Διονύσης Σέρρας - Γραφὴ μιὰ μιὰ «συνάντηση»

Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸν τόμο «Ὁ Παπαδιαμάντης μὲ τὰ μάτια νεότερων λογοτεχνῶν», ἔκδ. Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς ΕΣΗΕΑ, Ἀθήνα 2011, σσ. 242-246

Νιώθοντάς τον, πάντοτε, πνευματικὰ «παρόντα», ἑλκυστικὸ καὶ εὐπρόσιτο (παρὰ τὶς ὅποιες -ὄχι ἀξεπέραστες- δυσκολίες του) καὶ εὐφρόσυνα ἐξισορροπητικό, σήμερα πάλι, στὴ συμπλήρωση ἑνὸς αἰώνα ἀπὸ τὸ σχετικὰ πρόωρο βιοσωματικό του τέλος, μνημονεύουμε τιμητικά, θαυμαστικὰ καὶ παραδειγματικὰ τὸν ταπεινὸ κ᾿ ἐπιφανὴ Σκιαθίτη πεζογράφο, μεταφραστὴ καὶ ποιητὴ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ἀντλώντας συνεχῶς -καὶ γόνιμα- πλεῖστα ὅσα στιλπνὰ «σήματα» καὶ ψήγματα ἤθους καὶ ὕφους, ὀμορφιᾶς καὶ οὐσίας, ἡδύτητας, γαλήνης, συγκίνησης κ.ἄ. ἀπὸ τὶς ἔντεχνες καὶ εὔγλωττες (ἰδιόλεκτες) γραφὲς ἢ τὶς εὔηχες «φωνές» του. Καὶ αὐτό, ἰδιαίτερα, σὲ καιροὺς πολυτάραχους, θολοὺς ἢ δυσοίωνους σὰν τοὺς τωρινούς, σὲ μέρες περισσῆς δοκιμασίας καὶ ἀγνόησης ἢ λήθης Ἀξιῶν καὶ Ἰδεῶν, διδαχῶν καὶ ὁραμάτων, σ᾿ ἐποχὴ καὶ σὲ χώρους πολλαπλῆς καὶ πολύμορφης σύγχυσης καὶ κρίσης, ἄκρατης ἰδιοτέλειας ἢ ἀτομικισμοῦ, ἄπρεπης ἢ ἀνεπίτρεπτης ἀήθειας καὶ εὐτέλειας, κατάπτωσης ἀρχῶν καὶ θεσμῶν, ὀδυνηρῆς ἀλλοτρίωσης, ἀκρισίας καὶ δούλωσης τοῦ σύγχρονου «homo sapiens» σὲ εἴδωλα ἢ πρότυπα ἀρνητικά, βλαπτικά, ὑποτιμητικά…

ΕΤΣΙ, ἀπὸ ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ καὶ βαθύτερη, καταφεύγεις καὶ ἀφήνεσαι λυτρωτικὰ ἢ παρήγορα (καὶ στὴ δική του ὑποβλητικὴ πνοὴ καὶ γοητεία, στὴ μυθοπλαστικὴ ἢ ἀφηγηματική του μαγεία, στὴ μεθυστικὴ ἢ καταλυτικὴ τοῦ «χαρακτῆρα» του καὶ τῶν «εἰκόνων» του ἐπικράτεια, στὴν ἠθογραφικὴ καὶ ἄλλη τοῦ μαεστρία, ποιότητα, λεπτότητα καὶ δωρεά… Καὶ ἀκόμη, στὴ δισυπόστατη γλωσσική του πλάση καὶ ὑφή, στῶν θεμάτων καὶ στῆς ἔκφρασης τὴν εὐφορία, στὰ εὐρήματα καὶ θησαυρίσματα τοῦ «κόσμου» καὶ τοῦ Λόγου του, στὴ μετάληψη ἄυλων ἀγαθῶν ἢ στὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ μας αὐτοῦ «Κοσμοκαλόγερου»… Σὲ ὅλα δηλ., αὐτὰ ἢ ἄλλα, τὰ γνήσια, εὐδιάκριτα καὶ πολύτιμα ἢ μοναδικὰ στοιχεῖα καὶ συστατικὰ τῆς μὲ ταλέντο καὶ γνώση Τέχνης του. Στοιχεῖα, ποὺ συνθέτουν ἄρτια καὶ κοσμοῦν ἡδύχαρα καὶ ἀξιανάγνωστα τὴν προσωπικὴ καὶ πρωτότυπα ἰδιότυπη δημιουργία ἢ «κοσμογραφία» του -ἀπὸ φύση καὶ θέση- ἀθόρυβου, ἀσκητικοῦ καὶ ψυχογνωστικὰ ντοστογιεφσκικοὺ (στὰ μέτρα τὰ δικά του) νεοέλληνα συγγραφέα. Αὐτοῦ τοῦ χωρὶς (σ)τάση αὐτοπροβολῆς καὶ μεγαλαυχίας συνοδίτη καὶ ἀγαπητικοῦ ἠθογράφου τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ μόχθου ἢ τῆς βιοπάλης, τῆς ὑπαίθρου καὶ τῆς πόλης… Ἑνός, ἀκόμη, χαρισματικοῦ πνευματικοῦ λειτουργοῦ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔμφυτα καὶ γενναιόδωρα παράγουν καὶ διαχέουν μὲς στὸ ὅποιο σκοτάδι καὶ στὸ ὅποιο Κακὸ ἕνα ἄπλετο -θαλπωρῆς καὶ διάβασης- Φῶς, παρόμοιο ἢ ἀνάλογο καὶ συγγενικὸ μὲ τὸ πασχαλιάτικο ἢ «ἀγγελικὸ» του ἄλλου πιστοῦ «Ἱερομόναχου» καὶ μύστη τῶν Γραμμάτων μας, τοῦ κορυφαίου καὶ ὑψίτονου Διονυσίου Σολωμοῦ. Γιὰ νὰ ἰσχύει καὶ νὰ δικαιώνεται, ἔτσι, ἡ εὔστοχή του ἄριστου ἀναγνώστη καὶ «συνομιλητῆ» τους Ὀδυσσέα Ἐλύτη ρήση, γιὰ τὴν ἰδανικὰ ταιριαστὴ συνύπαρξη, συμπόρευση καὶ στν-μνημόνευσή τους, ἐμψυχωτικὰ καὶ λυτρωτικὰ ἢ ἐξορκιστικὰ σὲ κάθε (σχεδὸν) κατάσταση κακοπάθειας ἢ δοκιμασίας, πειρασμοῦ ἢ συντριβῆς…

ΣΗΜΕΡΑ, λοιπόν, κ᾿ ἐδῶ, στὴν ἄλλοτε «ὡραία καὶ μόνη» μητρικὴ τοῦ ἰσόθρονου Ἀνδρέα Κάλβου γῆ, στὴν ἰδιαίτερη ἐπίσης πατρίδα τοῦ θεοφίλητου Ἁγίου της Συγγνώμης καὶ τοῦ ἄξιου εὐλαβικῆς «προσκύνησης» Διονυσίου Σολωμοῦ, πάλι σὲ μέρες θολερὲς ἢ ζοφερές, νιώθεις νὰ φτάνει καὶ νὰ περιφέρεται ἁπλός, σιωπηλὸς καὶ ἀνθεκτικὸς ὁ Αἰγαιοπελαγίτης ὁμόλογος καὶ κοινωνός τους κυρ-Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στὰ ἑκατόχρονα ἀπὸ τὴν «κοίμησή» του, γιὰ ν᾿ ἀποτελέσει μαζί τους μιὰ ἄλλου ἑορτολόγιου Ἱερῶν Πνευμάτων τριάδα, ἱκανὴ καὶ ἄξια νὰ ἐκληφθεῖ καὶ νὰ λειτουργήσει θαυματουργὰ σὰν σημεῖο ἢ «σῆμα» ἡδύφωτο παραμυθίας, ἀνά(σ)τασης ἢ δράσης ἀφυπνιστικῆς…

Πιὸ πολύ, ἐνορατικὰ ἢ φανταστικὰ σαρκώνοντας τὸν πέρ᾿ ἀπὸ ὅποια στενὰ πλαίσια, ὅρια ἢ σχήματα «Ἅγιο τῶν Γραμμάτων μας», καὶ λογοτεχνικὰ πασχίζοντας ν᾿ ἀφηγηθεῖς κάτι ἐλάχιστο ἀπὸ τοῦτο τὸ ἰδεατὸ «ταξίδι» του, τὸν αἰσθάνεσαι πράγματι νὰ συγχρωτίζεται καὶ νὰ συνυπάρχει ἄριστα καὶ ἁρμονικά, ἠθικοπνευματικὰ καὶ «συμ-φωνικά», μὲ τὸν νέο μας -μὲ λυρικοφιλοσοφικὰ «ἔπη»- Ὅμηρο ἢ Γενάρχη τῆς νεοελληνικῆς ποίησης, τὸν ἰδιοφυῆ καὶ ἀξεπέραστο Κόντε Διονύσιο Σολωμό. Καὶ μαζὶ θωρώντας τους, νιώθεις καλότυχα καὶ ἡδονικὰ νὰ σὲ ὁδηγοῦν μυστηριακά, φαντασιακὰ ἢ πραγματιστικά, πεζογραφικὰ καὶ ποιητικά, θεματικὰ ἢ λεκτικά, λίγο-πολύ, φέροντας σὲ λ.χ. ἀπὸ τοὺς κρυφοὺς μυχοὺς τῆς «Φόνισσας» στὴν ἄξενη ἐξώθυρα τῆς «Γυναίκας τῆς Ζάκυθος», ἀπὸ τὸ ρεαλιστικὸ «Ὄνειρο στὸ κύμα» στὸ ρομαντικὸ «Ὄνειρο τῆς Μαρίας», ἀπὸ τὸν μυθιστορικὸ «Χρῆστο Μηλιόνη» στὸν ἐλεγειακὸ ἢ δοξαστικὸ «Μάρκο Μπότσαρη», ἀπὸ τὸν πολύφθογγο «Λαμπριάτικο ψάλτη» στὴν πάμφωτη «Ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς», ἀπὸ τὴν περίτεχνη «Φαρμακολύτρια» στὴν ἄδικα «Φαρμακωμένη» κόρη, ἀπὸ τὴν ἐπιβλητικὴ «Βασιλικὴν δρῦν» στὸ πυκνόφυλλο ἢ πολυκλάδο φωτοδέντρο τοῦ «Carmen Saeculare»… Ἤ, ἀκόμη, ἀπὸ τὰ λεπτὰ ἐρωτικὰ παπαδιαμάντεια μιλήματα στὸν πνευματικὸ-ἐξιδανικευτικὸ σολωμικὸ ἐρωτισμό, ἀπὸ τὸν πολύμορφο ἀνθρωποκεντρισμὸ τοῦ Σκιαθίτη πεζογράφου καὶ ποιητῆ στὴν ἀνοδικὰ κυρίαρχη Ἰδεοκρατία τοῦ Ζακυνθινοῦ ὁμοτέχνου του, ἀπὸ τὴν ἠθικοθρησκευτικὴ «ταυτότητα» καὶ πορεία τοῦ λαϊκῆς καταγωγῆς ἠθογράφου στὸν «ὄμορφο κόσμο, ἠθικό, ἀγγελικὰ πλασμένο» τοῦ ἐπίμονα πολυπαιδευμένου γιὰ τὴν κατοχύρωση τοῦ πατρικοῦ ἀριστοκρατικοῦ τίτλου ποιητῆ τῶν ἀνολοκλήρωτων «Ἐλεύθερων Πολιορκημένων», ἀπὸ τὶς βιωματικὲς ἢ ἄλλες δοκιμασίες τοῦ χαμηλόφωνου καὶ καρτερικοῦ Παπαδιαμάντη στὰ ὅποια τραύματα ἢ «χάσματα» καὶ τὴν αὐτοβασανιστικὴ ἢ συγκρουσιακὴ πάλη καὶ σιωπὴ τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὴν ἑκούσια ἢ ἀκούσια, ἀναγκαία καὶ δημιουργικὴ μοναχικότητα τοῦ ἑνὸς στὴν πικρὴ -ὅλο στερήσεις- μὰ ὄχι ἄγονη «ἐρημία» ἢ «κόλαση» τοῦ ἄλλου… Ὅπως ἀκόμη, -συσχετικά, συγκριτικά, ὁμόλογα ἢ ἀντιθετικά… - ἀπὸ τὴν πατριδοφιλικὴ καὶ φυσιολατρικὴ διάθεση, στάση καὶ ἔκφραση τοῦ πρώτου στὴν κυριαρχικὴ καὶ βαθύτερη αἰσθητοποίηση ἢ προσωποποίηση τῆς Πατρίδας καὶ τῆς Φύσης ἀπὸ τὸν δεύτερο. Καί, τέλος, νιώθεις νὰ σὲ φέρνουν κοντὰ σ᾿ ὅ,τι ἄλλο στοιχεῖο τοὺς συνδέει ἢ τοὺς διαφοροποιεῖ ὡς πρὸς τὴ σχέση τους ἢ τὴ θέση τους στοὺς τομεῖς καὶ τοὺς χώρους τῆς Ἱστορία, τῆς Γραμματολογίας, τῆς Φιλολογίας / Λογοτεχνίας (ποίησης, πεζογραφίας, μετάφρασης), τῆς Γεωγραφίας / Τοπιογραφίας, τῆς Ἀνθρωπο-Κοινωνιολογίας, τῆς Θρησκείας, τῆς Φιλοσοφίας, τῆς Ἠθικῆς, τῆς Ψυχολογίας, τῆς Λαογραφίας, τῆς Πολιτικῆς…

