Μάρη Θεοδοσοπούλου - Τ᾿ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι

Ἐρωτικὸς Παπαδιαμάντης, ἀνθολόγηση: Χριστόφορος Λιοντάκης, ἐκδόσεις Πατάκη, σ. 473

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 23 Ὀκτωβρίου 2010

Μιὰ συλλογὴ διηγημάτων δὲν εὐτύχησε νὰ πιάσει στὰ χέρια του ὁ Παπαδιαμάντης, παρότι, γιὰ χρόνια, φαίνεται νὰ τὸ ἐπιθυμοῦσε. Τὸ δηλώνει, μάλιστα, δημοσίως γιὰ πρώτη φορά, μὲ τὴν ἀγγελία ποὺ ἀποστέλλει πρὸς δημοσίευση στὶς ἐφημερίδες, μὲ ἡμερομηνία 1η Αὐγούστου 1891, γιὰ τὴν προσεχῆ ἔκδοση συλλογῆς δεκαπέντε διηγημάτων, δημοσιευμένων καὶ ἀδημοσίευτων, μὲ τὸν τίτλο, «Τὰ θαλασσινὰ εἰδύλλια». Ποτέ, ὅμως, δὲν διέθετε τὰ οἰκονομικὰ μέσα, οὔτε ποτὲ στάθηκε καλὸς στὸ «νὰ κρούει τὰς θύρας τῶν μεγάλων». Ἡ ἀγγελία καταλήγει μὲ τὴ φράση: «Παρακαλῶ τοὺς φιλαναγνώστας νὰ μὲ συνδράμωσιν». Ὡστόσο, παρὰ τὴ φήμη, τὴν ὁποία, σὺν τῷ χρόνῳ, ἀπέκτησε κατὰ τὴν ἑπόμενη εἰκοσαετία, οὔτε οἱ ἐκδότες βιβλίων καὶ περιοδικῶν, μὲ τοὺς ὁποίους συνεργαζόταν, τὸν συνέδραμαν, οὔτε οἱ ὑψηλὰ ἱστάμενοι φίλοι καὶ λοιποὶ θιασῶτες του. Ἀντ᾿ αὐτοῦ, τοῦ πρόσφεραν μιὰ πανηγυρικὴ ἐκδήλωση γιὰ τὴν εἰκοσιπενταετηρίδα του, ποὺ καὶ λιγότερο τὴν ποθοῦσε καὶ μόνον ἐξ ἀντανακλάσεως τὴν εὐχαριστήθηκε, ἂν ὑποθέσουμε ὅτι τὴν εὐχαριστήθηκε.

Ἡ εἰρωνεία εἶναι ὅτι, ἕναν χρόνο μετὰ τὸν θάνατό του, ἐκδόθηκαν μαζεμένες δέκα συλλογὲς διηγημάτων του. Δέκα, σωστὰ διαβάσατε. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀρχή, πραγματικὰ πληθωρική, λὲς καὶ ἐξαργυρωνόταν ἀπέναντί του κάποια ὀψιφανὴς ἐνοχή. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, στὴ διάρκεια τοῦ ἑνὸς αἰώνα ἀπὸ τὸν θάνατό του, ποὺ ὁσονούπω συμπληρώνεται, συνέχισαν νὰ ἐκδίδονται καὶ νὰ ἐπανεκδίδονται ἀνθολογίες διηγημάτων του, σὲ ἄτακτα διαστήματα, παρακολουθώντας τοὺς ἑορτασμοὺς τῶν ἐπετείων του. Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκδόσεις καταρτίζονται σύμφωνα μὲ τὶς ἀναγνωστικὲς προτιμήσεις τῶν ἀνθολόγων. Γεγονὸς ποὺ δηλώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀπαράλλακτη τιτλοφόρησή τους. Προτάσσεται ὁ τίτλος τοῦ διηγήματος ποὺ θεωρεῖται τὸ σημαντικότερό της συλλογῆς καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἐπωδὸς «κι ἄλλα διηγήματα». Ὅσο γιὰ τὶς θεματικὲς συλλογές, μέχρι τὴν τελευταία δεκαετία τοῦ περασμένου αἰώνα, περιορίζονται στὸ ἑορταστικὸ διήγημα, μὲ ποικίλες ἀνθολογήσεις χριστουγεννιάτικων, πρωτοχρονιάτικων καὶ πασχαλινῶν διηγημάτων. Ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ προαναγγελθεῖσα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Παπαδιαμάντη συλλογή, «Τὰ θαλασσινὰ εἰδύλλια», πού, τελικά, πρωτοεκδόθηκε παραλλαγμένη 33 χρόνια ἀργότερα.

Μόλις τὸ 1993 ἐκδίδεται μιὰ πρώτη θεματικὴ συλλογὴ ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦ ἑορταστικοῦ διηγήματος. Εἶναι τὰ «Διηγήματα τῆς ἀγάπης», ἐπιλεγμένα ἀπὸ τὸν ζωγράφο Γιῶργο Κόρδη, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ εἰκονογραφεῖ. Ὁ ἴδιος, τὸ ἐπετειακὸ 2001, ἐκδίδει τὴ συλλογὴ «Γυναῖκες τῆς προσμονῆς καὶ τοῦ καημοῦ», ἀναδεικνύοντας ζωγραφικά, μὲ μοναδικὸ τρόπο, τὶς, κατὰ τὸν Ζήσιμο Λορεντζᾶτο, «Ρωμιὲς» τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἐκείνη τὴ χρονιά, ὁρισμένοι «πιστοὶ» τοῦ Σκιαθίτη ἀνθολογοῦν καὶ πάλι διηγήματά του, σύμφωνα μὲ τὸ προσωπικό τους γοῦστο. Μεταξὺ αὐτῶν, μιὰ ἀνθολογία διακρίνεται γιὰ τὴν πρωτότυπη θεματική της. Ὁ Στρατὴς Πασχάλης ἐπιλέγει 19 διηγήματα, ποὺ τιτλοφορεῖ «Σκοτεινὰ παραμύθια» καὶ τὰ ὁποῖα κινοῦνται στὸν χῶρο τῆς μαγείας, τῆς δεισιδαιμονίας καὶ τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Στὴ συνέχεια, ἐπανέρχονται συλλογὲς ἑορταστικῶν διηγημάτων καὶ μία ἀθηναϊκῶν. Ἐφέτος, παραμονὲς τοῦ ἑπόμενου ἐπετειακοῦ ἔτους Παπαδιαμάντη, ἕνας ἄλλος ποιητής, ὁ Χριστόφορος Λιοντάκης, παρουσιάζει μιὰ ἀνθολογία ποὺ προβάλλει τὸ ἐρωτικὸ στοιχεῖο. Βεβαίως, ἐρωτικὰ διηγήματα συναντᾶμε καὶ στὶς προηγούμενες τρεῖς ἀνθολογήσεις μὴ ἑορταστικοῦ διηγήματος, σὰν μιὰ τάση ἐκκοσμίκευσης τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου. Μόνο ποὺ ἐκεῖ βρίσκονται ἀναμεμιγμένα μὲ ἄλλα διηγήματα κοινωνικοῦ περιεχομένου.

Ἀπὸ τὰ συνολικὰ 169 διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, ὁ Λιοντάκης ἐπιλέγει 28. Δὲν διατείνεται ὅτι εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἐρωτικῶν διηγημάτων τοῦ Σκιαθίτη, ἀλλὰ τὰ κρίνει ἱκανὰ καὶ ἀναγκαία γιὰ νὰ μεταδοθεῖ «ἡ ἐρωτικὴ αὔρα τῆς γραφῆς του». Γιὰ τὴν πλάγια ὀπτικὴ τοῦ ἀνθολόγου προϊδεάζει τὸ καταληκτικὸ διήγημα τῆς συλλογῆς, «Τὸ ἰδιόκτητο». Νὰ θυμίσουμε ὅτι θέμα τοῦ ἐν λόγω διηγήματος εἶναι ἕνας ἀθηναϊκὸς οἶκος ἀνοχῆς, μὲ ἰδιοκτήτρια μιὰ θεοσεβούμενη παπαδοπούλα. Οὐδὲν τὸ ἐρωτικὸ συμβαίνει στὸ διήγημα, ὑπονοοῦνται μόνο τὰ συνήθη λαμβάνοντα χώρα σὲ παρόμοιους οἴκους. Τὸ σημαντικό, ὅμως, εἶναι ὅτι ὁ ἀνθολόγος προχωρεῖ ἕνα βῆμα παρακάτω. Ὅπως δηλώνει καὶ ὁ τίτλος τοῦ βιβλίου, ἀναφέρεται σ᾿ ἕναν «ἐρωτικὸ Παπαδιαμάντη». Ἡ μετατόπιση ἀπὸ τὸ μυθοπλαστικὸ περιεχόμενο ἑνὸς διηγήματος στὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα γίνεται υἱοθετώντας τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ συγγραφέας αὐτοβιογραφεῖται. Δηλαδή, μετὰ 36 συναπτὰ ἔτη, ἐπανακάμπτει ὁ «αὐτοβιογραφούμενος» Παπαδιαμάντης, ποὺ εἰσηγεῖται ἡ ὁμότιτλη μελέτη τοῦ Παναγιώτη Μουλλᾶ. Αὐτὴ τὴ φορά, σχεδὸν λαθραία, μέσῳ ὁρισμένων ψυχαναλυτικῶν ἑρμηνειῶν, ποὺ φαίνεται νὰ κερδίζουν ἔδαφος, ἀκόμη καὶ ὅταν λεκτικά, ὅπως ἐδῶ, καταδικάζονται.

Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἀλλαγὴ πρόσληψης τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὸν ἀνθολόγο. Γιατί ἡ πρόσφατη ἀνθολόγηση δὲν εἶναι ἡ πρώτη ποὺ καταρτίζει. Ὑπάρχει μιὰ προηγούμενη πρὸ δεκαπενταετίας, λησμονημένη, ὅπως φαίνεται, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο. Εἶχε ἐκδοθεῖ στὴ σειρὰ «Μικρὴ κιβωτὸς» (ἐκδ. Μπάστας-Πλέσσας), ἀπαρτίζεται ἀπὸ 22 διηγήματα καὶ τιτλοφορεῖται «Τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι». Θυμίζουμε ὅτι «σκοτεινὸ τρυγόνι» ἀποκαλοῦσε ἑαυτὸν ὁ Παπαδιαμάντης σ᾿ ἕνα ποίημα «πρὸς τὴ μητέρα του», γραμμένο στὸ πίσω μέρος ἐπιστολῆς, ποὺ ἔστειλε στὴν μητέρα του, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, στὶς 18 Ἀπριλίου 1874. Οἱ δύο ἀνθολογίες συμπίπτουν σὲ 11 διηγήματα καὶ σὲ μέρος τῆς εἰσαγωγῆς. Διαφοροποιοῦνται, ὅμως, σαφῶς ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς σύλληψής τους. Τὴν παλαιότερη εἰσαγωγὴ ὁ Λιοντάκης τὴν ξεκινᾶ σὲ τόνο ἐξομολογητικό, ἀναφερόμενος στὶς πρῶτες παπαδιαμαντικές του ἀναγνώσεις. Μετὰ δίνει συνοπτικὰ τὰ βιογραφικὰ τοῦ Παπαδιαμάντη, καταδικάζοντας ὡς προκρούστεια τὴν κριτικὴ ὑποδοχὴ ποὺ τοῦ ἐπιφυλάχτηκε στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου. Ὄχι, πάντως, συλλήβδην τὴν κριτική, ὅπως στὴν πρόσφατη εἰσαγωγή του. Ἐκεῖ, τὸ «σκοτεινὸ» ἐκλαμβάνεται μᾶλλον ὡς τὸ «ἄμοιρο», κατὰ τὸν παπαδιαμαντικὸ στίχο, «Μάννα μου, ἐγώ ῾μαι τ᾿ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι». Ἐνῶ, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν τίτλο τῆς εἰσαγωγῆς, ἐξαίρεται «ὁ ἀνθηρός του λόγος». Ὅσο γιὰ τὸν μονήρη καὶ δυστυχῆ βίο τοῦ Παπαδιαμάντη, καταφεύγει σὲ μαρτυρίες ἀνθρώπων ποὺ τὸν γνώρισαν. Ἀντιθέτως, στὴν καινούρια εἰσαγωγή, ἀφοῦ ἐπαναλαμβάνει τὰ γενικά, προχωράει στὴν ψυχογράφησή του, στηριζόμενος σὲ ἀποσπάσματα ἀπὸ δύο διηγήματα. Ἕνα σύντομο ἀπὸ «Τὰ ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια» καὶ ἕνα ἐκτενέστερο ἀπὸ τὸ διήγημα «Ἡ Φαρμακολύτρια». Στὸ πρῶτο, ὁ Παπαδιαμάντης, κατὰ τὸν Λιοντάκη, ἐξομολογεῖται τὴ μοναξιά του καὶ ὅτι ἔχει «κρυφὴ πληγὴ» ἐνῶ, ἀπὸ τὶς ὑποτιθέμενες ἐξομολογήσεις του στὸ δεύτερο, τεκμαίρει ὅτι «κατατρύχεται καὶ βασανίζεται ἀπὸ πάθη». Πρὸς ἔμφαση, τιτλοφορεῖ τὴν εἰσαγωγὴ «Ἡ κρυφὴ πληγή», κάνοντας λόγο γιὰ ἕνα «καλὰ κρυμμένο μυστικὸ» τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ γενικῶς, γιὰ «ἀπόκλισή του» ἀπὸ τὴν εὐθεία ὁδό. Ἄλλωστε, καὶ τὰ ἐρωτικὰ διηγήματα ποὺ ἐπιλέγει τὰ χωρίζει σὲ δύο κατηγορίες: σὲ ὅσα ὁ Παπαδιαμάντης υἱοθετεῖ πρωτοπρόσωπη ἀφήγηση, τὰ ὁποῖα ὁ ἀνθολόγος ἐκλαμβάνει ὡς προσωπικὲς ἐρωτικὲς ἱστορίες τοῦ συγγραφέα, καὶ σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ περιγράφει ἐρωτικὲς ἱστορίες τῶν ἡρώων του. Σαφῶς ἀνώτερα θεωρεῖ τὰ πρῶτα, ἀνθολογώντας, μεταξὺ ἄλλων, ἀπόσπασμα ἀπὸ «Τὰ ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια» (διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ ἐπιστρατευόμενο στὴν ψυχογράφηση) καὶ τὰ δίδυμα διηγήματα τοῦ 1900, «Ἡ Φαρμακολύτρια» καὶ τὸ «Ἁμαρτίας φάντασμα». Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ δύο διηγήματα δείχνουν ὅτι ὁ ἀνθολόγος ζητεῖ νὰ προσδώσει μιὰ σκοτεινὴ διάσταση στὸν ἐρωτισμὸ τοῦ Παπαδιαμάντη. Διαφορετικά, δὲν θὰ ἑξαιροῦσε ἕνα ἐρωτικὸ διήγημα, ὅπως, λ.χ., τὸ «Ἀποκριάτικη νυχτιά», ὅπου ἕνας φτωχὸς σπουδαστής, νοικάρης σὲ ἀθηναϊκὸ ἀστικὸ σπίτι, εἶναι ἐρωτευμένος μὲ τὴν κόρη τῆς οἰκογένειας. Διήγημα ποὺ συμπεριλαμβάνει ὁ Μουλλᾶς στὰ «αὐτοβιογραφικὰ» τοῦ Παπαδιαμάντη.

