Σωτήρης Γουνελᾶς - Οἱ «μεταγραφὲς» τοῦ Παπαδιαμάντη

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευὴ 29 Ἀπριλίου 2011

Ὁ Σωτήρης Γουνελᾶς εἶναι ποιητὴς-συγγραφέας

Στὸ πρόσφατο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη (Δόμος, 2010) ὁ Λάμπρος Καμπερίδης θέτει ἕνα ζήτημα ποὺ ἐλάχιστα ἔχει ἀπασχολήσει τοὺς Ἕλληνες, ὄχι μόνο σὲ σχέση μὲ τὸν Παπαδιαμάντη ἀλλὰ καὶ γενικότερα.

Οταν ἀρχίζει ὁ Π. νὰ γράφει (1880), δὲν ὑπάρχει μυθιστορηματικὴ παράδοση στὴν Ἑλλάδα. Τονίζεται δηλαδὴ ὅτι ὁ ἑλληνικὸς κόσμος εἶναι ἐξοικειωμένος μὲ «ἀμεσότερη ἐκφορὰ λόγου», μὲ ἀφηγήσεις καὶ ἐξιστορήσεις οἱ ὁποῖες ἔχουν κυρίως προφορικὸ χαρακτήρα. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κ., μοῦ θυμίζει μιὰ συνάντησή μου στὴ Μάνη μὲ συγγενικὸ πρόσωπο, μεινεσμένο μονάχο σὲ ὀρεινὸ ἐρημοχώρι, ποὺ ὅταν ἄρχισε νὰ μιλᾶ καὶ νὰ ἀφηγεῖται, βρέθηκα μπροστὰ σὲ ἕνα θαῦμα ὁμιλήματος, τέτοιας ζωντάνιας καὶ τέτοιας συνοχῆς, ποὺ ἔμεινα ἐμβρόντητος.

Μὰ ὁ Κ. ὑπογραμμίζει καὶ κάτι ἄλλο. Λέει ὅτι ὁ ἑλληνόκοσμος τὸν 19ο αἰ. παρέμενε πιστὸς στὴ ζωντανὴ παράδοση τῆς προφορικῆς μετάδοσης τοῦ λόγου, ποὺ σημαίνει ἀκόμη ὅτι, ὅταν πρόκειται γιὰ μετάδοση γνώσης, αὐτὸ γινόταν μέσα ἀπὸ τὴν προσωπικὴ σχέση δάσκαλου-μαθητῆ. Ἡ σχέση λοιπὸν φωνῆς καὶ γραφῆς ὄχι μόνον ἀφορᾶ τὴν περίπτωση Παπαδιαμάντη, ἀλλὰ θὰ ἔλεγα ὅτι ἀνάγεται στὸν πλατωνικὸ Φαῖδρο. Ὅταν ὁ θεὸς Θεῦ ἀνακοινώνει στὸν αἰγύπτιο βασιλιὰ τὴν ἀνακάλυψη τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν, τῆς γραφῆς δηλαδή, ὁ βασιλιὰς τοῦ ἀποκρίνεται: αὐτὸ ποὺ βρῆκες εἶναι φάρμακο λήθης. Τί τοῦ λέει δηλαδή; Τοῦ λέει ὅτι οἱ ἄνθρωποι, καταφεύγοντας στὴ γραφή, θὰ πάψουν νὰ ἀσκοῦν τὴ μνήμη τους, πράγμα ποὺ βέβαια συντελεῖται πολὺ περισσότερο ὅταν δὲν ὑπάρχει γραπτὸς λόγος, ὅταν δηλαδὴ ἡ ἀπομνημόνευση γίνεται ἐσωτερικά, ἢ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν προφορικὴ ἀνταλλαγὴ περιγραφῶν, σκέψεων, εἰκόνων, παραστάσεων, ὀνείρων κ.λπ. Μὰ τοῦ λέει καὶ κάτι ἄλλο: ὅτι θὰ γίνονται ἀπὸ σοφοὶ (ποὺ ὑποτίθεται εἶναι τὸ ζητούμενο) «δοκησίσοφοι», θὰ νομίζουν ὅτι ἔγιναν σοφοί, χωρὶς νὰ εἶναι. Γιατί τὸ λέει αὐτό; Γιατὶ διαβάζοντας αὐτὰ ποὺ ἔχουν γράψει ἄλλοι, θὰ τὰ περνοῦν γιὰ δικά τους, αὐτὴ τὴ γνώση καὶ τὴ σοφία, ποὺ θὰ τοὺς παραδίνεται γραπτῶς, ἐκεῖνοι θὰ τὴν οἰκειοποιοῦνται καὶ θὰ νομίζουν πὼς τὴν κατέχουν.

