ κανατάκι της.
(Ἡ Ἀποσώστρα)

κατήρχετο γοργὰ-γοργὰ ἀπὸ τὸν λόφον μὲ τὰ τσαρουχάκια του.
(Ὁλόγυρα στὴ λίμνη)

Τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη κατακλύζει ἕνας ἔντονος ἐρωτισμὸς - τόσο ἔντονος, ὥστε μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τὸν συγγραφέα τοὺς ἐρωτικότατον, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὴ λέξη ποὺ καὶ ὁ ἴδιος προκρίνει γιὰ τὸν Χατζη-Γιάννη στὸ Ἡ χήρα παπαδιά.

Τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν... τὴν ἐξαδέλφη μου Μαχούλαν. [...] -Ἐξαδέλφη Μαχούλα, ἤρχισα ἐγώ.
(Ἡ Φαρμακολύτρια)

Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾿ ἐφαίνετο νὰ εἶναι εἴκοσιν ἐτῶν, ἐν ὑπερακμῇ ρώμης καὶ καλλονῆς, ὁμοία με τὴν Πρωτομαγιάν, τὸ κορύφωμα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως, τὴν ἑτοίμην νὰ παραδώση τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος-ἔρος.»
(Θέρος – ἔρος)

ὡς εὔκολπα στήθη παρθένου, ἀναδίδοντα ζωὴν καὶ σφρῖγος εἰς τὴν πλάσιν.
(Ὁλόγυρα στὴ λίμνη)

καὶ διὰ τὰς κόρας τῶν κολληγισῶν του ἀκόμη, τὰς ὁποίας ἑπταετὴς ἤδη δὲν ὤκνεις νὰ ἐρωτεύεσαι, φανταζόμενος ὅτι τρέχεις κατόπιν αὐτῶν εἰς τοὺς ὁρμίσκους.
ὅ.π.

Ὁποῖον λεπτοφυὲς σῶμα ἐσκέπαζεν ἡ λινομέταξος ὀρφνὴ ἐσθής! Πῶς διεγράφετο ἁρμονικῶς ἡ μορφή της μὲ χνοώδη πάλλευκον χρώτα καὶ τὰ ἐρυθρὰ μῆλα τῶν παρειῶν, μὲ τὸν μελίχρυσον λαιμὸν καὶ μὲ τὸ ἐλαφρῶς κολπούμενον στῆθος της! Πόσον ἀβραὶ ἦσαν αἱ χεῖρες, καὶ πόσον μελῳδικὴ ἔπαλλεν εἰς τὸ οὖς σου ἡ θεσπέσια φωνή της! Ἡ ξανθοπλόκαμος κόμη ἀτημέλητος ὀλίγον. [...] Ἐνθυμῆσαι! Ὁποῖον αἴσθημα ἐδοκίμασες τότε, καὶ πῶς, δεκατετραετὴς μόλις ἠρωτεύθης ἤδη;
ὅ.π.

Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά.
(Τ᾿ ἀγνάντεμα)

καὶ εἶδα πράγματι ὅτι ἡ Μοσχούλα εἶχε πέσει ἀρτίως εἰς τὸ κῦμα γυμνή, κ᾿ ἐλούετο.
(Ὄνειρο στὸ κῦμα)

Ὅλαι ἢ σχεδὸν ὅλαι ἦσαν ὡραῖα κοράσια μὲ γαλανὰ ὄμματα, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ βαθέα καὶ ἀμαυρὰ καὶ οἰνωπὰ ὄμματα, μὲ λευκὸν χρώτα, μὲ μελίχρυσον καὶ χλοάζοντα χρῶτα, μὲ μαύρους καὶ ξανθοὺς καὶ οὔλους βοστρύχους, καὶ μακροὺς καὶ καστανοὺς πλοκάμους, μὲ ἐλαφρὰ βαθουλώματα περὶ τὰς κόγχας τῶν ὀφθαλμῶν, μὲ ὡραῖα λεπτὰ ρόδινα ἢ ἁβρὰ καὶ κοράλλινα χείλη, μὲ κυανιζούσας φλέβας, μὲ χαρίεντας λακκίσκους καὶ γελασίνους ὑπὸ τὰς παρειάς, μὲ ἀναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, μὲ λευκὰ τουλουπάνια, μὲ λεπτὰ καὶ διαφανῆ ἀλέμια περὶ τὴν κεφαλήν, μὲ κοντὰ φουστανάκια, μὲ λευκὰς περικνημίδας καὶ μὲ συρτὰς ἐμβάδας.
(Ὤχ! Βασανάκια)

Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ λαλήσασα, ἐφαίνετο νὰ εἶναι ὡς δεκαπέντε ἐτῶν· αἱ ἄλλαι, ἀδελφαὶ ἢ ἐξαδέλφαι της, θὰ ἦσαν ἕως δώδεκα ἢ δεκατριῶν. Καὶ αἱ τρεῖς εἶχον ἤδη τοὺς κόλπους ῾ὡς νεβροὺς δορκάδος κοιμωμένους ἐν μέσῳ κρίνων᾿.
(Τὰ βενέτικα)

