Γιατί διαβάζουμε Παπαδιαμάντη σήμερα

Πηγή: Ἐφημ. Καθημερινή, 16 Ἰανουαρίου 2011

Ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατό του

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ πένης. (ἀφιέρωμα)

Διαφορετικοὶ σὲ ἡλικία καὶ ἐπάγγελμα ἀναγνῶστες τοῦ Παπαδιαμάντη, ἀπὸ τὸν φιλόλογο καὶ ἐκδότη του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο καὶ τὸν ζωγράφο Χρῆστο Μποκόρο μέχρι τὸν μουσικὸ Μάνο Ἀχαλινωτόπουλο, μᾶς ἐξηγοῦν γιατί διαβάζουν σήμερα τὸν Σκιαθίτη διηγηματογράφο.


 

Γιατί τὸν ἀγαπᾶμε ἀκόμη

Ἑκατὸ χρόνια χωρὶς τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη

Σπύρος Γιανναρᾶς

«Καθὼς ὁ ἑλληνικὸς κόσμος χαλαρώνει στὴν ἀσφυκτικὰ ἀναπαυτικὴ ἀγκαλιὰ τῆς φανταστικῆς εὐρωπαϊκῆς κοινότητας, αὐτοῦ του πολυσυλλεκτικοῦ κατασκευάσματος ποὺ στηρίζεται στὴν ἀναγκαιότητα τῆς οἰκονομίας κι ὄχι σὲ ἐκείνη τοῦ αἰσθήματος, ὁ Παπαδιαμάντης θὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ χάνεται ἀπὸ τὰ μάτια μας, ὅπως τόσοι ἄλλοι πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτόν. (...) Ὅμως ὁ Παπαδιαμάντης λάμπει περισσότερο παρὰ ποτὲ κι αὐτὸ συμβαίνει παρὰ τὴ θέλησή μας». Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ξεκινοῦσε ὁ ἀείμνηστος Χρῆστος Βακαλόπουλος τὴν ἀποτίμηση τῆς σχέσης μας μὲ τὸν Σκιαθίτη διηγηματογράφο στὰ 1991. Σήμερα, ἕναν αἰώνα ἀπὸ τὸν θάνατό του, πολλὰ ἔχουν ἀλλάξει κι ἐμεῖς μοιάζει νὰ ἔχουμε προχωρήσει μακριὰ στὸν δρόμο ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ ἐκεῖνον. Ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὰ πρῶτα ἐπίχείρα τῆς φαντασιώδους ἐπιθυμίας μας γιὰ ἄκοπη κι ἀπρόσκοπτη, ἀέναη μεγιστοποίηση τῆς καταναλωτικῆς μας εὐχέρειας στὴν ὁποία στηρίξαμε τὴ ζωή μας, μὲ τὴν κατάλυση τῆς ὑποτυπώδους κοινωνικῆς μας συνοχῆς νὰ φαντάζει πιθανὸ ἀπώτερο ἐνδεχόμενο.

Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνθρώπων ποὺ μποροῦν σήμερα νὰ ἀπολαύσουν τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο συρρικνώνεται διαρκῶς. Κυρίως ὅμως μοιάζει νὰ ἔχει μειωθεῖ δραστικὰ ὁ ἀριθμὸς ὅσων μποροῦν νὰ συλλάβουν ὁλόκληρο, ἀδιαχώριστα δηλαδή, τὸ ἔργο μαζὶ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Γιατί ὁ Παπαδιαμάντης ποὺ διεκδικεῖ ἐπάξια μιὰ θέση στὸ παγκόσμιο λογοτεχνικὸ στερέωμα εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἕναν ἐξαίσιο ἠθογράφο τῆς ἀλλοτινῆς Ἑλλάδας, ποὺ στήνει στὰ πόδια τους μὲ ἀνυπέρβλητο τρόπο ὁλοζώντανους ἐμβληματικοὺς χαρακτῆρες μιᾶς δεδομένης κοινωνίας. Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς ἀποκαλύπτει, σύμφωνα μὲ τὸν Βακαλόπουλο «τὴν ἱερὴ μελωδία τῆς πραγματικότητας», ἕναν σεβάσμιο δηλαδὴ τρόπο σχέσης μὲ ἀνθρώπους καὶ πράγματα πέρα ἀπὸ τὴ χρηστικὴ ὠφελιμοθηρία, ἡ ἀντιμετώπισή του μόνο ὡς μεγάλου συγγραφέα ἢ μόνο ὡς ταπεινοῦ ἀσκητὴ ἀπειλεῖ νὰ τὸν ἀκυρώσει, θίγοντας τὴν ἀκεραιότητά του.

