Δημήτρης Κοσμόπουλος - Τὸ αἷμα καὶ τὸ πνεῦμα

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευὴ 29 Ἀπριλίου 2011

Ὁ συντάκτης εἶναι ποιητὴς καὶ δοκιμιογράφος

Ἂν δὲν δώσεις αἷμα, δὲν λαβαίνεις πνεῦμα - αὐτὸ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραψε μὲ τὸ αἷμα του, μὲ τὸ αἷμα του -κυριολεκτικὰ- πότισε τοὺς ἀμάραντους λειμῶνες τῶν χλοαζόντων θαυμάτων.

Τὶς σελίδες του. Ξετυλίγοντας τὸ εἰλητάριο μιᾶς ἀέναης προσευχῆς. Ἐκεῖνος μὲ βλέμμα «τεθαμβωμένον» ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπο ὡς μυστήριο καὶ τὴν κτίση ὡς ἀποκάλυψη θεϊκῆς ἀγάπης. Καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ πάσχοντες ἀπὸ «γραμματανθρωπισμὸν ποὺ φονεύει τὰ ἀσθενῆ τάλαντα» καὶ ἀπὸ «τὸν διλεταντισμὸν ποὺ χαρακτηρίζει τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς τέχνης τῶν ἡμερῶν μας» (βλ. Π. Νιρβάνας, Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, περ. «Παναθήναια», Τόμ. ΙΓ´, 15 Ὀκτ. 1906) - οἱ ἄλλοι, λοιπόν, ἔβλεπαν ἕναν κουρελή. Περπάτησε σ᾿ αὐτὸν τὸν βίο προσευχόμενος, δηλαδὴ ἀδιάπτωτα καὶ ἀκαταμάχητα ἐρωτευμένος. Ἡ γραφή του εἶναι καρπὸς προσευχῆς, ὅπως τὸ σταφύλι στὴν ἄμπελο. Προσευχόμενος καί, κατὰ κόσμον, διαρκῶς ἡττημένος. «[...] Μὲ 6 χιλ. δραχμὰς διετηρήθην ἐγὼ εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπὶ 10 ἔτη, πότε νηστικὸς καὶ πότε χορτάτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. [...]», γράφει στὸν ἀνησυχοῦντα πατέρα του, στὶς 15 Ὀκτωβρίου 1881. Ἐγκάθειρκτος στὴ σπατάλη γιὰ τὸν ἐπιούσιο, ἄχρι πέρατος κελεύθους. Ξενιτεμένος, ἀνέστιος, φερέοικος καὶ πλάνητας, ὅπως ὁ ξεπεσμένος του Δερβίσης. Ξεπεσμένος καὶ ἀποτυχημένος γιὰ τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ τῆς ἀθηναϊκῆς θορυβοποιίας. Ἐξόριστος καὶ λαμπερὸς μέσα στὴν «ἔντιμον πενίαν» καὶ στὴ συνειδητὴ ἀκτημοσύνη. Μηδὲν ἔχων καὶ τὰ πάντα κατέχων. Μ᾿ ἀρέσει πολύ, παιδιόθεν, ποὺ ὁ Φώτης Κόντογλου ὀνοματίζει τὸν Παπαδιαμάντη Χριστιανὸ Δερβίση. Ἐξόριστος, ὁ ἱερατικὸς διάκονος τοῦ κάλλους «μὲς στῆς Ἀθήνας τὶς ἐμορφιές». «[...] εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης -ὅπου ἀπὸ πολλοῦ σύρω τὸν σταυρόν μου, μὴ ἔχων πλέον δυνάμεις νὰ τὸν βαστάζω- εἰς τὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν. [...]» (βλ. τὸ διήγημα Νεκράνθεμα, δημοσιευμένο στὸ Ἐλεύθερον Βῆμα, τὴν 6η Ἰουνίου 1925). Μιλῶ γιὰ τὸ αἷμα τῆς ψυχῆς του. (Αὐτὸ ποὺ ὁ Ἐγγονόπουλος ἔλεγε «τὸ αἷμα τσῆ καρδίας μου».) Γιατὶ τὸ αἷμα τοῦ κορμιοῦ του τό ῾σπειρε στὰ γραφεῖα τῶν ἐφημερίδων, ἀόκνως ἐργαζόμενος, μεταφράζων εἰδήσεις, ρεπορτάζ, μυθιστορήματα. Μὲ πλήρη ἐποπτεία τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς σκέψης τοῦ καιροῦ του.