Μὴ ὢν ἁρμόδιος, δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἄλλη μεγάλη διάσταση τῶν διηγημάτων τοῦ Παπαδιαμάντη - τὴ θρησκευτικότητα, καὶ ὅ,τι ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει καὶ ὡς στάσις ζωῆς, καὶ ὡς ἔκφραση τοῦ λόγου. Αὐτὰ ἔχουν λεχθεῖ κατὰ κόρον, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ἐνοχλεῖ ἡ προσπάθεια κάποιου ἰδεολογικοῦ σφετερισμοῦ τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου, ὅπως καὶ ἡ ἀπαράδεκτη ἀπόπειρα μονοπωλήσεώς του ὑπὲρ τῶν ἑκάστοτε θρησκευτικῶς κρατούντων τοῦ τόπου: ὁ Παπαδιαμάντης κολυμποῦσε πάντα σὲ βαθιὰ νερά, πολὺ πέραν τῶν κοσμικῶν, φιλολογικῶν καὶ τῶν ἄλλων ρευμάτων...

Θὰ ἤθελα νὰ τελειώσω ἀναφέροντας πάρα πολὺ προσεχτικὰ μερικοὺς ἀπόηχους τῆς γλώσσας τοῦ Παπαδιαμάντη στὰ ῾λῃστρικὰ ἀναγνώσματα᾿! Σπεύδω νὰ διευκρινίσω ὅτι οἱ ἀναφορὲς εἶναι τυχαῖες, καὶ οἱ σχέσεις ὅλως ἐπιφανειακές, ὀφειλόμενες προφανῶς στὸ κοινὸ γλωσσικὸ αἴσθημα τῆς ἐποχῆς: ἄλλως τε, μὴν ξεχνᾶμε, τὰ λῃστρικὰ ἀναγνώσματα ἀνήκουν στὸ εἶδος τῶν λαϊκῶν ἀναγνωσμάτων. Ἡ ἐδῶ μνεία μερικῶν κοινῶν γλωσσικῶν τόπων δὲν ἔχει ἄλλο σκοπὸ παρὰ νὰ ἐπισημάνει (ἀπὸ μία ἄλλη σκοπιά) τὴν καθολικὴ (ἀλλὰ καὶ ἀπροσδόκητη) λειτουργία τῆς γλώσσας - λειτουργία, τῆς εὐαισθησίας τῆς ὁποίας γινόμαστε κάθε τόσο, ἐν ὀνόματι προσωπικῶν ἀπόψεων, ἐπιλήσμονες.

Στὰ λῃστρικά, λοιπόν, ἀναγνώσματα εἶναι ἄκρως οἰκεῖα ἡ φράση «ἐξημέρωσαν ἔξωθεν» ἤ, «ἀπῆλθον τῆς φιλόξενου ποιμενικῆς ἐπαύλεως» - φράση ποὺ ἀπαντᾶται, ὡς ἔχει ἀκριβῶς, στὸν ῾Χρῆστο Μηλιόνη᾿! Στὸ ἴδιο κείμενο τοῦ Παπαδιαμάντη βρίσκουμε ἄλλες δυό, τουλάχιστον, φράσεις οἱ ὁποῖες ἐπανέρχονται κατὰ κόρον στὰ λῃστρικά: «ἐμίσει ἐγκαρδίως τοὺς ὁμοθρήσκους του» καὶ (κυρίως) «οἱ κλέφται ἐθεώρησαν ἀλλήλους ἀπορρηματικῶς.» Στὸ διήγημα, ἐξ ἄλλου Γουτοῦ Γουπατοῦ βρίσκουμε τὴν ἔκφραση «συνεπάθουν πρὸς αὐτόν» - ἔκφραση ποὺ συχνότατα ἐπανέρχεται στὰ λῃστρικά.

Σποραδικὲς τέτοιες φράσεις μποροῦμε νὰ ἀνιχνεύσουμε καὶ σὲ προγενέστερούς του Παπαδιαμάντη συγγραφεῖς, ὅπως π.χ. στὸν Παῦλο Καλλιγᾶ, στὸ γνωστὸ μυθιστόρημα τοῦ τελευταίου Θάνος Βλέκας (1855) - ἢ καὶ σὲ συγχρόνους του Παπαδιαμάντη, ὅπως ὁ Βικέλας, ἢ καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Μεταξᾶς Βοσπορίτης (στὸ Ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν Φοινίκων, 1904). Καὶ σὲ ἄλλους πολλούς, ἀσφαλῶς.

Ἀντιθέτως, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐντοπίσουμε ἀντίστοιχες ἐκφράσεις στὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη. Τί μπορεῖ νὰ σημαίνουν (ἂν σημαίνουν...) ὅλα αὐτά, δὲν γνωρίζω - δὲν ἀντέχω, ὅμως, στὸν πειρασμὸ καὶ θὰ κλείσω αὐτὸ τὸ κεφάλαιο, μὲ τὴν ἀκροτελεύτια φράση τοῦ ἴδιου του Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν Κακόμη:

Ὡς συγκυρία, ἦτο πολὺ παράδοξον.