Βασίλης Γκουρογιάννης - Ὁ Παπαδιαμάντης ἀπὸ φωτογραφία

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2011

Ὑπεύθυνος ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, μελετητές, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεών του Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Ἀνάμεσα Πρωτοχρονιὰ καὶ Φῶτα. Ὁ βοριὰς κυλοῦσε ὄγκους νεροῦ ἀπὸ τὸν Ἄθω καὶ τοὺς βροντοχτυποῦσε στὰ ἀκρογιάλια τοῦ Πηλίου. Ἡ ἄμπωτις τοῦ κυματισμοῦ ἔθαβε καὶ ξέθαβε στὴν ἄμμο τὴ βέρα ποὺ γλίστρησε ἀπὸ τὸ δάχτυλο τὸ περασμένο καλοκαίρι, ἔφερνε καὶ ἔπαιρνε φτηνιάρικα παπούτσια καὶ μπουφὰν λαθρομεταναστῶν ποὺ τοὺς γύμνωσε ἡ τρικυμία μεσοπέλαγα σὲ κάποιο ἄγνωστο ναυάγιο. Στὸν Ἅϊ-Γιάννη στὸ Πήλιο ἄκουγα τὸ ἀγκομαχητὸ τοῦ Αἰγαίου ποὺ ἀγωνιζόταν νὰ σκαρφαλώσει χωρὶς χέρια στὸ μπαλκόνι τοῦ ξενοδοχείου μου. Ἡ ὥρα εἶχε προσπεράσει τὰ μεσάνυχτα. Ἄναψα δίπλα μου τὸ πορτατὶφ καὶ τράβηξα δύο μαξιλάρια παραγεμισμένα μὲ ἀχινοὺς στὸ κεφαλάρι τοῦ κρεβατιοῦ. Ἐκείνη τὴ χρονιὰ γιὰ πρώτη φορὰ εἶχα πάρει μαζί μου γιὰ παρηγοριὰ τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη ποὺ εἶχα πολλὰ χρόνια νὰ τὰ διαβάσω.

Τὸ μάτι μου ἔτρεξε ἐπίμονα ἐδῶ κι ἐκεῖ. Στῆς «Σταχομαζώχτρας» τὸ διήγημα ὑπολόγισα τέσσερις θανάτους (οἱ τρεῖς νέων), δύο ὀρφανά, ἕναν ἀγνοούμενο, μία μικρὴ χαρὰ καὶ τὴν ἴδια... τὴ Σταχομαζώχτρα τὴν ἀντιλαμβάνομαι ὡς πλάσμα χωρὶς κρέας καὶ κόκαλα. Ὅλα αὐτὰ πηγαίνουν πολλὰ χρόνια πίσω, ὅταν ὁ θάνατος περιφερόταν στοὺς μαχαλάδες σὰ γνώριμος διακονιάρης, χτυποῦσε ὅλες τὶς πόρτες καὶ ἀπὸ κάθε σπίτι ὅλο κάτι ἔπαιρνε καὶ πήγαινε παρακάτω. «κραταιὸς καὶ βαρυπνοος βορρᾶς, χιονιστής, ἐφύσα κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἁγίας ἡμέρας. Ὁ χειμὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγμων. Ἀπὸ τῶν κεράμων τῶν στεγῶν ἐκρέμαντο ὡς ὥριμοι καρποὶ σπιθαμιαία κρύσταλλα, τὰ ὁποῖα οἱ μάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν», «Βρὲ παιδιά, θυμάστε κανένας ἀπό σας, τὸ Γιάννη τ᾿ μπάρμπα- Στάθη τ᾿ Μοθωνιοῦ, ποῦ λείπει στὴν Ἀμέρικα ἐδῶ κι εἴκοσι χρόνια; Ἀκούσας τὸ ὄνομα τοῦτο ὁ ξένος ἀνεσκίρτησε καὶ ἐστράφη ἄκων πρὸς τὸν λαλοῦντα...». Αὐτὴ ἡ γλώσσα εἶναι τὸ γνωστὸ ἀγκίστρι μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Παπαδιαμάντης ἐπὶ δεκάδες χρόνια ἀγκίστρωσε ἀμέτρητα ψάρια, μεγάλα ψάρια τοῦ σκοτεινοῦ βυθοῦ, τὰ τελευταῖα ψάρια εἶναι ἀπὸ τὴ γενιά μου. Ὅμως τὰ νέα ψάρια δὲν τσιμποῦν, δὲν ἀναγνωρίζουν ὡς λαχταριστὸ δόλωμα καρφωμένο στὸ λογοτεχνικὸ ἀγκίστρι «τῆς Κοκκώνας τὸ σπίτι», «Τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο», «Τὴ Φόνισσα» κ.τ.λ. Αἰσθάνθηκα σὰν σὲ παραίσθηση τὸν Παπαδιαμάντη ἀπολιθωμένον ψαρὰ ποὺ ἐπιμένει νὰ ψαρεύει στὴν Ἀχερουσία λίμνη. Ποιὰ γιατρικὰ ἔχεις νὰ μᾶς δώσεις Σκιαθίτη, ἀφοῦ ἀγνοεῖς τὶς καινούριες ἀσθένειες ποὺ ἐμφανίστηκαν στὸν κόσμο; Τί γυρεύουμε ἀπὸ σένα, ψυχαγωγία ἢ παρηγοριά; Οὔτε τὸ ἕνα μπορεῖς νὰ δώσεις οὔτε τὸ ἄλλο, ἕνα χρυσωρυχεῖο εἶσαι ποὺ ἔπεσαν οἱ στοές του. Οἱ ἐργάτες ποὺ σὲ σκάβουν ἄλλοι ἐγκλωβίστηκαν μέσα καὶ ἄλλοι ἐγκλωβίστηκαν ἔξω καὶ πλέον εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσχωρήσουν. Συγχώρεσέ με· δὲν μπορῶ πλέον νὰ διαβάζω τὰ διηγήματά σου σὲ τυπωμένο χαρτί, προτιμῶ νὰ ψηλαφῶ τὶς χαραγὲς ποὺ ἄφησες στὴ νεότητά μου καὶ νὰ σὲ διαβάζω μὲ τὸ σύστημα Μπράιγ ὅπως οἱ τυφλοί. Ἔκλεισα τὸ βιβλίο ἀμήχανος καὶ ἀνήσυχος. Ἄχ, κὺρ Ἀλέξανδρε, δὲν μᾶς συγκρατοῦν πιὰ οἱ λέξεις καὶ οἱ εἰκόνες σου, βαρύναμε καὶ δὲν μᾶς συγκρατοῦν ὅσες ριζοῦλες ρίγανης καὶ ὅσα ματσάκια ἄγριας λόχμης φύτεψες γιὰ ἀσφάλειά μας στὶς πλαγιὲς τοῦ ἀνθρώπινου βίου, μιὰ παρηγοριὰ εἶναι ὅτι πέφτοντας συγκρατοῦμε φευγαλέα τα ἀρώματα στὶς γδαρμένες μᾶς παλάμες.