Τώρα ποὺ ἔρχονται σιγὰ σιγὰ στὸ φῶς οἱ θαμμένοι μέσα στὴν κίτρινη σκόνη τῶν σελίδων ἀπὸ τὶς φυλλάδες ἐκείνου τοῦ καιροῦ, οἱ πολύτιμοι μαργαρίτες τῶν λέξεών του χάρις στὴν κραταιὰ ἀγάπη, τὴ φιλολογικὴ ἐμβρίθεια καὶ τὸ ἀσίγαστο μεράκι ἀφοσιωμένων ἀνθρώπων - τώρα βλέπουμε τὸ ξόδεμά του καὶ εἰσερχόμαστε στὸν κόπο του. Ὁ κόπος ἐτοῦτος κράτησε μέχρι τὰ τελευταῖα της ἐπίγειας ζωῆς του ἔτη. Στὶς 2 Ἰανουαρίου τοῦ 1904 γράφει στὸν Βλαχογιάννη, ποὺ τὸν πιέζει νὰ κάνει πιὸ γρήγορα, στὴ μετάφραση τῆς Ἱστορίας τοῦ Γόρδωνος, ἀνάμεσα σ᾿ ἄλλα: «[...] Πέντε ἡμέρας ἐδοκίμασα τὸ σύστημα τῆς ὀκταώρου ἐργασίας, μὲ σκοπὸν νὰ τελειώσω γρήγορα, ὅπως ζητεῖς. (Εἰσῆλθα τώρα εἰς τὸν Β´ τόμον.) Ὁ λιχανὸς τῆς δεξιᾶς μου ἔχει δαρμοὺς καὶ πόνους, καὶ τὰ δύο ἄλλα δάκτυλα πάσχουσι σκλήρυνσιν τοῦ δέρματος. Ἡ μέση μου πονεῖ. Ὥστε ξανακύλισα πίσω εἰς τὴν πεντάωρον. Ἐδῶ, καὶ νὰ θέλω, σχεδὸν ἀδύνατόν μου εἶνε νὰ ἐργάζωμαι τὰς Κυριακὰς καὶ ἑορτάς. [...]». «Ἀδερφὲ Ἀλέξανδρε», ἐπιμένει ὁ Βλαχογιάννης, «Φίλτατε ἀδερφὲ Ἰωάννη...» ἀπαντᾶ ὁ μάρτυρας Ἀλέξανδρος, εὑρισκόμενος στὴ Σκιάθο, ὅπου ἔχει ἐπιστρέψει «εἰς τὸν τόπον τῆς μικρᾶς ἀναψυχῆς», μὲ τὸν ἀδελφό του Γιώργη νὰ «ἔχῃ πάθει τὰς φρένας». Ὁ Γεώργιος, «Δημογραμματεὺς ἐν Πορταριᾷ»· κι ἔπρεπε νὰ ἐργάζεται ἐπιπροσθέτως ὁ Ἀλέξανδρος, ὥστε νὰ συνδράμει τὶς ἀδελφές του, ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ Γεωργίου. Ἀλλά, γιατί τέτοια ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀθώου ἀμνοῦ στὸν Βλαχογιάννη; Γιατί ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸν Μαλακάση, ὁ ὁποῖος μὲ σθεναρὴ φωνὴ τὸν χαρακτήρισε τὸν «μεγαλύτερο νεοέλληνα ποιητή»; Γιατί οἱ συνομιλίες του μὲ τὸν Δαμβέργη, τὸν Χατζόπουλο, τὸν Κονδυλάκη, τὸν Καρκαβίτσα; «Μὲς στῆς Ἀθήνας τὶς ἐμορφιὲς» (ρεμπέτικο) ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης μὲ δύο «σειριὲς» ἀνθρώπων ἔκανε παρέα. Μὲ τοὺς ἀληθινοὺς δημιουργούς, ποὺ ἔνοιωθε ὅτι καταλάβαιναν. Καταλάβαιναν πὼς οἱ λέξεις του τοὺς ἀνοίγουν τὸ μυστικὸ μονοπάτι γιὰ νὰ βγοῦν στὸ ξέφωτο τῆς χαμένης ἑνότητας τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων - ἐκεῖ ὅπου παρέμενε ἄτρωτος καὶ ὁλοτμητος ὁ τρόπος ὁ ὁποῖος κάνει τὸ πένθος χαρὰ καὶ τὴ χαρὰ δακρυόεσσα ἀγάπη. Ὁ τρόπος τῆς συγχωρήσεως. Οἱ ἀληθινοὶ δημιουργοὶ -κι ὄχι ὁ πολτὸς τῶν γραμματανθρώπων- εὕρισκαν στὶς παραγράφους του τὴν πνοὴ τῆς λεπτότατης αὔρας, ἡ ὁποία σμιλεύει τὸν καημὸ καὶ τὰ βάσανα σὲ ἐλεύθερη ὕπαρξη. Αὐτὸ τὸ κάτι ἀπὸ τὴν ἀπολεσμένη αἴγλη τῆς κοινότητας καὶ τοῦ μοιράσματος. Τοῦ δοσίματος μέσα ἀπ᾿ ὅπου ὁ βίος ἀπὸ παραίσθηση γίνεται ζωὴ παλλόμενη. Αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς τὸν νοιάζονταν, μὲ βαθὺ σεβασμὸ καὶ ὅσο μποροῦσαν. Ὅταν πρόκειται νὰ φύγει γιὰ τὴ Σκιάθο, δίνει τὸ ἀποχαιρετιστήριο γεῦμα στοῦ Μπαρμπαγιάννη, στὴ Δεξαμενή. Ὁ Μαλακάσης τὸν ρωτάει μὲ ἐταστικὴ τρυφερότητα: «[...] Ἀγόρασες ροῦχα καὶ παπούτσια; -Ἀγόρασα Μιλτιάδη μου. Δὲν ψεύδομαι ἐγώ. Ἀλλὰ τὰ πῆρα παληά. Θέλεις νὰ ἁμαρτήσω τώρα στὰ γεροντάματα;» Αὐτοὶ κι ἀκόμα ὁ Γεράσιμος Βῶκος, ὁ Κ.Α. Ψάχος, ὁ Νίκος Βέης εἶναι ποὺ καταγράφουν τὶς σχέσεις τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὴν ἄλλη «σειριὰ» - μὲ τοὺς ἁπλοὺς μανάβηδες, κηροπλάστες, οἰνοπαντοπῶλες, καραγωγεῖς. Μὲ ἀγαθοὺς λευΐτες, ὅπως ὁ Ἅγιος παπα-Νικόλας Πλανᾶς, στὶς ἀγρυπνίες τοῦ μικροῦ ἐκκλησιδίου, τοῦ Προφήτου Ἐλισαίου, στὴν ὁδὸν Ἄρεως στὸ Μοναστηράκι. Ἐκεῖ ὁ Παπαδιαμάντης συνέψαλε μὲ τὸν Μωραϊτίδη, ἐνόσῳ ὁ ἱερουργὸς παπα-Νικόλας Πλανᾶς, στὰ μάτια τῶν καθαρῶν τῇ καρδίᾳ, ἴπτατο τοῦ ἐδάφους. «[...] Αἴγλη ἀπολύτου εὐτυχίας ἐφώτιζε τὴν δασύτριχα μορφή του μὲ τὴν σγουρὰν μαύρην γενειάδα καὶ τὴν ὁμόχρωμον πλουσίαν κόμην. Ἠτο ἀγνώριστος καὶ ἡ μορφὴ ἐκείνη ἡ τόσω σκυθρωπὴ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἐδῶ εἰς τὸ γραφεῖον, ἐφαιδρύνετο ὑπεράνω του ἱεροψαλτικοῦ ἀναλογίου. Ἔψαλλε δὲ ὁ συγγραφεὺς τῆς «Νοσταλγοῦ» μετὰ ζέσεως καὶ πάθους ἀληθινοῦ [...]» (βλ. Γεράσιμος Βῶκος, Ἀγρυπνία εἰς τὸν Ἅγιον Ἐλισαῖον, ἐφ. «Ἀκρόπολις» 1894). Ὅμως οἱ «ἐπίσημοι ἐκπρόσωποι» τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, «οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες» κατὰ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τί ἔκαναν; Ὅπως καὶ τώρα, ὅπως καὶ πάντα, δὲν ἔπαιρναν χαμπάρι. Μετὰ τὴν κοίμησή του βεβαίως, καὶ κατὰ συρροήν, προσπαθοῦν ἀνυποψίαστοι καὶ «οὐκ ἀναγνώσαντες» νὰ ἀνεμίζουν τὸ ὄνομά του, ὡς σημαία τῆς ἑκάστοτε μορφῆς ποὺ λαβαίνει ἡ «χριστιανικὴ ἰδεολογία». Ἤ, ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς θεωρητικὰ βαρυφορτωμένους, γυρεύουν νὰ τὸν τακτοποιήσουν ὡς ὑποσημείωση σὲ βαθυστόχαστες ἑρμηνευτικὲς ἐργασίες, ποὺ θεμελιώνουν θανατερὲς καριέρες. Ἀλλὰ πῶς μπορεῖ νὰ γίνει ὁ πόνος ὑπόθεση λογοτεχνικῆς, θρησκευτικῆς ἢ ἰδεολογικῆς βεγγέρας; Τὰ ἰψενικὰ τρίγωνα καὶ τὰ φροϋδικὰ τετράγωνα συμπλεγμένα μὲ τὴ διαστροφὴ τῆς πίστης σὲ θεωρία δὲν ἑξαρκοῦν. Ὁ Τσαρούχης ἄλλωστε εἶχε προειδοποιήσει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης «μὲ δύο ἢ τρία ῾θρησκόληπτα᾿ καὶ ἀγράμματα γραΐδια τοῦ νησιοῦ του, ἀχρηστεύει τὸν Φρόυντ.» Ἐπειδὴ δὲ στὸν κόσμο αὐτὸ «Τὸ πνεῦμα δὲν τὸ ἔχεις, τὸ καταχτᾶς ἢ βιάζεις τὴ βασιλεία του», ὅπως ἔγραφε ὁ Ζήσιμος Λορεντζᾶτος στὸ ἐμβληματικὸ γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη κείμενό του (περ. «Ὁ Ταχυδρόμος», 1961) καὶ μὲ τὸ αἷμα τῆς ψυχῆς του ἀντίτιμο, ὁ Παπαδιαμάντης παρέμεινε διακαῶς ἐρωτευμένος μὲ τὴν ἀληθινὴ ζωή. «Κράτησε τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος», λέει ὁ Καροῦζος. Κατὰ τοῦτο πραγμάτωσε τὴν προτροπὴ τοῦ Ἀββᾶ Λογγίνου: «δὸς αἷμα καὶ λάβε πνεῦμα» (βλ. Γεροντικόν, Ἀββᾶς Λογγίνος, ἀπόφθεγμα Ε´).