Ἀνάμεσα, ὅμως, στὶς δύο ἀνθολογίες τοῦ Λιοντάκη παρεμβάλλονται δύο ἐξ Ἑσπερίας ἐρχόμενες μελέτες, ποὺ πολὺ συζητήθηκαν. Τοῦ Λάκη Προγκίδη, ποὺ ἀνακηρύσσει μέγα μυθιστοριογράφο τὸν Παπαδιαμάντη, στηριζόμενος στὰ «Ρόδιν᾿ ἀκρογιάλια» καὶ μόνο. Καὶ ἡ ψυχαναλυτικὴ ἀνάγνωση τοῦ Γκὶ Σονιέ, ποὺ βασίστηκε στὰ δύο δίδυμα διηγήματα, ποὺ προαναφέρθηκαν. «Διήγημα-κλειδὶ» χαρακτηρίζει σὲ συνέντευξή του ὁ Λιοντάκης τὸ διήγημα «Ἡ Φαρμακολύτρια», στὸ ὁποῖο θεμελιώνει ὁ Σονιὲ τὸν «μύθο» ἑνὸς «ἑωσφορικοῦ δημιουργοῦ».

Συνοψίζοντας, ἡ ἐκατονταετία ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη ἐκκινεῖ μὲ τὸ ἑορταστικὸ διήγημα καὶ κλείνει μὲ τὸ ἐρωτικό, ἐνῶ ὁ Σκιαθίτης μεταμορφώνεται ἀπὸ «κοσμοκαλόγερος» σὲ σκοτεινὰ «ἐρωτικός». Τέλος, ὅσον ἀφορᾶ τὰ κείμενα τῆς πρόσφατης ἀνθολογίας, δὲν ἀναφέρεται ἀπὸ ποιὰ Ἅπαντα Παπαδιαμάντη ἀναπαράγονται. Ὄχι, πάντως, ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν ἐκδόσεων Δόμος, στὰ ὁποῖα εἶχε στηριχτεῖ ἡ προηγούμενη ἀνθολογία Λιοντάκη. Ἐνῶ τὸ γλωσσάρι ποὺ ὑπογράφει ὁ ἴδιος ὁ ἀνθολόγος, φαίνεται νὰ ἀκολουθεῖ τὸ παπαδιαμαντικὸ γλωσσάρι, ποὺ ἔχει καταρτίσει ὁ Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος στὰ Ἅπαντα τοῦ Δόμου, ἐμπλουτισμένο γιὰ τὶς ἀνάγκες ἑνὸς σημερινοῦ ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ μὲ λέξεις τῆς καθαρεύουσας.