Πίσω ἢ μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Σωκράτη παρουσιάζεται ὁλόκληρη ἡ «φιλοσοφία» του, ἡ ἐπιμονή του στὴν ἐνοίκηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν λόγο καὶ ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ ἐκείνη κατάσταση τῆς ψυχῆς, ποὺ ἐπιτρέπει μέσα ἀπὸ τὴν αὐτογνωσία νὰ συναντᾶ ὁ ἄνθρωπος τὸ Ἀγαθὸ καὶ τὸ Φῶς του. Νὰ μὴν εἶναι δηλαδὴ αὐτὰ μεταδιδόμενα ἀπὸ ἐξωτερικὴ μάθηση, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ Σωκράτης ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο «νὰ στραφεῖ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τοῦ γίγνεσθαι πρὸς τὴν ἄλλη πλευρά, ὥσπου νὰ γίνει ἱκανὴ ἡ ψυχὴ νὰ ἀντέχει νὰ ἀντικρίζει τὸ ὂν καὶ τὸ πιὸ φωτεινὸ ἀπὸ τὸ ὄν· καὶ ἰσχυριζόμαστε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Ἀγαθό» (Πλάτωνος Πολιτεία, μτφρ. Ἰ. Σκουτερόπουλου, ἔκδ. Πόλις, 2002, σ. 513).

Τὸ ζήτημα: ἀπὸ τὴ μιά, φωνὴ καὶ προφορικὸς λόγος καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, γραφή, μὲ ἔχει ἀπασχολήσει καὶ σὲ ἄλλα γραπτά, σὲ καιροὺς ποὺ κατακλυζόμαστε ἀπὸ ποταμοὺς γραπτοῦ λόγου, ποὺ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀνήκει στὴ «δοκησισοφία» γιὰ τὴν ὁποία μιλήσαμε. Μὲ τὴν προσέγγιση τοῦ Καμπερίδη ξαναβρισκόμαστε μπροστὰ στὸ ἴδιο ζήτημα, καθὼς τονίζει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἐπιμένει στὶς μικρὲς ἀφηγήσεις του, κρατώντας τὴν προφορικὴ παράδοση, μένοντας δηλαδὴ κοντὰ στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, στὸν ὑπαρξιακό τους κόσμο, γράφοντας στὸ χαρτὶ τὴ ζωή τους καὶ ὄχι τὰ φαντασιοκοπήματά του, βάζοντάς τους, τελικά, μπροστά σε ἕναν καθρέφτη οἰκεῖο καὶ πατροπαράδοτο.

Οἱ ἀντίστοιχες ἐξελίξεις στὸν δυτικὸ κόσμο, συνδυάζοντας, μέσῳ προτεσταντισμοῦ, «ἀτομικὴ σωτηρία» μὲ «ἐκμάθηση γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης» καὶ συνακόλουθα «ἀτομικὴ ἀνάγνωση καὶ ἑρμηνεία τῶν γραφῶν», μαζὶ ἐννοεῖται μὲ τὴν ἐξάπλωση τῆς τυπογραφίας, προωθοῦν τὴν «κλειστὴ εὐσέβεια» -λέει ὁ Καμπερίδης- παραμερίζοντας τὸν προφορικὸ λόγο καὶ καθιερώνοντας τὴν ἔντυπη μορφὴ τοῦ μοναχικοῦ καὶ ἀπομονωμένου ἀνθρώπου. Ἀκόμη καὶ στὴ Δύση, σὲ παλαιότερες ἐποχές, οἱ νουβέλες καὶ τὰ μυθιστορήματα γράφονταν καὶ διαβάζονταν ἐκφώνως ἢ τροφοδοτοῦνταν ἀπὸ ἱστορίες καὶ ἀφηγήσεις ποὺ λέγονταν σὲ συντροφιές.