Παρόλα αὐτά, ἴσως τώρα νὰ μποροῦμε νὰ ἀποτιμήσουμε εὐκολότερα τὴ σχέση μας μαζί του. Ζητήσαμε λοιπὸν ἀπὸ διαφορετικοὺς σὲ ἡλικία καὶ ἐπάγγελμα, ἀναγνῶστες του νὰ μᾶς ἐξηγήσουν γιατί τὸν διαβάζουν σήμερα. Ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις προκύπτει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἐξακολουθεῖ νὰ λάμπει παρὰ τὴ θέλησή μας, λειτουργώντας ὡς μεσάζων στὴν ἀνακάλυψη ἑνὸς βαθύτερου ἐαυτοῦ μας ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ἔχουμε ἀποκοπεῖ πλήρως.

 


 

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ποιητὴς πάνω ἀπ᾿ ὅλα

Παντελὴς Μπουκάλας (ποιητής, δοκιμιογράφος)

«Ἐν τινι παρεκκλησίω τῆς ἐν... Μονῆς ὑπῆρχε κιβώτιον τί παλαιὸν καὶ σεσαθρωμένον, πλῆρες ἐφθαρμένων βιβλίων. Οὐδεὶς τῶν σοφῶν περιηγητῶν τῶν ἐπισκεφθέντων κατὰ καιροὺς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Μονῆς ἠξίωσε νὰ ρίψῃ ἐκ περιεργείας βλέμμα καὶ πρὸς τὸ λησμονημένον κιβώτιον». Παπαδιαμάντης. Προφανῶς. «Οἱ ἔμποροι τῶν ἐθνῶν». «Τί σε Δημητράκη καλέσωμεν; μουσικὸν τῆς καραβάνας, ψάλτην τοῦ γλυκοῦ νεροῦ, ποὺ κοιτάζεις στὸ βιβλίον καὶ τὰ λὲς στὰ κουτουροῦ· ἰμάμην τῶν Χοτζάδων προεξάρχοντα, χαμάμην τῶν Μποχώρηδων ἑξάρχοντα· ἀμανετζῆν ἠχηρότατον καὶ μπατακτσῆν ὀχληρότατον. Μᾶς λίγωσες ἀπ᾿ τὴ γλύκα τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Κι αὐτὸ Παπαδιαμάντης. Σατιρικότατος, μὲ τὴν «Ἀκολουθία τοῦ Σπανοῦ», τοῦ 14/15ου αἰώνα, ὁπωσδήποτε ὑπόψη του («Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν μιαρῶν, σπανῶν τῶν κακίστων, καὶ μεγάλων κακοποιῶν»). Δηλαδή, ὄχι προφανῶς Παπαδιαμάντης, τουλάχιστον ἔτσι ὅπως δημιουργήθηκε μὲ τὰ χρόνια, καὶ ἐρήμην του, ἡ λογοτεχνικὴ «προφάνειά» του καὶ ὅπως καλλιέργησε τὶς προσδοκίες τῶν ἀναγνωστῶν του ἡ καθυπόταξή του στὸ στενὸ σχῆμα τοῦ «ἁγίου των γραμμάτων».

