Στέλιος Παπαθανασίου - Τοῦ ἔδιναν 150 δραχμές, ἔπαιρνε 100

Πηγή: Ἐφημ. Ἐλευθεροτυπία, Σάββατο 8 Ἰανουαρίου 2011

Ζώντας «εἰς ἔντιμον πενίαν», λιτοδίαιτος, ἐσωστρεφὴς καὶ μονήρης, ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος τὰ ἔβγαζε κουτσὰ-στραβὰ στὴν Ἀθήνα χωρὶς νὰ βαρυγκομεῖ. Τοῦ ἀρκοῦσε συχνὰ νὰ τρώει ἐλιὲς καὶ τυρί, νὰ πίνει κρασὶ σὲ φτωχικὰ καπηλειά, νὰ ἐπισκέπτεται τὸν ναΐσκο τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου στὴν Πλάκα προσευχόμενος καὶ ψάλλων.

Ἐργαζόμενος ἀνελλιπῶς σ᾿ ἐφημερίδες («Ἄστυ», «Ἀκρόπολις», «Ἐφημερίς»), γράφει διηγήματα σὲ συνέχειες, ἐπιφυλλίδες, ἄρθρα, μεταφράζει συγγραφεῖς (Ντοστογιέφσκι, Τσέχοφ, Χὰρτ κ.α.) Ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Κίχλη» πέρσι κυκλοφόρησε τὸ μυθιστόρημα τοῦ Ἑ.Χ. Οὑὲλς «Ὁ ἀόρατος» καὶ φέτος θ᾿ ἀκολουθήσει ὁ κλασικὸς «Δράκουλας» τοῦ Μπρὰμ Στόουκερ μὲ τίτλο «Ὁ πύργος τοῦ Δράκουλα» σὲ δικές του ξεχασμένες ἀριστοτεχνικὲς μεταφράσεις.

Δύο περιστατικὰ τῆς καθημερινότητάς του δείχνουν τὸ σπάνιο ἦθος καὶ τὴν ξεχωριστὴ εὐαισθησία τοῦ ἐργασιομανοῦς αὐτοῦ ἀνθρώπου, ποὺ «δὲν εἶχε καιρὸν ν᾿ ἀποκτήσῃ χρήματα». Τὰ καταγράφει ὁ Στέλιος Παπαθανασίου στὸ βιβλιαράκι του «Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὰ ἄδυτα τῆς δημοσιογραφίας», ἀντλώντας ἀπὸ τὸν συγγραφέα Παῦλο Νιρβάνα, ποὺ ἔζησε τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν ταπεινὸ Σκιαθίτη (ἔκδοση Μορφωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς ΕΣΗΕΑ).

* Τὸ 1899, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβει καθήκοντα τακτικοῦ μεταφραστῆ στὴν ἐφημερίδα «Ἄστυ» τοῦ Δημητρίου Κακλαμάνου, ἐτέθη μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ θέμα τῆς ἀμοιβῆς του. «Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι ἑκατὸν πενήντα δραχμές», τοῦ εἶπε ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἐφημερίδας. Ὁ παρὼν Παῦλος Νιρβάνας, ὁ ὁποῖος ἐκτελοῦσε χρέη χρονογράφου στὴν ἴδια ἐφημερίδα, διηγεῖται:

«Τότε ἄκουσα ἀπ᾿ τὰ χείλη τοῦ Παπαδιαμάντη τὴ μοναδικώτερη ἀπάντηση ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ δώση ἄνθρωπος σὲ τέτοια στιγμή. -Πολλὲς εἶναι οἱ 150... εἶπε. Μοῦ φτάνουν 100... Καὶ ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλός, χωρὶς νὰ προσθέση λέξη». Κατὰ τὸν Νιρβάνα πάντοτε, ὁ Παπαδιαμάντης κανόνισε τὴ μισθοδοσία του σύμφωνα μὲ τὶς ἀνάγκες του, καὶ ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τῆς ἐργασίας του.

** «Ἦτον ἕνα δειλινὸν φθινοπώρου καὶ ὁ Ἥλιος ἔδυε μελαγχολικὸς ὀπίσω ἀπὸ τὸν βράχον τῆς Ἀκροπόλεως. Εἶδα τότε τὸν Παπαδιαμάντη νὰ βαδίζῃ βιαστικὸς πρὸς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου. Καὶ εἶχα τὴν ἀνοησίαν νὰ τὸν καλέσω. Ἐκεῖνος χωρὶς νὰ σταθῇ καθόλου μοῦ εἶπε μὲ μίαν πικρίαν ἀπολύτως τραγικήν...

- Ἄφισέ με! Πηγαίνω νὰ προφθάσω τὸν Ἥλιον, πρὶν δύσῃ. Εἶναι ἕνας μήνας ποὺ ἔχω νὰ τὸν ἰδῶ. Καὶ ποτὲ δὲν τὸν προφθαίνω.

Κλεισμένος ἕως τὸ δειλινὸν μέσα εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος του, ὅταν ἄφινε τὸ γραφεῖον του, δὲν εὕρισκε πλέον τὸν ἥλιον εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ ἔτρεχε νὰ τὸν προφθάσῃ εἰς τὸν ἀνοικτὸν ὁρίζοντα, νὰ τὸν ἀντικρύσῃ ὀπίσω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν, νὰ τὸν χαιρετίσῃ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μακρυνοῦ βουνοῦ. Καὶ ἔτρεχεν ὀπίσω ἀπὸ τὸν ἥλιον, χωρὶς νὰ τὸν προφθάνῃ».