Χρόνης Μπότσογλου - Μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Βιζυηνὸ μεγάλωσα

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 23 Ἰουλίου 2011

Ὑπεύθυνος ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, μελετητές, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεών του Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Αὐτὸν τὸν καιρὸ διαβάζω, γιὰ δεύτερη φορά, τὸ βιβλίο τοῦ Ἀντώνη Κωτίδη «Ἕνα ἄλλο τριάντα στὴ Ζωγραφική», μιὰ μονογραφία γιὰ τὸν Θεοφραστο Τριανταφυλλίδη, ποὺ παραμένει σχεδὸν ἄγνωστος στοὺς περισσότερους, ὅπως ἐγώ, ποὺ δουλεύουμε στὸ χῶρο τῆς ζωγραφικῆς. Καὶ βέβαια ἐκεῖ γίνονται ὁλοφάνερες οἱ αἰτίες καὶ οἱ τρόποι ποὺ ὁρισμένοι πολὺ σπουδαῖοι καλλιτέχνες παραμερίστηκαν στὸ περιθώριο. Ἔνιωσα ὀργὴ γιὰ τὴ λεγόμενη γενιὰ τῆς «Ἑλληνικότητας» ἢ τοῦ «᾿30», οἱ ὁποῖοι μονοπώλησαν τὶς ἀπόψεις τους. Ἔχω ὅμως τὴν ἐντύπωση ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση μᾶς χαρακτηρίζει ὡς «ἐθνικὴ» συμπεριφορὰ ἀπὸ ἱδρύσεως τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους.

Εἶναι γνωστά τα ἐπιθετικά, ἕως κακεντρεχῆ, σχόλια τοῦ Ροΐδη ἐνάντια στὸν Βιζυηνὸ ἀλλὰ καὶ ὁ Παπαδιαμάντης ἐπιτέθηκε στὸν Βιζυηνό. Ἀνάλογα, ἡ γενιὰ τοῦ ᾿30 πολέμησε τὸν Καρυωτάκη. Ὅπως καὶ ἡ γενιά μας, φυσικὰ κι ἐγώ, ξεκινήσαμε τὸ ἔργο μας ἐναντίον τῶν δασκάλων μας, δηλαδὴ ἐναντίον τῆς ἰδεολογίας ποὺ ἀνέπτυξε ἡ γενιὰ τοῦ ᾿30.

Μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Βιζυηνὸ μεγάλωσα. Ἡ μάνα μου γεννήθηκε στὴ Βιζύη τῆς ἀνατολικῆς Θράκης καὶ ὁ παπποὺς Μπαρμπαγιάννης (θεῖος της δευτέρου βαθμοῦ) θυμότανε τὴ μάνα τοῦ Γιώργη (Βιζυηνοῦ) ὅταν σχεδὸν ἔχασε τὰ μυαλά της νὰ γυρίζει στὴ Βύζα ρωτώντας γιὰ τὸν γιό της. Τὸν θεωρῶ λοιπὸν ἄνθρωπο τοῦ σογιοῦ μου. Τὸν Παπαδιαμάντη τὸν διάβαζα ἀπὸ τὸ Δημοτικὸ στὰ ἑβδομαδιαῖα τεύχη τῶν ἁπάντων του ποὺ μοῦ ἀγόραζε ὁ πατέρας μου, σὲ ἐπιμέλεια τοῦ Βαλέτα. Ἴσως ἐκείνη τὴν ἐποχὴ νὰ ὑπῆρξα καλύτερος ἀναγνώστης ἀπὸ ὅ,τι εἶμαι σήμερα. Στὸν πέμπτο τόμο ὑπῆρχε ἕνα διήγημα ποὺ ἀγαπῶ πολὺ καὶ τὸ ἴδιο μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Παπαδιαμάντη(;) στὴ δημοτική. Εἶναι τὸ διήγημα «Τὸ Ἀστεράκι». Πρέπει νὰ πήγαινα ἤδη στὸ Γυμνάσιο (ἀφοῦ ἦταν στὸν πέμπτο τόμο). Ἔλεγα λοιπὸν ὅτι δὲν μπορεῖ τὴ μετάφραση νὰ τὴν ἔκανε ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸν ἑξῆς λόγο. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος ὁ ἀφηγητὴς σκέφτεται καθὼς δὲν «ἐχόρταινε νὰ βλέπει τὴ μικρὴ Πούλια»: «Ἄ!.. χωρὶς προικιά, καὶ μὲ προικιά... ὤ! μὴν τὴν πωλεῖς εἶναι κρίμα ...» στὸ μεταφρασμένο κείμενο στὴ δημοτικὴ ἡ ἴδια φράση γίνεται: «Ἄ! χωρὶς προικιά, καὶ μὲ προικιά... ὤ! μὴν τὴν πουλεῖς εἶναι κρίμα... πάει χαράμι...». Ἐκείνη τὴ στιγμὴ κατάλαβα ὅτι κάθε περιττό, ἀκόμη καὶ μιὰ λέξη μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὸν λογοτεχνικὸ λόγο.

