Δημήτρης Φιλιππίδης - Ἡ πόλη τοῦ «ἀθηναιογράφου» Παπαδιαμάντη

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 30 Ἰουλίου 2011

Ἐπιμέλεια ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἠδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του. Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, μελετητές, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τοὺς τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεων τοῦ Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Ἀντίθετα μὲ ὅ,τι θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ὑποθέσει, ὁ Παπαδιαμάντης ἀντιμετωπίζει τὴν κατεξοχὴν πόλη μὲ τὴν ὁποία ἀσχολεῖται στὰ «ἀστικά» του διηγήματα, τὴν Ἀθήνα τοῦ 1900, ὅπως ἀκριβῶς θὰ ἔκανε μὲ τὴν ὕπαιθρο, τὴ νοσταλγική του Σκιάθο. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις δουλεύει μὲ «βιώματα». Ἐμεῖς θὰ θέλαμε νὰ τονίσουμε, γιὰ νὰ ἐπαληθευτοῦν οἱ προκαταλήψεις μας γιὰ τὸ πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι μιὰ καθωσπρέπει «ἠθογραφία», πὼς κάθε φορὰ λειτουργεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια ματιά. Οὔτε «νοσταλγικὴ» ἀλλὰ οὔτε, στὸν ἀντίποδά της, «καταγγελτική». Μὲ μιὰ ἐλαφριὰ δόση εἰρωνείας (ἄρα καὶ ἀποδοχῆς). Μὲ μιὰ (χωρὶς ἴχνος ἠθικολογίας) ἐλαφράδα, ποὺ θυμίζει ἴσως κινηματογραφικὲς κωμωδίες τοῦ Μπέργκμαν. Ὅπως στὸ διήγημα Τὸ τυφλὸ σοκάκι (1906,) ὅπου τὸ ἐρωτικὸ τρίγωνο, ἑνὸς ζευγαριοῦ μὲ τὸν κουμπάρο του, βρίσκει τελικὰ τὴ λύση λὲς καὶ δὲν τρέχει τίποτα.

Βιώματα, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος μετέχει ἐνεργὰ στὸ περιβάλλον ποὺ τόσο καλὰ γνωρίζει καὶ δέχεται νὰ περιγράψει (ἔναντι γλισχρᾶς ἀμοιβῆς). Ὅλοι οἱ γύρω του, πλάνητες, ἀπόκληροι, περιθωριακοί, κινοῦνται μέσα σὲ μιὰ πόλη ὅπως αὐτὸς τὴν ὁρίζει. Καμία σχέση μὲ τὰ «λαμπρὰ μνημεῖα», ἀρχαῖα καὶ σύγχρονα. Οὔτε μὲ τὰ λαμπερὰ μέγαρα ποὺ κοσμοῦν τὴ νέα πρωτεύουσα, δεῖγμα (ὅπως ὅλοι ἐπιμένουν) σφριγηλοῦς κοινωνίας, ἀποφασισμένης νὰ προοδεύσει καὶ νὰ κατακτήσει μιὰ θέση πλάι στὰ προηγμένα ἔθνη - ὁ αἰώνιος καημός. Ὄχι, ἡ δική του πόλη εἶναι ἐκείνη ποὺ δὲν καταδέχτηκε καμιὰ «ἱστορία ἀρχιτεκτονικῆς» νὰ καταγράψει, κι ἔτσι ἀπομείναμε μὲ τὶς περιγραφές του καὶ μὲ μερικὰ ἐξαθλιωμένα δείγματα, ποὺ ὡς ἐκ θαύματος σώζονται στὶς «προβληματικὲς» συνοικίες τῆς Ἀθήνας σήμερα. Ἐκεῖνος ὅμως ἔδινε διαφορετικὰ τὸν ὁρισμό τους: τὶς χαρακτήριζε «ἐξόχως λαϊκὲς συνοικίες» (Ὁ χορὸς τοῦ κυρίου Περιάνδρου, 1905).