«Καὶ τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σκοινίον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾿ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καὶ ἀναλογίζωμαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη μου, διαπορῶ μέσα μου ἂν τὰ δύο δὲν εἶχαν μεγάλην συγγένειαν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς» σχοίνισμα κληρονομίας» δι᾿ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει». Παπαδιαμάντης. Καὶ πάλι προφανῶς, «Ὄνειρο στὸ κύμα», μὲ ἠπιότερη δημοτική, πλὴν μὲ τὴ Γραφὴ καὶ τὴ γνώση της παροῦσα ὅσο σὲ ἐλάχιστους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἑπόμενο Παπαδιαμάντης, δημοτικός, καὶ γι᾿ αὐτὸ «ἀπροσδόκητος», τουλάχιστον κατὰ τὰ στερεότυπα: «Μοναχὸς ἐγὼ ἀγρυπνάω, / νυχτερεύω μοναχός· ᾿λεημοσύνη σᾶς ζητάω, / νύχτα, δόλι᾿ ἀγάπη, φῶς!» - ἀκριβῶς στὸ βηματισμὸ τοῦ «Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες...»

Δὲν χρειαζόταν νὰ συνυπολογίσει τοὺς παραπάνω στίχους ὁ Σεφέρης γιὰ νὰ συμπεράνει πὼς «ἡ μόνωση τῶν Ἑλλήνων ποιητῶν εἶναι μεγάλη· εἴτε ὁ ποιητὴς ὀνομάζεται Κάλβος, εἴτε Παλαμᾶς, εἴτε Παπαδιαμάντης». Τὸ κρίσιμο ἄλλωστε στὸ σεφερικὸ πόρισμα εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ Σκιαθίτη ὡς ποιητῆ. Αὐτὸ ἦταν: ποιητής. Κι ὄχι λόγω τῶν λιγοστῶν ποιημάτων του. Τὰ πεζά του, ἕνας κόσμος πλήρης μὲς στὴν ποικιλία του, τοῦ δίνουν τὸν τίτλο μὲ ἀκέραιη τὴν οὐσία του.

 


 

Μὲ τὶς ἀνταύγειες τοῦ ὑψιδρόμου σέλαος

Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (Φιλόλογος, Ἐπιμελητὴς Ἁπάντων Παπαδιαμάντη)

Σὲ μιὰ ἀπαρατήρητη ἀλλὰ ὀξυδερκέστατη ὑποσημείωσή του ὁ Σεφέρης γράφει ὅτι τὸ δόγμα τοῦ Παπαδιαμάντη ἔγινε «φύσις», τόσο ποὺ νὰ τὸν μειώνει καίρια κανεὶς ὅταν τὸ παραβλέπει (τὸ δόγμα). Τὴν ἐπανέλαβε μὲ ὁλόκληρο δοκίμιο ἐδῶ καὶ 50 χρόνια ὁ Λορεντζᾶτος, ὡστόσο οἱ μειώσεις εἶναι ἀναρίθμητες. Δὲν εἶναι ἄσχετες μὲ τὴν «φύσιν» τοῦ αὐτὲς οἱ ἀράδες τοῦ Παπαδιαμάντη: «Ὤ, αἱ ὧραι τοῦ λυκαυγοῦς!... Ἰδοὺ «αὐτομαται ἧξαν πύλαι» ἂς ἔχον ὧραι, πλὴν ἂς ἀφήσωμεν τοὺς παλαιούς, καὶ ἂς ψάλωμεν μετὰ τοῦ Κοσμᾶ τοῦ θεσπεσίου: “Προσενωπίῳ σοι ὧραι, ὑπεκλίθησαν, φῶς γὰρ καὶ πρὸ ποδῶν ὑψίδρομον σέλας, Χριστέ...”» (226. 23-26). Παρέλκει ἐδῶ ἡ ἑρμηνεία τῆς διάβασης ἀπὸ τὸν Ὅμηρο στὸν Κοσμᾶ. Θέλω νὰ πῶ μόνο ὅτι διαβάζω τὸν Παπαδιαμάντη ἀχώριστο ἀπὸ τὴν «φύσιν» του, μὲ ὅσες ἀνταύγειες τοῦ ὑψιδρόμου σέλαος ἀξιώνομαι καὶ πάντοτε μὲ σκηνικὸ τὴν παπαδιαμαντικὴ θάλασσα τῆς Λίμνης Εὐβοίας, ἀπείκασμα τοῦ «ἄνω βυθοῦ».