Τοῦ Παπαδιαμάντη, παρ᾿ ὅλο ποὺ τὸν λατρεύω σὰν λογοτέχνη, καὶ ἔχω τὰ ἅπαντά του καὶ στὶς δύο ἐκδόσεις ποὺ κυκλοφόρησαν, δὲν διάβασα ἀκόμη ὅλο τὸ ἔργο του. Γιὰ παράδειγμα δὲν διάβασα τοὺς «Ἐμπόρους τῶν Ἐθνῶν». Ὑπάρχουν ὅμως μιὰ σειρὰ διηγήματα ποὺ τὰ διαβάζω κάθε τόσο καὶ δὲν τὰ χορταίνω. Τὸν θεωρῶ μεγάλο ποιητὴ μὲ τὶς δύο σημασίες τῆς λέξης «ποιητής». Καὶ ὡς λογοτέχνης ποὺ ἔγραψε ποιήματα, ἀλλὰ καὶ ὡς δημιουργὸς ποὺ ἡ ποίηση εἶναι χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τοῦ ἔργου του. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσα νὰ πῶ καὶ γιὰ τὸν Βιζυηνό. Ἂν καὶ στὴν ἐποχή του ἀναγνωρίστηκε περισσότερο σὰν ποιητής, τὸ πεζογραφικό του ἔργο εἶναι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα πεζὰ τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας.

Ἔλεγα λοιπὸν ὅτι οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες μὲ τὸ ἔργο τους ξεπερνοῦν τὴν ἰδεολογία ποὺ πιστεύουν. Ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραιότερα μικρὰ διαμάντια ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι «Τὰ τραγούδια τοῦ Θεοῦ», στίχοι ψαλμῶν τῆς μεγάλης Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ποὺ ψέλνονται ὅλο τὸν χρόνο. Τὸ διήγημα αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ὑψηλὰ νεοελληνικὰ ποιήματα ποὺ ἀξιώθηκα νὰ διαβάσω. Τὸ ἔργο τέχνης γεννιέται μέσα σὲ μιὰ ἰδεολογία, ὅμως ὅσο πιὸ οὐσιαστικὸ εἶναι τόσο περισσότερο ξεφεύγει ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἰδεολογία. Μπαίνει στὴ ζωή μας δικαιωματικά, ὅπως κάθε νεογέννητος ἄνθρωπος καὶ κάθε νέο ζωντανὸ πλάσμα.

Μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ γράφω προσπαθῶ ν᾿ ἀγγίξω τὸ ζήτημα τῶν ἀντιθέσεων ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ τὴν τέχνη, σὰν κομμάτι ζωῆς. Τώρα ποὺ γέρασα μπορῶ χωρὶς κανένα πρόβλημα νὰ χαίρομαι τὸν Ροΐδη, τὸν Βιζυηνὸ καὶ τὸν Παπαδιαμάντη. Τὴ χαρὰ ποὺ μοῦ δίνει τὸ ἔργο τους.

Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς παραθέτω ἕνα ποίημα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἀπὸ «Τὸ μοιρολόι τῆς φώκιας»:

Αὐτὴ ἦταν ἡ Ἀκριβούλα/ ἡ ἐγγόνα τῆς γριᾶς Λούκαινας./ Φύκια εἶναι τὰ στεφάνια της/ κοχύλια τὰ προικιά της

καὶ ἡ γριὰ ἀκόμα μοιρολογᾶ/ τὰ γεννοβόλιά της τὰ παλιά./ Σὰν νὰ ᾿χαν ποτὲ τελειωμὸ/ Τὰ πάθια κι οἱ καϋμοὶ τοῦ κόσμου.

Καὶ ἕνα κομμάτι ποιήματος τοῦ Βιζυηνοῦ: (στίχοι γραμμένοι στὸ φρενοκομεῖο)

Τὸν σταυρὸ τὸν ἀψηλὸ/ ἀγκαλιὰ γλυκοφιλῶ/ τὸ μυριάκριβο ὄνομά της.../ κι ἀπ᾿ τὰ χώματά της/ ἡ φωνή της ἡ χρυσὴ
μὲ καλεῖ:/ «-Ἔλα καὶ σὺ/ δίπλα στὸ ξανθὸ παιδί σου/ καὶ κοιμήσου!»

Τὰ μεγάλα ἔργα, ἀκόμη καὶ ἀντίπαλης ἰδεολογίας, ἔχω τὴ βαθιὰ πεποίθηση ὅτι στὴν οὐσία τὸ ἕνα συμπληρώνει τὸ ἄλλο, ἀφοῦ, ὅπως καὶ οἱ ἀντιθέσεις, εἶναι γεννήματα τῆς ἴδιας της κοινωνικῆς ζωῆς.