Ἔκλεισα τὸ βιβλίο. Ἦταν μιὰ φτηνὴ παλιομοδίτικη ἔκδοση μὲ πλαστικοποιημένα ἐξώφυλλα καὶ στὸ μπροστινὸ ἐξώφυλλο μέσα σὲ γαλάζιο φόντο ἦταν ἡ πρώτη φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη, αὐτὴν ποὺ τράβηξε ὁ Νιρβάνας στὴ Δεξαμενή. Καθισμένος ὁ ὅσιος ἄσωτος σὲ μιὰ φτηνοκαρέκλα καφενείου μὲ τὰ χέρια του ταπεινὰ σταυρωμένα, εἶχε χαμηλωμένα τὰ μάτια, σχεδὸν κλειστά, σὰ νὰ μὴν εἶχε ὁ ἀπάνω κόσμος κάτι ποὺ ἄξιζε νὰ ἰδεῖ. Ὅμως ὑποπτεύομαι πὼς κάτω ἀπὸ τὰ βλέφαρα αὐτὸς κάτι κρυφοβλέπει λοξά, τὸν θάνατο κοιτάζει ὅπως κοιτάζουν οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὴν κατεύθυνση ποὺ περιμένουν νὰ φανεῖ τὸ τρένο καὶ νὰ τοὺς πάρει. Ἀπὸ κάποια ἡλικία διαισθάνονται οἱ ἄνθρωποι ἀλάνθαστα ἀπὸ ποῦ θὰ φανεῖ νὰ τοὺς πάρει καὶ κοιτάζουν πρὸς τὰ ἐκεῖ, ἄλλοι γαλήνιοι καὶ ἄλλοι μὲ τρόμο. Στὴ φωτογραφία εἰκονίζονται σταυρωμένα τὰ χέρια τοῦ ὁσίου, ἕτοιμα γιὰ νὰ μὴν κουράσει κάποιον ἄνθρωπο νὰ τοῦ τὰ σταυρώσει, κλειστά τα βλέφαρα, ἕτοιμα νὰ μὴν κουράσει κάποιον νὰ τοῦ τὰ κλείσει, καθιστὸς μὲ εὐσέβεια στὴ στάση ἀκριβῶς ποὺ κηδεύουν τοὺς ἱερωμένους γιὰ νὰ μὴν κουράσει κάποιους νὰ τὸν ἀνακαθίσουν. Κὺρ Ἀλέξανδρε δὲν μᾶς ἄφησες φωτογραφία τῆς ζωῆς σου. Μπροστὰ στὴ φωτογραφικὴ μηχανὴ τοῦ Νιρβάνα ἐνέδωσες καὶ ἔχασες, παγίδεψες τὴ μορφή σου. Τὸ γνωρίζουμε ὅτι ἤσουν πολὺ ἀρνητικὸς νὰ φωτογραφηθεῖς, ἔλεγες «οὐ ποιήσεις σεαυτὸν εἴδωλον...», προαισθανόσουν ὅτι θὰ σὲ γδάρει ὁ φακὸς καὶ τὸ δέρμα σου θὰ περιφέρεται σὲ χιλιάδες ἔντυπα σὲ χιλιάδες πορτρέτα. Ἐνέδωσες καὶ ἔχασες τὴν εὐκαιρία νὰ ἁγιογραφεῖσαι ἀπὸ τὴν ψυχὴ καθενός. Κι ἐγώ, ἱδρωμένος καὶ πιθανότατα παγωμένος ταυτόχρονα, μάταια παρακαλοῦσα ἐλλείψει ἁγιογραφίας σου κάποιο θαῦμα ἀπὸ τὴ φωτογραφία σου ἐκείνη τὴ νύχτα ἀνάμεσα Πρωτοχρονιὰ καὶ Φῶτα.