 


 

Ζωὴ σὰν ἠθογραφία

Νίκος Γ. Ξυδάκης

Εἶχα τὴν τύχη νὰ ἀκούσω Παπαδιαμάντη στὸ ἑξατάξιο γυμνάσιο καὶ νὰ διδαχθῶ καθαρεύουσα καὶ ἀρχαία. Δὲν λάτρευα τὰ εἰς -μι ρήματα, ἀλλὰ τὰ διηγήματα τοῦ Σκιαθίτη-Ἀθηναίου ἔφερναν ρίγη ἀκατανόητα στὴν ἐφηβικὴ ψυχή, σχεδὸν ἰσοδυνάμως μὲ τὸν Καρυωτάκη καὶ τὸ ρόκ. Ἔκτοτε ἐπιστρέφω συχνά. Ἀλλιῶς. Διαρκῶς.

Μὲ τὸν καιρό, βυθίστηκα στὴν πρόζα του, τὴ μουρμουριστὴ καὶ ἐμμελή, ἀκολούθησα τὸ βλέμμα του πάνω στοὺς ἀνθρώπους, τὸ βλέμμα του ποὺ χαϊδεύει ἐταστικὰ λοφίσκους καὶ γραΐδια, τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἰχνογραφεῖ ἁπαλὰ τὸ κοινὸ καὶ τὸ κύριο, εἰσέπνευσα τὸ ψυχικὸ ἄρωμα τῆς ἀκατακρισίας, τῆς συμπόνιας, τῆς συχώρεσης, τῆς ἀγάπης. Μὲ τὸν καιρό, ἄρχισα νὰ σκέφτομαι ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς ἔμαθε νὰ βλέπουμε τὸν τόπο ποὺ ζοῦμε, τὸν τρόπο ποὺ ζοῦμε, ἀνθρώπους ἀντινομικούς, παλαιούς, παράφορους, ἀλλοπρόσαλλους, δαιμονισμένους καὶ ἅγιους, σοφούς, ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν τὴ ζωὴ σὰν ἠθογραφία διάστικτη ἀπὸ ποταπότητα καὶ μεγαλεῖο. Μὲ τὸν καιρό, ἔνιωσα ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἔβαλε στὸ ὁρατὸ φάσμα τὸν κόσμο μας μὲ τρόπο συναρπαστικὸ καὶ δυσχερῆ, τέτοιο ποὺ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη ἕνα ὁρισμένο ἦθος, ἄσκηση, κόπο. Καί, παραδόξως, ἀνεξιθρησκεία: ὁ ὀρθόδοξος καὶ Ἕλλην Παπαδιαμάντης μᾶς ἱστορεῖ σὰν μείγματα φωνῶν καὶ δοξασιῶν, σὰν γοητευμένους ἀπὸ τὸ νάι φερέοικου δερβίση, σὰν συνδαιτυμόνες τοῦ δόκτορος Βούντ, σὰν τὸν ἀντινομικὸ Κερκυραῖο μπαρμπα-Πύπη, βαφτισμένο καθολικὸ μὰ πολέμιο τοῦ Πάπα, γαλουχημένο Δυτικὸ μὰ πολέμιο τῶν Ἀγγλων, ὅστις τὰ «πατερμά του ἤξευρε ρωμέικα» καὶ τάμα εἶχε νὰ κατεβαίνει πεζὸς ὡς τὸν Πειραιᾶ γιὰ τὴν Ἀνάσταση.

Καθὼς μᾶς ἱστορεῖ, μᾶς διδάσκει· μᾶλλον, μᾶς ὑποβάλλει ἀβίαστα νὰ μᾶς βλέπουμε πραγματικά, ἔνυλα, ἱστορικὰ καὶ ταυτοχρόνως νὰ μᾶς φανταζόμαστε ὑπέρτερους, νὰ προβάλλουμε τὴν ἀλήθεια μας πέραν τοῦ χαμηλοῦ μας βίου, στὸν ἀπέραντο γλαυκὸ ὁρίζοντα τοῦ πελάγους. Ἀκούγοντας τὴ σιγαλή, ψαλτική του πρόζα, μινύρισμα τρυγόνος καὶ δοξολογία κορυδαλλοῦ, μάθαμε νὰ διακρίνουμε τὴ βαθύτερη οὐσία τῶν καταγωγικῶν ἰχνῶν: ξωμάχοι, ἐργατικοί, μικροαστοί, τυχοδιῶκτες, πλάνητες, ἀλαφροΐσκιωτοι, ἀγυιόπαιδες, ἀναδύθηκαν μπρός τα μάτια μας, ἔγιναν ὁρατοί, κι ἦταν οἱ δικοί μας ἄνθρωποι, γονεῖς καὶ γείτονες· καδραρισμένοι σὲ τοπία ξάφνου ὁρατά, φωτισμένα ἀλλιῶς, τοπία ποὺ ἔμεναν ἀθέατα, ἀσυναίσθητα - ἐλαιῶνες, ἀκρωτήρια, λιμάνια, κρασοπουλιά, καφενεῖα, τελωνεῖα, λοιμοκαθαρτήρια, μαχαλᾶδες, περιβόλια, ἀμπέλια, λαγκάδια, ναΐσκοι, ἀρσανᾶδες... Κι ἦταν ὁ δικός μας κόσμος, τόσο σύνθετος, τόσο πλούσιος, ὅσο ὁ κόσμος τοῦ Μπαλζάκ, τοῦ Φλωμπέρ, τοῦ Τσέχωφ, τοῦ Ντοστογιέφσκι. Κόσμος ποὺ ἀξίζει νὰ ζεῖς καὶ νὰ τὸν παλεύεις, χωρὶς βαρυγκώμιες καὶ συμπλέγματα, κόσμος φιλόσοφος καὶ ἀναστοχαστικός. Χωρὶς ἐκβιασμένα ἠθικὰ διδάγματα, ἀλλὰ μὲ βαθιὰ ἐνσυναίσθηση: «Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν... Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἠμάρτανε καὶ μετενόει...».

 


 

Τελικά, ἦταν συχωριανός μου...

Σπύρος Παπαδόπουλος (Νομικός, blogger)

Οἱ ἱστορίες ποὺ ἄκουγα γιὰ σχεδὸν τριάντα χρόνια, μιλοῦσαν γιὰ μεγάλες ἰδέες, ἐπιστήμη ἢ σημαντικὲς ἡμερομηνίες. Ἄφηναν ὅμως μονίμως ἀπ᾿ ἔξω τους ἀνθρώπους. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βλέπαμε Πάσχα - καλοκαίρι στὸ χωριὸ νὰ κρύβονται πίσω ἀπὸ τόνους σεμεδάκια ἢ αὐτοὺς ποὺ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ στὴν Ἀθήνα, μετὰ ἀπὸ πέντε ποτήρια κρασὶ ἄλλαζαν τὸν τρόπο ποὺ προφέρουν τὰ φωνήεντα. Τὸ κενὸ αὐτό, μᾶλλον ἀποτυχημένα, παλεύαμε νὰ γεμίσουμε κατασκευάζοντας ἱστορίες ποὺ μυρίζουν ἀνθρωπίλα καὶ ἴσως μιὰ στάλα δέος. Τὶς φτιάχναμε, ἐφευρίσκοντας ἄκομψες πλάκες στὸν παράδρομο τῆς Συγγροῦ ἢ παρακολουθώντας ἔντρομοι τοὺς Πόντιους συμφοιτητές μας στὴν Κομοτηνή, νὰ λένε πὼς ἡ γιαγιὰ ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτούς, καθάριζε τὰ αὐτιά της, χρησιμοποιώντας ἐφημερίδα, μέλι καὶ ἕνα ἀναμμένο σπίρτο.

Σὲ κάποια γιορτὴ ἦρθε σὰν δῶρο νὰ γεμίσει τὸ κενό, τὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Τὰ σκοτεινὰ παραμύθια τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη». Ἐκεῖ νόμισα πὼς βρῆκα ὑπαινιγμοὺς ποὺ ἀπαντοῦσαν σὲ ὅλων των εἰδῶν τὶς ἄκυρες ἐρωτήσεις, ὅπως ἂς ποῦμε στὸ γιατί μαζευόμασταν τὰ βράδια μπροστὰ στὸ κλειστὸ σχολεῖο τοῦ χωριοῦ καὶ σχεδὸν τρομαγμένοι λέγαμε γιὰ τὸν δρόμο πρὸς τὴν Παναγία (δηλαδὴ τὸ νεκροταφεῖο) ἢ τὴ μυθικὴ Γουρούνα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἀποδείχτηκε ὅτι δὲν εἶχε σχέση μὲ τὴ Σκιάθο, παρὰ ἦταν συχωριανός μου. Μάλιστα, μοιραζόταν τὰ ἴδια μυστικὰ μὲ τὸν παπποῦ τοῦ Γιάννη, ποὺ γνώριζε καλὰ τὶς ὑπέροχες νεράιδες ποὺ ζοῦσαν στὸ ποτάμι καὶ ἔκρυβαν στὸν κόρφο τους ἕνα ποθητὸ καὶ ζόρικο μαντήλι. Ὁ Παπαδιαμάντης ἤξερε τὴν Ε., στὴν ὁποία πήγαιναν ντόπιοι καὶ ξένοι (καμιὰ φορὰ ἔρχονταν καὶ ἀπ᾿ τὸν Καναδᾶ) γιὰ νὰ ρωτήσουν γιὰ τὸ μέλλον. Ἐκείνη ἔκρυβε τὰ ἄσχημα νέα καὶ ἐκκλησιαζόταν τακτικά.

Ὁ Παπαδιαμάντης ἐντέλει, ἐξηγοῦσε μὲ ἀκρίβεια γιατί δὲν αἰσθανόμουν δέος μπροστὰ στοὺς γκρεμοὺς ἢ τὶς σφαῖρες, ἀλλὰ μπροστὰ στὶς θεῖες ποὺ ψιθύριζαν ἀκατάληπτα λόγια καὶ στὰ κορίτσια ποὺ χαμογελοῦσαν κρυφὰ ἀπ᾿ τὴ μάνα τους. Ὁ Παπαδιαμάντης ἀπαντοῦσε ὅταν κάναμε τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἐρώτηση: «Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγαν τὴν βραδείαν...»

 


 

Ἡ Δύση καὶ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολή

Κώστας Κουτσουρέλης (Ποιητής, μεταφραστής)

Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη μνημονεύουμε γιὰ τοὺς λόγους ποὺ μνημονεύουμε κάθε κορυφαῖο συγγραφέα. Πρωτίστως, γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ τὸ ἔργο του μᾶς προσφέρει τόσο πλουσιοπάροχα: τὴ ρωμαλεότητα τῆς περιγραφῆς, τὴν εὐαισθησία τοῦ βλέμματος, τὴν ποικιλοχρωμία τῆς ἔκφρασης, τὸν διάχυτο λυρισμό. Τὰ διηγήματά του εἶναι μιὰ γιορτὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνας ὁδηγητικὸς μίτος μὲς σ᾿ ἕναν κόσμο φαινομενικὰ παρωχημένο, ἀλλὰ ὡστόσο μονίμως παρόντα. Κάτω ἀπ᾿ τὸ καιρικὸ πέπλο τῶν χαρακτήρων του βρίσκει κανείς, μόλις βαλθεῖ νὰ τὸ ἀνασηκώσει, ἁδρὲς καὶ ἀναγνωρίσιμες φιγοῦρες, οἰκεῖες συμπεριφορές, ἤθη καὶ ἔθη ἀνεξίτηλα. Μὲ δύο λόγια, βρίσκει ὁ καθένας μας ἀτομικά, συμπυκνωμένο ὅπως μόνο ἡ λογοτεχνία τὸ μπορεῖ, κάτι ἀπ᾿ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.

Ὅμως, Παπαδιαμάντη μνημονεύουμε καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο, ἐξίσου, μπορεῖ καὶ περισσότερο βαρύνοντα. Ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς δημιουργοὺς ποὺ περιέρχονται στὴ μικρὴ ἐκείνη ὁμάδα τῶν σημαδιακῶν, ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς νοηματοδότες τῆς νεότερής μας ταυτότητας, ἕνας ἀπὸ τοὺς στυλοβάτες τῆς συλλογικῆς μας αὐτοκατανόησης. Τὸ ἔργο του μᾶς συναρπάζει ἐπειδὴ εἰκονογραφεῖ ὅσο λίγα τὴ σταθερότερη ἀπ᾿ τὶς σταθερὲς τοῦ νεοελληνικοῦ βίου, τὴ μόνιμη διελκυστίνδα ἀνάμεσα στὴ Δύση καὶ στὴ δική μας, καθ᾿ ἡμᾶς, Ἀνατολή. Καὶ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Ἡ ἀμφιθυμία λ.χ. ἀνάμεσα στὸ ἄστυ καὶ τὴν ὕπαιθρο, μεταξὺ τῆς ἀλληλέγγυας ἀλλὰ ἀσφυκτικῆς Κοινότητας καὶ τῆς ἀπρόσωπης πλὴν ἀνεκτικῆς Κοινωνίας, μεταξύ της πίστης στὴν Πρόνοια ἀπ᾿ τὴ μιά, καὶ τῆς πίστης στὴν Πρόοδο ἀπ᾿ τὴν ἄλλη, ὅλα ἀποτυπώνονται ἀνάγλυφα στὸ ἔργο του.

Ὁ Παπαδιαμάντης, βέβαια, ἔχει κι αὐτὸς τὶς προτιμήσεις του· συχνὰ παίρνει θέση. Γι᾿ αὐτό, κάποιοι τὸν εἶδαν σὰν ἰδεολογικὸ ταγό. Κάποιοι ἄλλοι, τὸν ἀναγόρευσαν ἐχθρό. Δὲν ἔχει σημασία. Δική του νίκη, νίκη τοῦ συγγραφέα, εἶναι ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν σταματοῦν νὰ τὸν διαβάζουν.

 


 

Ἡ οὐτοπία τῆς κοινότητας

Χρῆστος Μποκόρος (Ζωγράφος)

Ἀκόμη μὲ συνεπαίρνει ἔκπληξη καὶ θαυμασμός, ὅταν ἡ τέχνη σώζει τὸ ἐλάχιστο τῆς καθημερινῆς μας συνθήκης καὶ τὸ ἀξιώνει ὡς συλλογικὴ ἀλήθεια στὴν αἰωνιότητα. Δὲν συμβαίνει βέβαια συχνά, δὲν εἶναι τὸ σύνηθες στὴν τέχνη, ἀλλὰ ὅταν συμβεῖ γαληνεύει ἀπρόβλεπτα ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἀναστημένο κόσμο ποὺ ἀποκαλύπτεται μπροστά του. Ἂν ψάξεις, μὲ ἐργαλεῖα λογικά, νὰ ἐξηγήσεις τὸ πῶς, ὁ τρόπος διαφεύγει ἀσύλληπτος ἢ μοιάζει παράταιρος καὶ λίγος, προφυλάσσοντας ἔτσι καὶ τὴ χάρη ἀπὸ τὴν ἐπανάληψη. Ὅταν σκοντάφτουμε σὲ τέτοια ἔργα, ἡ ἀπαράμιλλη σαφήνεια μὲ τὴν ὁποία προβάλλουν, ἀκυρώνει τὰ ἐπιχειρήματά μας, τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανόνες τῆς τρέχουσας τέχνης. Ἀρδεύεται, ὑπόγεια, μὲ νέο ρεῦμα ἡ διάθεσή μας, νὰ προσδοκοῦμε νόημα ζωῆς στὴ σχέση μας μὲ τὶς χαρὲς καὶ τὰ βάσανα τοῦ μικροῦ μας τόπου. Νὰ ὀνειρευόμαστε τὴν οὐτοπία τῆς κοινότητας. Μιὰ οὐτοπία ποὺ εἶναι πιὸ κοντά μας κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πραγματικότητα. Μιὰ οὐτοπία ποὺ βρίσκεται γύρω μας, ἂν τὴ δοῦμε καὶ τὴν ἀγαπήσουμε ἐντός μας. Αὐτὴ τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἀλήθεια ἀνέδειξε τὸ χάρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη κι αὐτὴν μας κατέλειπε ἡ ἀγάπη του, ζωὴ ὁλοζώντανη, στὸ ἔργο του. Κοινὸς ὁ τόπος γιὰ ὅλους, ἀλλὰ μοναδικὸς γιὰ τὸν καθένα, καταδικός του, ὁ τρόπος νὰ τὸν ὑψώνει σὲ κοινότητα.

 


 

Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ...

Μάνος Ἀχαλινωτόπουλος (Μουσικός)

Ὁ δικός μου ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος εἶναι ὁ μάγος τοῦ ξεπεσμένου δερβίση, εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μίλησε μὲ τὸν πιὸ ποιητικό, μεταφυσικὸ καὶ ἐν τέλει γιορταστικὸ τρόπο γιὰ τὸν ἦχο, τὴ μουσικὴ καὶ τὴν πνοή. Ὅταν λέω μεταφυσικό, ἐννοῶ μετὰ τῆς φύσεως, καὶ ὄχι μετὰ τὴ φύση, γιατὶ στὸν κὺρ Ἀλέξανδρο ὁ ἦχος ὁ γιορτινός σου τρυπάει τὰ σωθικά, εἶναι ἐνσώματος ἐνῶ «χορδίζει τὰ σύμπαντα», εἶναι βρώσιμος, ἀληθινὸς καὶ τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸς ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος, ποὺ τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε, εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγάπησε τὸν ἀλλότριο καὶ τὸν ξένο πολὺ πρὶν ἀπὸ τὶς ἰδεολογίες. Εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ μαχόταν γιὰ τὴν ἀγαπημένη του βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ τὴν ὀρθὴ ἐκφορά της, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος αὐτούσιος καὶ ὑπερούσιος «ἀτμὸς» καὶ «πάθος» καὶ «μύρο» καὶ «ἄχνη» καὶ «μελωδία». Μιὰ μελωδία ἀτέρμονη καὶ μεθυστική, ποὺ ἄφησε πνευματικά της παιδιὰ τὸν Ταρκόφσκι καὶ τὸν Βακαλόπουλο καὶ ἄλλους πολλοