Μάρη Θεοδοσοπούλου - Παπαδιαμαντικὸ μετάφρασμα

Ἑ. Γ. Οὑέλλς - Ὁ Ἀόρατος. μετάφραση: Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, φιλολογικὴ ἐπιμέλεια: Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Λαμπρινὴ Τριανταφυλλοπούλου. ἐπίμετρο: Πέγκυ Καρπούζου. σχέδια: Εὔη Τσακνιᾶ. ἐκδόσεις Κίχλη, σ. 296

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Παρασκευὴ 26 Μαρτίου 2010

Ἐδῶ καὶ πάνω ἀπὸ ἕναν αἰώνα, τὰ μυθιστορήματα ἐπιστημονικῆς φαντασίας τοῦ Χέρμπερτ Τζὸρτζ Γουὲλς μεταφράζονται καὶ ξαναμεταφράζονται σὲ πλεῖστες ὅσες γλῶσσες, συμπεριλαμβανομένης τῆς ἑλληνικῆς. Ἀνάμεσα στὰ δημοφιλέστερα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι «Ὁ Ἀόρατος Ἄνθρωπος». Πρωτοδημοσιεύτηκε σὲ συνέχειες, καλοκαίρι 1897, σὲ μεγάλης κυκλοφορίας ἑβδομαδιαῖο ἀγγλικὸ περιοδικὸ τῆς ἐποχῆς (Pearson᾿s Weakly) καὶ μέσα στὸν ἴδιο χρόνο ἔκανε τρεῖς ἐκδόσεις σὲ βιβλίο. Δύο ἔγιναν στὴν Ἀγγλία -ἡ δεύτερη μὲ διορθώσεις καὶ ἐπίλογο- καὶ μία στὴν Ἀμερική. Στὸ γύρισμα ἐκείνου τοῦ αἰώνα, Δεκέμβριο 1900-Ἰανουάριο 1901, δημοσιεύτηκε ἡ πρώτη γαλλικὴ μετάφραση. Κι αὐτή σε συνέχειες, σὲ μεγάλης κυκλοφορίας περιοδικὸ (La Revue de Paris), ἐνῶ μέσα στοὺς πρώτους μῆνες τοῦ 1901 ἐκδόθηκε σὲ βιβλίο. Αὐτὴ ἡ ἔκδοση ἔφερε τὸν Γουὲλς καὶ στὴν Ἑλλάδα. Τὸ βιβλίο ἔφτασε στὸ γραφεῖο τοῦ Δημήτρη Κακλαμάνου, διευθυντῆ τότε τῆς ἐφημερίδας «Τὸ Ἄστυ», καὶ δόθηκε ἐσπευσμένα πρὸς μετάφραση. Ἀπὸ 14 Ἰουλίου μέχρι 25 Αὐγούστου 1901, «Ὁ Ἀόρατος», κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ τίτλου, ἀποτέλεσε τὴν καθημερινὴ «ἐπιφυλλίδα» τῆς ἐφημερίδας. Ὡστόσο, παρὰ τὴν ἀπήχηση ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶχε, δὲν ἐκδόθηκε σὲ βιβλίο. Σὲ αὐτὸ ἴσως νὰ συνετέλεσε ἡ ἀποχώρηση, στὸ τέλος τοῦ ἔτους, τοῦ Κακλαμάνου ἀπὸ τὴ διεύθυνση τῆς ἐφημερίδας. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, ἐκείνη ἡ μετάφραση ἔμεινε καταχωνιασμένη στὸ «Ἄστυ». Δὲν γνωρίζουμε πότε «Ὁ Ἀόρατος Ἄνθρωπος» πρωτοεκδόθηκε στὰ καθ᾿ ἡμᾶς σὲ βιβλίο, οὔτε ποιὸς ἔκανε τὴ μετάφραση. Ἡ βιβλιογραφία ἐν Ἑλλάδι ἐθεωρεῖτο καί, δυστυχῶς, ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρεῖται περιττὴ πολυτέλεια. Πάντως, μέχρι καὶ σήμερα, μεταφράζεται μία, ἂν ὄχι καὶ περισσότερες φορές, μέσα σὲ κάθε δεκαετία.

Ἡ πρώτη ἑλληνικὴ μετάφραση φαίνεται πὼς ἀνέμενε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου γιὰ νὰ πάρει τὴ μορφὴ βιβλίου. Ἡ ἔκδοσή της συνέπεσε μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἐπιβεβαίωση τῆς οὐτοπικῆς σύλληψης τοῦ Γουέλς. Σύμφωνα μὲ τοὺς ἐπιστήμονες, βρισκόμαστε στὸ λυκαυγὲς τῆς ἐποχῆς τῶν ἀόρατων ὑλικῶν. Στὸ ἐγγὺς μέλλον ἀναμένονται ἅλματα στὴν τεχνολογία τῶν λεγόμενων μετα-ὑλικῶν. Δηλαδή, ὑλικῶν ποὺ ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ ἐκτρέπουν τὸ φῶς καὶ συνεπῶς, νὰ καθίστανται ἀόρατα. Μένει, ἀκόμη, νὰ φανεῖ κατὰ πόσο ἡ μετανεωτερικὴ ἐποχὴ θὰ ἐπαληθεύσει καὶ τὸ ἠθικὸ δίδαγμα τοῦ γουελσιανοῦ μυθιστορήματος, ὅτι ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις χωρὶς ἀνθρωπισμὸ φέρνουν μόνο πόνο καὶ καταστροφή.

Ὁ μύθος τοῦ Ἀόρατου θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ἀρχετυπικός, καθὼς τὸν βρίσκουμε ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ μυθολογία μέχρι τὸ λαϊκὸ παραμύθι καὶ ἀπὸ τὸν «Μικρὸ ἥρωα» ἕως τὸν Χάρι Πότερ. Ὁ Γουὲλς ἔδωσε στὸν ἐν λόγῳ μύθο τὴ μορφὴ ἑνὸς περιπετειώδους ἀφηγήματος, ποὺ ἐκτυλίσσεται κατὰ τὸ δίσεκτο 1896, μὲ ἔντονη δράση καὶ μόνο ἄρωμα ἐπιστημονικοῦ. Ἄλλωστε, ὅλα τα μυθιστορήματα ἐπιστημονικῆς φαντασίας, ποὺ ἔγραψε μαζεμένα στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, τὰ ἔστησε γύρω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ μυστήριων πλασμάτων. Ἀποκυήματα μιᾶς γόνιμης φαντασίας, ποὺ ἀντλοῦσε ἔμπνευση ἀπὸ τὶς ἐπιστημονικὲς ἀνακαλύψεις καὶ τοὺς φόβους ποὺ προκαλοῦσαν. Στὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ «Ἀόρατου Ἀνθρώπου», ὑπάρχουν ἀόριστες νύξεις γιὰ τὶς ἔρευνες τοῦ ἥρωα, ποὺ θυμίζουν περισσότερό τα πειράματα τῶν ἀλχημιστῶν. Μόνο σὲ ἕνα κεφάλαιο, τὸ 19ο, ἀπὸ τὰ συνολικὰ 28, οἱ περιγραφὲς γίνονται πιὸ συγκεκριμένες καὶ ἀποκτοῦν κάποιον ἐπιστημονικὸ χαρακτήρα. Ὁ συγγραφέας ἀναμειγνύει στοιχεῖα ἀπὸ τὴ Βιολογία, τὴν ὁποία εἶχε σπουδάσει, μὲ περιγραφὲς πειραμάτων, παρόμοιων μὲ ἐκεῖνα τοῦ Βίλχελμ Κόνραντ Ραῖντγκεν, ποὺ εἶχαν ἀναστατώσει τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα. Μόλις ἕναν χρόνο πρίν, ὁ γερμανὸς φυσικὸς εἶχε ἀνακαλύψει μία ἄγνωστη ἀκτινοβολία, ἐξ οὗ καὶ ἡ ὀνομασία ἀκτίνες Χ, ποὺ εἶχε τὴν ἰδιότητα νὰ καθιστᾶ ὁρισμένα στερεὰ σώματα διαφανῆ. Ὁ ἥρωας, ἐξηγώντας τὰ πειράματά του, ἀναφέρει παρεμπιπτόντως καὶ τὸν αἰθέρα, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη συνιστοῦσε, τότε ἀκόμη, κεφαλαιῶδες ἐπιστημονικὸ πρόβλημα. Ὁ Ἀϊνστάιν, ποὺ θὰ ἀποδείξει τελεσίδικα τὴν ἀνυπαρξία του, ἀργεῖ ἀκόμη.

Κατὰ τ᾿ ἄλλα, ὁ ἥρωας τοῦ Γουὲλς τὴν ἔπαθε ὅπως ὁ γάιδαρος τοῦ Ἀπουλήιου. Μέσα στὸν ἐνθουσιασμὸ τῆς μεταμόρφωσης, δὲν λογάριασε τὰ μειονεκτήματα τῆς νέας του κατάστασης. Ἂν ὁ γάιδαρος δὲν μποροῦσε νὰ ξεχωρίσει τὰ ροδοπέταλα ἀπὸ τοὺς ἀνθοὺς τῆς πικροδάφνης, ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε χωρὶς ὁρατὴ ὑπόσταση νὰ κινηθεῖ στὴν πόλη καὶ νὰ προμηθευτεῖ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὰ πειράματά του. Ἀντιστρέφοντας τὸ παραμύθι, ποὺ θέλει νὰ γίνεσαι ἀόρατος φορώντας ἕναν σκοῦφο, ἐκεῖνος ἀναγκάστηκε νὰ καλυφθεῖ μὲ ἐνδύματα γιὰ νὰ γίνει ὁρατός. Ὕστερα, μὲ σκοπὸ νὰ ἐπαναλάβει τὶς ἀλχημεῖες του, ἐγκατέλειψε τὴν πολυκοσμία τοῦ Λονδίνου καὶ κατέφυγε σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ δυτικοῦ Σάσεξ. Πάντως, ὁ ἀφηγητὴς δὲν συμπάσχει μὲ τὸν Ἀόρατο. Ὁλόκληρο τὸ μυθιστόρημα εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὴ σκοπιὰ ὅσων τὸν συναντοῦν καὶ τὸν συναναστρέφονται. Πρῶτα οἱ χωρικοί, ποὺ ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ αὐτὸν τὸν φασκιωμένο σὰν μούμια ἐπισκέπτη, καὶ μετὰ ἕνας ἀλήτης καὶ ἕνας παλαιὸς συμφοιτητής του.

Τότε, ὁ Γουὲλς ἦταν ἕνας τριαντάχρονος δάσκαλος Χημείας καὶ Φυσικῆς. Ἡ γραφὴ μυθιστορημάτων ἀποτελοῦσε γι᾿ αὐτὸν ἕνα εὐχάριστο πάρεργο, πού, σὺν τῷ χρόνῳ, ἀποδείχτηκε ἰδιαίτερα ἀποδοτικό. Σκιαγραφεῖ μὲ ἄνεση χαρακτηριστικοὺς τύπους, ἀναπλάθει μὲ ἰδιαίτερη δεξιότητα τὸν λαϊκὸ λόγο, ἀλλὰ οὐδόλως ἐνδιαφέρεται γιὰ ψυχολογικὲς ἐμβαθύνσεις. Οἱ δύο, ὅλοι κι ὅλοι, ἥρωες, ποὺ πλάθει στὸν «Ἀόρατο Ἄνθρωπο», δείχνουν στερεότυποι. Ὑπερόπτης καὶ χωρὶς ἠθικὲς ἀναστολὲς ὁ Ἀόρατος, ἕνας ἐρευνητὴς χωρὶς περιέργειες ὁ παλαιὸς συμφοιτητής του, στὸν ὁποῖο ἐκμυστηρεύεται τὰ πειράματά του. Ἀκλόνητος στὶς ἠθικές του ἀρχὲς ὁ τελευταῖος, σπεύδει νὰ καταδώσει τὸν φίλο του στὴν Ἀστυνομία. Ἡ γραφὴ τοῦ Γουὲλς ἔχει ζωντάνια, ὄχι, ὅμως, ἰδιαίτερες λογοτεχνικὲς ἀξιώσεις. Σὲ μεταγενέστερα μυθιστορήματά του, ποὺ δὲν εἶχαν τὴν ἴδια ἐμπορικὴ ἐπιτυχία, ἔδειξε ταλέντο σατιρογράφου.

Τὴ λογοτεχνικὴ χάρη, ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὸν «Ἀόρατο Ἄνθρωπο», τοῦ τὴν προσφέρει, στὴν πρόσφατη ἔκδοση, τὸ ἀόρατο χέρι τοῦ μεταφραστῆ. Ἐδῶ, μάλιστα, πρόκειται κυριολεκτικὰ γιὰ τὸ χέρι ἑνὸς ἀόρατου, ἀφοῦ ἐκείνη ἡ ἱστορική, πρώτη μετάφραση ἦταν ἔργο ἀνώνυμου. Βεβαίως, σὲ ἕνα λίγο μεταγενέστερο δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας ἀναφερόταν ὅτι τὶς «ἐπιφυλλίδες» ἐκείνου τοῦ ἔτους τὶς μετάφραζε ὁ Παπαδιαμάντης. Ὡστόσο, τὴν ὁριστικὴ ἀπόδοση τῆς μετάφρασης τοῦ «Ἀόρατου» στὸν Σκιαθίτη τὴν ἔκανε ὁ πιστὸς ἰχνηλάτης τοῦ Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ὅπως ὑποστηρίζει, ὑπάρχουν περιπτώσεις ἀνώνυμων μεταφράσεων, ὅπου ἡ παρουσία μίας καὶ μόνης λέξης πιστοποιεῖ τὴν παπαδιαμάντεια πατρότητά της. Δηλαδή, κάτι σὰν σῆμα κατατεθέν. Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση, προτείνει τὴ λέξη κουρμαντέλα, πού, στὸ σκιαθίτικο ἰδιόλεκτο, σημαίνει τραμπάλα. Λέξη ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεῖ σὲ δύο διηγήματά του, μὲ κυριολεκτικὴ ἀλλὰ καὶ μεταφορικὴ σημασία. Ἐκεῖνο ποὺ διαφεύγει τὴν προσοχὴ τοῦ Τριανταφυλλόπουλου, εἶναι ὅτι ἡ συγκεκριμένη λέξη στὸν «Ἀόρατο» δὲν ἀποδίδει κάποια ἀντίστοιχη ἀγγλική, ἀλλὰ συνιστᾶ προσθήκη τοῦ μεταφραστῆ. Σὰν ὁ Παπαδιαμάντης νὰ ὑπογραμμίζει τὸ γνήσιο τῆς μετάφρασης.

Κατὰ σύμπτωση, ὅταν ὁ Παπαδιαμάντης καταπιάστηκε μὲ τὴν ἐν λόγῳ μετάφραση, βρισκόταν ἤδη στὸ κλίμα τοῦ «Ἀόρατου». Μέσα στὸν προηγούμενο χρόνο, εἶχε δημοσιεύσει τρία διηγήματα μὲ φαντάσματα, μάγισσες καὶ δαιμόνια, στὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὑποβλητικὲς σκηνὲς φόβου ἀπὸ ὑπερκόσμια συμβάντα. Ἀλλὰ καὶ οἱ χωρικοὶ τοῦ Σάσεξ πρέπει νὰ τοῦ ἦταν οἰκεῖοι. Οἱ τρόποι ποὺ συμπεριφέρονται καὶ τὰ πανηγύρια τους θυμίζουν Σκιαθίτες τῶν διηγημάτων του. Στὸ «αὐτὶ» τοῦ βιβλίου ἀναδημοσιεύεται ἀπόσπασμα κριτικῆς τοῦ Νίκου Φωκᾶ γιὰ τὴν ἐνυπόγραφη παπαδιαμαντικὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου τοῦ Ἀλφόνσου Δῶδε, «Ταρταρίνος ὁ ἐκ Ταρασκῶνος». Ἐκεῖ, ὅμως, ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Φωκᾶς, ὁ Παπαδιαμάντης ἀπέδιδε τὸ ὕφος ἑνὸς «μαίτρ». Ἐδῶ, τὸ ὕφος εἶναι δημιούργημα τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅπως δείχνουν καὶ οἱ δύο μεταφράσεις, τοῦ ᾿80 καὶ τοῦ ᾿90, ποὺ κυκλοφοροῦν. Ἡ μία, μάλιστα, διὰ χειρὸς γνωστοῦ πεζογράφου. Παρότι ποὺ ἡ μετάφραση τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν θὰ χαρακτηριζόταν ἄπιστη, καθὼς μένει πιστὴ στὸ νόημα, παίρνοντας μόνο φραστικὲς ἐλευθερίες, ἐμεῖς θὰ ἐπαναλάβουμε τὸ λίγο στερεότυπο ὅτι εἶναι ὡραία ὅσο καὶ ἐλευθεριάζουσα. Τελικά, μὲ τὸν ἐντοπισμὸ καὶ τὴν ἔκδοση τοῦ Γουὲλς προστίθεται μία ἀκόμη πολύτιμη ψηφίδα στὴν ἄγνωστη εἰκόνα τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς μεταφραστῆ, δουλειὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ψευτοζοῦσε.