Κώστας Καβανόζης - Πρὸς στιγμήν

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, Σάββατο 20 Αὐγούστου 2011

Ἐπιμέλεια ἀφιερώματος «τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη»: Μισὲλ Φάις

Τὰ 160 χρόνια ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Ἀλέξανδρου Ἐμμανουὴλ Παπαδιαμάντη καὶ τὰ 100 χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε τοὺς ἡδεῖς γρίφους τῆς γραφῆς του.

Ἡ νέα στήλη «Τὸ ἄγγιγμα τοῦ Σκιαθίτη» ἀπευθύνθηκε σὲ 25 δημιουργοὺς μιᾶς μεγάλης ἐκφραστικῆς βεντάλιας (πεζογράφους, ποιητές, δοκιμιογράφους, ἐπιμελητές, μεταφραστές, ἠθοποιούς, σκηνοθέτες θεάτρου καὶ κινηματογράφου, μουσικούς, εἰκαστικούς, ἀρχιτέκτονες κ.λπ.) ζητώντας τους τὸ ἄγγιγμα τοῦ οἰκεία ἀπόμακρου Σκιαθίτη στὸ ἔργο τους, στὴ μνήμη τους, στὴν ἁπλὴ καθημερινότητα.

Ἔτσι, συγκεντρώσαμε κείμενα, πέραν τῶν ἁγιογραφικῶν ἢ ἀντι-ἁγιογραφικῶν προσλήψεων τοῦ Παπαδιαμάντη· κείμενα ποὺ ἀντανακλοῦν τὸ πρόσωπο καὶ τὴ φωνή, δηλαδὴ τὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ σπουδαίου εὐρωπαίου διηγηματογράφου, μέσα ἀπὸ ἐκμυστηρευμένες στιγμές τους στὸ μυθικὸ παπαδιαμαντικὸ σύμπαν· κείμενα-ψηφίδες μιᾶς ἀναγνωστικῆς κοινότητας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς παραμυθίας, μιᾶς ἀναγνωστικῆς ἀναδημιουργίας.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος πρωτοπῆγα στὰ δεκαεννιά μου. Θυμᾶμαι ἕνα γέροντα στὸν περίβολο τῆς μονῆς Σταυρονικήτα ποὺ κοπανοῦσε ἐλιὲς μὲ μιὰ πέτρα καὶ τὶς ἔριχνε ὕστερα τσακισμένες μέσα σὲ μιὰ πλαστικὴ λεκάνη. Στάθηκα κοντά του καί, προσπαθώντας νὰ τοῦ πιάσω κουβέντα, τὸν ρώτησα πῶς τὰ περνάει ἐκεῖ πέρα. Δὲν βλέπεις; μοῦ ἀπάντησε χαμογελαστός. Ἐλιὲς κοπανάω. Καὶ μοῦ ἔτεινε τὴν πέτρα.

Στὴν Κομοτηνὴ ὅταν ἔμενα -ἔχοντας εἰκοσιτριάχρονος ἐπιστρέψει στὰ μέρη τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας- ἐρωτεύτηκα μιὰ κοπέλα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ ἔχω. Τῆς ἄρεσε πολὺ νὰ τραγουδάει, δὲν τραγουδοῦσε ὅμως καλὰ καὶ ντρεπόταν. Ξεμείναμε οἱ δυό μας ἀργὰ ἕνα βράδυ στὸ πάρκο τῆς πόλης. Λιγάκι προτοῦ πάρει νὰ χαράζει, βρεθήκαμε καθισμένοι στὶς κούνιες. Ἀργοκουνιόμασταν σιωπηλοὶ δίπλα-δίπλα ὅταν ἔπιασε μὲς στὸ τελευταῖο σκοτάδι νὰ μοῦ σιγοτραγουδάει ἕνα τραγούδι ποὺ ἀγαποῦσα πολύ.

Μιὰ Ἀνάσταση στὸ χωριό μου μικρός, μπῆκα κρυφὰ στὴν κουζίνα τῆς μάνας μου κι ἔκλεψα μπόλικο σύρμα γιὰ τὰ πιάτα, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ λεπτό. Πῆγα ὕστερα καὶ τὸ ἔδεσα στὴν ἄκρη ἀπὸ ἕνα μακρὺ κομμάτι σύρμα ξηλωμένο ἀπὸ κάποιο φράχτη τῆς γειτονιᾶς καὶ περίμενα ἔξω στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησίας τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». Μὲ τὸ ποὺ τό ᾿πε ὁ παπάς, ἔβαλα στὴν κατασκευή μου φωτιὰ κι ἄρχισα νὰ τὴ στριφογυρίζω καμαρωτὸς πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου. Ἕνα μεγάλο πύρινο στεφάνι ποὺ σκόρπιζε σπίθες παντοῦ, καψαλίζοντας ἀδιακρίτως μαλλιὰ καὶ ροῦχα, μὲ ἔκλεινε μέσα του.

Καὶ στὸ πλοῖο γιὰ Μυτιλήνη, ἔφηβος, μιὰ φορὰ κατάφερα νὰ βγῶ στὴν πλώρη ὁλομόναχος. Κάθισα μπροστὰ μπροστὰ στὴ μύτη τοῦ καραβιοῦ, ἄφησα τὰ πόδια μου νὰ κρέμονται πάνω ἀπ᾿ τὴ θάλασσα. Γερμένος τὴν κοιτοῦσα ποὺ ἔφευγε, ὅταν δύο δελφίνια φανερώθηκαν ἀπὸ μέσα της. Πῆραν νὰ μᾶς ὁδηγοῦν, ἕνα ἀπὸ δεξιὰ κι ἕνα ἀπὸ ἀριστερά.

Τὸ Ὄνειρο στὸ κύμα τὸ διαβάζω ἀπὸ μικρός, δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς ἀπὸ πότε. Ὅταν μοῦ ζητήθηκε νὰ γράψω γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἦταν τὸ πρῶτο ποὺ μοῦ ἦρθε στὸ μυαλό, γρήγορα τὸ ἐγκατέλειψα ὅμως. Ὅσο κι ἂν ἔνιωθα πὼς μέσα του θὰ ἔβρισκα ὅλα τὰ λόγια ποὺ ἤθελα νὰ πῶ, δὲν ἤξερα τὸν τρόπο. Εἶναι ἕνα νῆμα μυστικὸ ποὺ συνδέει τὰ πράγματα, κι αὐτὸ τὸ πιάνεις, ἂν εἶσαι τυχερός, σκοντάφτοντας πάνω του καὶ τὸ ἀκολουθεῖς, δὲν τὸ λές. Λίγα σοῦ δίνονται ἀλλιῶς. Ἄρχισα νὰ ψάχνω ἄλλα, πάλι χωρὶς ἀποτέλεσμα. Στὰ γραπτά του, στὴ ζωή του πρῶτα, ὕστερα στὴ δική μου ζωή. Δὲν σκόνταφτα πουθενά. Τὴν πρώτη Παρασκευὴ τῶν Χαιρετισμῶν βρέθηκα σὲ μιὰ ἐκκλησία τῆς Σερίφου, ὅπου ψέλνει μιὰ φίλη μου. Δύο στίχοι τῆς Α´ Στάσης ἦταν ποὺ μὲ ἔκαναν νὰ ἐπιστρέψω στὸ Ὄνειρο: Χαῖρε βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις, χαῖρε σιγῆς δεομένων πίστις. Γύρισα σπίτι, τὸ ἔπιασα πάλι στὰ χέρια μου. Διάβαζα τώρα καὶ θυμόμουν, σταματοῦσα λίγο, κρατοῦσα σημειώσεις. Ἀκολουθοῦσα. Ἤμην ὁ ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ μὲ τὰς χείρας του πρὸς στιγμὴν ἐν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του..., μοῦ ἔλεγε πρὸς τὸ τέλος ὁ Παπαδιαμάντης. Χάιδεψα τὴ φράση του αὐτὴ μὲ τὰ δάχτυλά μου κι ὕστερα τὴν ἀντέγραψα κάτω ἀπ᾿ τὶς σημειώσεις μου στὸ χαρτί.

Στὸ ἴδιο ἐκεῖνο πρῶτο μου ταξίδι στὸ Ὅρος, μὲ πῆγαν νὰ δῶ στὸ κελί του ἕνα μοναχὸ ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, ποὺ ἑτοιμαζόταν, ἔλεγαν, γιὰ τὴν ἀποδημία του. Μᾶς χαιρέτησε μὲ ἕνα σύντομο ἀσθενικό του νεῦμα ὅταν μπήκαμε καὶ συνέχισε ὕστερα αὐτὸ ποὺ ἔκανε καὶ προηγουμένως, αἰώνια θὰ ᾿λεγες: σκυμμένος πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο μὲ ψαλμούς, διάβαζε μουρμουριστὰ στὸ φῶς τοῦ κεριοῦ, προσπαθώντας ποῦ καὶ ποῦ νὰ ἀρθρώσει μιὰ ψαλμωδία. Τὸν εἶχαν φέρει στὸ Ὅρος στὰ δώδεκα κι ἀπὸ τότε στὸν ἔξω κόσμο δὲν εἶχε βγεῖ. Τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, θυμᾶμαι τώρα ἕναν ἀκόμη στίχο ἀπ᾿ τοὺς Χαιρετισμούς. Εἶναι εὐλογία νὰ ἀξιωθεῖς, ἔστω καὶ μιὰ ἐλάχιστη στιγμὴ στὴ ζωή σου, νὰ κρατήσεις στὰ χέρια σου κάτι ἄπιαστο. Πόσο μᾶλλον γιὰ πάντα. Μικρὸς ἐζωγράφιζα ἁγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, αὐτοβιογραφεῖται στὸ πασίγνωστο σημείωμά του ὁ Παπαδιαμάντης, φανερώνοντας τὸ δικό του αἰώνιο τάξιμο. Ἦτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κύμα, δίνει ζωὴ στὸ ἐφήμερο ὄνειρό του, λιγάκι προτοῦ τὸ ἀναλάβει πιστὸς στὰ χέρια του καὶ τὸ μοιράσει μὲ εὐλάβεια σὰν ἀντίδωρο στὶς ψυχές μας.