ΕΤΣΙ καὶ τώρα, μετὰ τὴν πρώτη ὀλιγόχρονη βιολογική τους συνύπαρξη στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα (μὲ τὴ γέννηση τοῦ Παπαδιαμάντη ἕξι χρόνια πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Σολωμοῦ), θαρρεῖς καὶ νιώθεις νὰ συναπατιοῦνται, διαχρονικὰ-ἢ ἐπίκαιρα, κ᾿ ἐδῶ, ὁ ἡδύφωνος ψάλτης τῶν σκιαθίτικων ναΐσκων (ἢ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου) καὶ ὁ δικαιοζήτης ἐγκάτοικος τοῦ ζακυνθινοῦ Ἅγιου Λύπιου. Καὶ μὲ τοὺς δύο, πάντα συγγενικούς, λίγο-πολύ, καὶ συναντώμενους- παράξενα, ἰδιότυπα, χαρακτηριστικὰ καὶ σημειολογικὰ –σὲ διάφορα καὶ διακριτὰ (ἢ ἀπόκρυφα) τῆς ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης τους ἐπίπεδα, μὲ τὶς ὅποιες εὔλογες ὁμοιότητες ἢ διαφορές τους: καταγωγῆς, οἰκογένειας, ἰδιοσυγκρασίας, μόρφωσης, ἀσχολιῶν ἢ ἐνδιαφερόντων, συγγραφικοῦ ἔργου, θεματολογίας, γλώσσας κλπ. σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἐποχή τους, τοὺς τόπους ποὺ ἔζησαν ἢ ἔδρασαν, τὶς τότε ποικίλες συνθῆκες ἢ καταστάσεις, τὶς δυνατότητες καὶ τὶς ἐπιλογές τους, τὸν στενὸ ἢ εὐρύτερο περίγυρό τους, τὴν ἀντιμετώπιση ἢ τὴν ἀναγνώριση καὶ καταξίωσή τους, τὴ θέση καὶ τὴ σημασία τους στὸν νεοελληνικὸ καὶ τὸν (ὅποιον) ἄλλο εὐρωπαϊκὸ πολιτισμικὸ-πνευματικὸ χῶρο… Καὶ ὅλ᾿ αὐτά, στὴ διάρκεια τῆς μεταθανάτιας ἐπιβίωσης καὶ «παρουσία» τους, ἀφότου ἄφησαν τὸν «μὲ καημοὺς καὶ πάθια» κόσμο τοὺς (59χρονος ὁ «ἀλαφροΐσκιωτος» τῶν Ἑπτανήσων Διονύσιος Σολωμὸς καὶ 60ετὴς ὁ κατανυκτικός των Σποράδων λειτουργὸς Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης), μὲ ἀδιατάρακτη τὴ συγκατοίκηση καὶ τὴν παραμονή τους στὶς κορφὲς τοῦ νεοελληνικοῦ Παρνασσοῦ, μέχρι τὴ σημερινὴ (καὶ κάθε μελλοντικὴ - ὄχι μόνο ἐπετειακὴ) ἀπὸ κοινοῦ μνημόνευση καὶ «συνάντηση» μαζί τους.

Ζάκυνθος, Ἰανουάριος 2011