Ὁ Παπαδιαμάντης λοιπόν, μετέχοντας ὁ ἴδιος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου, βαθαίνοντας στὶς ἀλήθειες τῆς παράδοσής του, κάτοχος ξεχωριστοῦ ποιητικοῦ χαρίσματος, καὶ ἀκολουθώντας τὸν κενωθέντα Θεὸ Λόγο, «κατέρχεται» μὲ τὴ σειρά του στοὺς ταπεινοὺς νησιῶτες, στὴν ψυχή τους καὶ στὰ πάθη της, πλάθει καὶ ἀναπλάθει τὰ πραγματικὰ γεγονότα καὶ συμβάντα «μεταγράφοντας» καὶ μεταφέροντας τὰ προφορικὰ καὶ αἰσθαντικὰ πλαίσια τῆς παράδοσής του. Ἐννοεῖται πὼς τὰ μεταφέρει ἐναρμονίζοντας τὸ ποιητικὸ καὶ δημιουργικὸ χάρισμά του στὸν ρυθμὸ τῶν ταπεινῶν ἀνθρώπων, ποὺ ὁ Λορεντζᾶτος ἔχει ἀποκαλέσει «κόσμο τῆς σποραδίτικης ταπεινοσύνης ἢ τῆς πρωτευουσιάνικης φτωχολογιᾶς» καὶ ὁ Μαλεβίτσης «προαστικὴ ζωή, πρὶν ἀπὸ τὸ ράγισμα τοῦ πνευματικοῦ οἰκοδομήματος». Μὰ τὸ κάνει καὶ γιὰ ἕναν πρόσθετο λόγο: γιατὶ τὸ ὄργανο ποὺ εὐλογεῖ ἡ Ἐκκλησία, ὡς ὄργανο δοξολογικό, ὑμνολογικὸ καὶ εὐχαριστιακό, τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ πρὸς ὁλόκληρη τὴν Τριάδα εἶναι ἡ φωνή. Τὸ γνωρίζει καλὰ γιατὶ εἶναι ὁ ἴδιος ψάλτης. Συνδυάζει ἑπομένως θαυμάσια τὴν ὑμνολογικὴ φωνὴ μὲ τὴ φωνὴ τῶν ζωντανῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀκούει περιφερόμενος στὸν κόσμο, εἴτε διὰ ζώσης εἴτε μέσα ἀπὸ ἄλλα ἀκούσματα, ἀφηγήσεις, ἐξιστορήσεις, γεγονότα. Ἀντλώντας ὅμως, μὲ ἰδιαίτερη προσήλωση, ἀπὸ τὰ νάματα τῆς Πίστης καὶ τῆς ἐν Χριστῷ βιοτῆς, δὲν θέλει νὰ ἐργαστεῖ μονάχα γιὰ τὴ δική του προσωπικὴ ἀνακαίνιση, ἀλλὰ ἐπιζητεῖ νὰ συμβάλει σὲ μιὰ «ἀλληλοπεριχώρηση» τῆς συνόλης ζωῆς τῆς κοινότητας μέσα ἀπὸ τὴ βαφτισμένη στὸ μυστήριο γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτὸ τὸ φωνητικὸ καὶ προφορικὸ μέρος ποὺ τονίστηκε ἐδῶ, συνοδεύεται στὸν Παπαδιαμάντη καὶ ἀπὸ τὶς μιλιὲς καὶ τοὺς ἤχους τῆς κτίσης, τοὺς ψιθύρους, τὶς ριπές, τὰ μινυρίσματα, τὸ κελάρυσμα, τὶς χορδές, τὴν αὔρα, τὶς κρυμμένες ἢ φανερὲς ἁρμονίες τοῦ σύμπαντος, ποὺ σὲ ὁρισμένα διηγήματα γίνονται στὴν κυριολεξία χορὸς αἰσθήσεων καὶ μουσικῆς, ποὺ σκοπεύουν ὅμως, ὄχι νὰ κλείσουν τὸν ἀναγνώστη στὰ ἐπίγεια, ἀλλὰ νὰ τὸν σηκώσουν πάνω ἀπὸ αὐτά, νὰ τὸν ἀνοίξουν στὸ ἄλλο Φῶς. Ἡ σταυρωμένη ἀγάπη, ποὺ συνιστᾶ βίωμα στὸν Π. καὶ τὸν καθιστᾶ συγγενῆ των ταπεινῶν, ἡ ἴδια τὸν φωτίζει νὰ μετατρέψει τὴ ζωή τους σὲ συναξάρι, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο διαβάζει ὁ ἀναγνώστης καὶ τὴν ἄλλη ὄψη της: τὴν ἀναστάσιμη.