Γιῶργος Βιδάλης - Παπαδιαμάντης ὁ ἐφημεριδογράφος

Ἐλευθεροτυπία, Πέμπτη 16 Ἀπριλίου 2009

Ἕνα ἡδύτατο βιβλιαράκι 35 σελίδων γιὰ τὸν μέγιστο ταπεινὸ τῆς ἑλληνικῆς πεζογραφίας τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα, μὲ τίτλο «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης - στὰ ἄδυτα τῆς δημοσιογραφίας» (ἔκδοση τοῦ Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς ΕΣΗΕΑ).

Τὸ ὑπογράφει ὁ Στέλιος Παπαθανασίου, δρ Φιλολογίας καὶ Θεολογίας στὴ Θεσσαλονίκη.

Μὲ πυκνὸ λόγο σκιαγραφεῖται ἡ προσωπικότητά του μέσα ἀπὸ τὴν πολύμοχθη ἐργασία του σὲ ἀθηναϊκὲς ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς (πεζογραφήματα, δοκίμια, μεταφράσεις), ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς περιγραφὲς-μαρτυρίες τῶν τότε συναδέλφων του.

Οἰκεῖος καὶ ἀπόμακρος, ἄνθρωπος τῶν καπηλειῶν καὶ τῶν τρωγλῶν, σύμφωνα μὲ τὸν δημοσιογράφο-λογοτέχνη Δημήτρη Χατζόπουλο. Ἀλλὰ καὶ «Μένιππος φιλόσοφος», «πνευματώδης Λουκιανός».

Τὸν ἐργασιομανῆ Παπαδιαμάντη συνάντησε βιαστικὸ στὸν δρόμο ὁ Παῦλος Νιρβάνας ἕνα δειλινό. «Ἄφισέ με! Πηγαίνω νὰ προφθάσω τὸν Ἥλιον, πρὶν δύσῃ. Εἶναι ἕνας μήνας ποὺ ἔχω νὰ τὸν ἰδῶ. Καὶ ποτὲ δὲν τὸν προφθαίνω». Κι ἔτρεχε νὰ τὸν ἀντικρύσει ὀπίσω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν».

Ὁ Νιρβάνας ἦταν παρὼν στὴ στιχομυθία του μὲ τὸν ἰδιοκτήτη τῆς ἐφημερίδας «Ἄστυ», Δημήτριο Κακλαμάνο, σχετικὰ μὲ τὴν ἀμοιβή του ὡς τακτικοῦ μεταφραστῆ. «Ὁ Κακλαμάνος τοῦ προσέφερε μισθὸ 150 δραχμές. Κι ὁ κὺρ-Ἀλέξανδρος ἀπάντησε: ῾Πολλὲς εἶναι οἱ 150. Μοῦ φτάνουν 100᾿... Κι ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέσῃ λέξη».

Χωρὶς νὰ καταφέρει νὰ δεῖ στὴ ζωή του δικό του τυπωμένο βιβλίο, αὐτὸς ποὺ «δὲν εἶχε καιρὸν ν᾿ ἀποκτήσῃ χρήματα» πέθανε πάμπτωχος τὸν Γενάρη τοῦ 1911, στὴ γενέτειρά του Σκιάθο. Κερδίζοντας τὴν αἰωνιότητα μὲ τὰ γραπτά του καὶ κερδίζοντας ἀμέτρητο πλοῦτο ψυχικὸ οἱ χιλιάδες ἀναγνῶστες του.

Τὸ βιβλιαράκι τελειώνει μὲ τὸ ὀλιγοσέλιδο περιηγητικὸ κείμενο τοῦ Παπαδιαμάντη «Αἱ Ἀθῆναι ὡς ἀνατολικὴ πόλις». Σ᾿ αὐτὸ περιδιαβαίνει τὶς γειτονιὲς γύρω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη μὲ τὸ αἰσθαντικὸ ἄρωμα τῶν λέξεών του.