Κωνσταντῖνος Ματσούκας - Οὑὲλς σὲ μετάφραση Παπαδιαμάντη

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 31 Ἰουλίου 2010

Ἑ.Γ.Οὑέλλς, Ὁ ἀόρατος, μετάφραση: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, μὲ σχέδια τῆς Εὔης Τσακνιᾶ, ἐκδόσεις Κίχλη, σ. 296

«Ξεκούμβωτα τώρα καὶ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ σῶμα ἀόρατον, ὅλα τα ἐνδύματά του ἔμενον ὄρθια, μὲ μίαν στάσιν τῶν γρόνθων ἐρειδομένων ἐπὶ τῶν ἰσχίων».

Οὔτε νὰ μαντέψω δὲν εἶμαι σὲ θέση τὸ ρῆμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο σχηματίζεται ἡ μετοχὴ «ἐρειδομένων», ἂν καὶ εἶναι βέβαια κατανοητὸ ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα πὼς τὸ ἀόρατο σῶμα στεκόταν μὲ τὰ χέρια στὴ μέση, σφιγμένα σὲ γροθιές. Αὐτὸ τὸ ἐπαναλαμβανόμενο ξάφνιασμα τῆς μετάφρασης τοῦ Παπαδιαμάντη, στὴν ἰδιότυπή του καθαρεύουσα, τὴ διάσπαρτη μὲ σκιαθίτικους ἰδιωματισμούς, εἶναι τὸ θέλγητρο, ἀλλὰ καὶ ἡ πρόκληση τοῦ βιβλίου. Οἱ ἐπιμελητές, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος καὶ Λαμπρινὴ Τριανταφυλλοπούλου, ἀπὸ τὰ ἀρχεῖα τῶν ὁποίων τὸ κείμενο βρῆκε τὸν δρόμο του πρὸς τὸν ἐκδοτικὸ κόσμο, τεκμηριώνουν στὸ σημείωμά τους τὴν παπαδιαμαντικὴ πατρότητα τῆς μετάφρασης (τὸ 1901, γιὰ τὴν ἐφημερίδα «Τὸ Ἄστυ», τέσσερα χρόνια μετὰ τὴν ἀγγλικὴ ἔκδοση). Τὸ προνοητικὸ γλωσσάρι, στὸ τέλος, λειτουργεῖ καταπραϋντικὰ ὡς πρὸς τὴ γλωσσικὴ ἀμηχανία τοῦ ἀμύητου ἀναγνώστη. Ἀπὸ ἐκεῖ μαθαίνουμε πὼς «ἐρείδομαι» σημαίνει στηρίζομαι, ἀκουμπῶ (ἐξ οὗ καὶ ἔρεισμα), πὼς ἡ «κουρμαντέλα» εἶναι ἡ σκιαθίτικη τραμπάλα, ἡ δρὰξ εἶναι ἡ χουφτιά (βλ. δράττω)...

Τὸ θέμα στὸ διαχρονικὸ best-seller τοῦ Οὐέλς, ἕνα θέμα προσφιλὲς στὴν ὕστερη ρομαντικὴ παράδοση, δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ὕβρη καὶ τὶς συνέπειές της. Οἱ ἀντιφάσεις τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα, τοῦ Γκρίφιν, εἶναι ἀντίστοιχα ἐμβληματικές: ἕνας ἰδιοφυὴς ἐπιστήμονας χωρὶς ἠθικὲς ἀναστολές, ἕνας μισάνθρωπος ποὺ παγιδεύεται ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φιλοδοξία νὰ γίνει ἄρχων τοῦ κόσμου καί, ἀντ᾿ αὐτοῦ, συντρίβεται.

Ὁ κοινὸς στερημένος βίος, τὸ κοινὸ ἐνδιαφέρον στὴ σκιαγράφηση «διαταραγμένων» ψυχῶν (ἡ Φόνισσα θὰ ἐκδοθεῖ τὸ 1904) ἔχουν κατονομαστεῖ ὡς ἐκλεκτικὲς συνάφειες ἀνάμεσά σε μεταφραστὴ καὶ μεταφραζόμενο. Τὸ πρωτότυπο ἔχει ἐπίσης τὴ γλωσσικὴ ἰδιορρυθμία ὅτι βρίθει ἀπὸ ὅρους τῆς βρετανικῆς ἀργκὸ στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνα (ἂν καὶ ἡ μετάφραση τοῦ Παπαδιαμάντη ἔγινε ἀπὸ τὰ γαλλικά).

Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπροσδόκητη ἀλληλοδιείσδυση, ἡ διάσταση τῆς ἀπιθανότητας ποὺ ἐνέχει τὸ «The Invisible Man» τοῦ Οὐέλς, (σκέτο Ὁ Ἀόρατος, κατὰ τὸν Ἀ.Π.) ὑψώνεται ἐδῶ εἰς τὸ τετράγωνο. Δὲν ἀρκεῖ ἡ παραδοξότητα μιᾶς ἄδειας ρόμπας ποὺ κρατάει μιὰ πετσέτα, ἔχουμε, ἐπιπλέον, τὴν περιγραφή: «εἷς κοιτωνίτης χωρὶς κεφαλὴν ἐσπόγγιζεν ἀόρατα χείλη διὰ μάκτρου ὡς ἐκ θαύματος κρατουμένου».

Ἐὰν ὄχι γιὰ τὴ «στιλπνότητα» καὶ τὴν «ἄκρα οἰκονομία» τῆς πένας τοῦ Παπαδιαμάντη, τότε στὸ ὄνομα τῆς διερεύνησης τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας, Ὁ Ἀόρατος ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα ἐκδοτικὰ στοιχήματα. Δὲν ἀναφερόμαστε στοὺς θιασῶτες τοῦ «κοσμοκαλόγερου», ἀλλὰ σὲ ὅσους δὲν εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τοὺς λογοτεχνικούς μας προπάτορες. Τὰ ἀλέγρα σχέδια τῆς Εὔης Τσακνιᾶ δίνουν τὴν ἁρμόζουσα ἀνάλαφρη νότα σὲ ἕνα sui generis κείμενο ποὺ οἱ μεταφραστικὲς ἰδιορρυθμίες του, ἐνίοτε καὶ ἀτέλειες, τὸ κάνουν πιὸ γοητευτικό. Ἐπιστροφὴ στὸν Σκιαθίτη μέσα ἀπὸ τὴν «καταποντισμένη ἤπειρο» τοῦ μεταφραστικοῦ του ἔργου; Γιατί ὄχι; Γιατί νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε στὸν Ἀόρατο νὰ γίνει ἀφορμὴ ἐπανασύνδεσής μας μὲ τὸν ἐσωστρεφὴ Παπαδιαμάντη, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ὁποίου ὁ σύγχρονός του Γρ. Ξενοπουλος ἔγραψε: «Δὲν ἐψεύτηκε ποτέ, δὲν ἐμιμήθη ποτέ, δὲν ἐπροσποιήθη ποτέ, δὲν ἐκιβδηλοποίησε ποτέ. Ἔκοψε μόνον ὁλόχρυσα νομίσματα ἀπὸ τὸ μεταλλεῖον τῆς ψυχῆς του...».