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα ἡ Ἀθήνα τοῦ Παπαδιαμάντη -ποὺ τόσα χρωστᾶ στὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία τῆς ἐποχῆς- εἶναι ἡ ἀρχέγονη Ἀθήνα, ποὺ ἔστω μακιγιαρισμένη ἄγρια ἔφτασε ὡς ἐμᾶς, μὲ τὰ στενὰ ἀκανόνιστα δρομάκια καὶ τὰ τόσο συχνά τους ἀδιέξοδα, τὰ μικροσπιτα καὶ «τὰς χαμωγείους τρώγλας», τὰ συνοικιακὰ καφενεῖα καὶ τὶς ταβέρνες, ἀκόμη καὶ τὰ ὑποκριτικὰ ἀξιοπρεπῆ «ἰδιόκτητα καταστήματα» (σήμερα: οἶκοι ἀνοχῆς). Εἶναι σὲ χοντρὲς γραμμὲς ἡ σημερινὴ «ἄλλη» Ἀθήνα μεῖον τὸ τουριστικὸ λοῦστρο, ποὺ τὴν κάνει ἀκόμη πιὸ ἀξιολύπητη. Ἡ σημερινὴ Ἀθήνα ἐπίσης, μὲ τοὺς οἰκονομικοὺς μετανάστες, στοιβαγμένους σὲ ὑπόγεια πολυκατοικιῶν, στὴ θέση των τότε «πτωχῶν ἐργατικῶν ἀνθρώπων», ποὺ νοίκιαζαν δωμάτια στὶς «αὐλές». Κάθε τέτοια αὐλὴ τῶν θαυμάτων, πολὺ πρὶν ἀναδειχτεῖ ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ κινηματογράφο, μπορεῖ νὰ περιλαμβάνει τὰ πάντα. Ἀπὸ τὴν κωμικὴ ἱστορία τοῦ μαστρο-Παύλου Πισκολέτου, ποὺ τὸν φασκελώνει περιφρονητικὰ ὡς καὶ ὁ «μικρὸς τριετὴς υἱός του» (Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη, 1896), ὡς τὶς μοιραῖες ἐναλλαγὲς τῶν κοινωνικῶν σχέσεων (Ὁ γείτονας μὲ τὸ λαγοῦτο, 1900).

Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἀθήνα τοῦ 1900, μᾶς ὑπαινίσσεται ὁ Παπαδιαμάντης, εἶναι κι αὐτὴ μιὰ μεγάλη «μάντρα», ἡ κλίμακα μόνον ἀλλάζει. Σὲ αὐτὸν τὸν συχνὰ παράδοξο κόσμο κινεῖται ὁ «ἄστεγος, ἀνέστιος, φερέοικος» δερβίσης μὲ τὸ λευκὸ σαρίκι (Ὁ ξεπεσμένος δερβίσης, 1896), ὅπως καὶ ὁ «ἀρχιμόρταρος» Φοραμπάλλας, ποὺ παρομοιάζεται μὲ τὸν γερὸ-Σιληνὸ (Κοινωνικὴ ἁρμονία, 1906). Αὐτὸ εἶναι τὸ σκηνικὸ γιὰ τὴν ἐξαίσια περιγραφή του πῶς ὑποδέχτηκε ἡ γειτονιὰ (σὰν ἀρχαῖο χορικὸ) τὴν αὐτοκτονία ἑνὸς νέου, ποὺ πρῶτα ἐκτίθεται στὴ «μικρά, κομψὴ οἰκία» του καὶ μετὰ κηδεύεται (Ἀπόλαυσις στὴ γειτονιά, 1900).

Ἡ ἀνώνυμη Ἀθήνα, σήμερα θὰ λέγαμε τῶν λοῦμπεν μικρομεσαίων. Ἐκεῖ ποὺ γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει τίποτε ἰδιαίτερο, δὲν συμβαίνει τίποτε ἄξιο ἀναφορᾶς. Τόσο εἴμαστε ἐμποτισμένοι ἀπὸ τὴ λατρεία τοῦ ἐπωνύμου, ὥστε ἀδυνατοῦμε νὰ δοῦμε πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ μύτη μας.

Ἕνα ταπεινό, ἀλήθεια, ὑλικό, ἀλλὰ ποτὲ ἀδιάφορο. Ἴσα ἴσα, τὸ ἀντίστροφο, ἕνας μικρόκοσμος ὄχι μόνον αὐθύπαρκτος (σὲ ἐλάχιστη ἐπαφὴ μὲ τὴν «ἀνώτερη κοινωνία»), ἀλλὰ ἱκανὸς νὰ ἐνσωματώσει διαφόρων εἰδῶν δραματουργικὲς σκηνές. Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πὼς μπορεῖ νὰ χρησιμοποιήσει αὐτὸ τὸ περιθωριακὸ ἀστικὸ περιβάλλον γιὰ νὰ στήσει μεγαλειώδεις σκηνογραφίες ἢ ἄλλοτε νὰ δώσει μὲ συντομογραφία τὴν πεμπτουσία τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔτσι μᾶς ψιθυρίζει ὅτι τὸ θεατρικὸ μεγαλεῖο (τί ἄλλο ἄλλωστε προσφέρει ἡ πόλη;) δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀκριβὰ ὑλικὰ κι ἐντυπωσιακὰ μέσα, ἀλλὰ μὲ τὸ τίποτα, τὸ ἐλάχιστο «κάτι». Ὅπως στὸ διήγημα «Τὸ θαλάσσωμα» (1906), ὅπου ἡ δίωρη βροχὴ «μετὰ βρόντων καὶ ἰαχῆς καὶ μὲ βολίδας ἀστραπῶν» εἰκονίζεται μινιμαλιστικὰ μὲ τὸ πλημμυρισμένο καφενεῖο σὲ κάποιον ἀνώνυμο «δρομίσκο», ὅπου οἱ λιγοστοὶ θαμῶνες «ἐτάβλιζαν» ἢ ἔπαιζαν πρέφα ἀτάραχοι ἢ μισοκοιμοῦνταν.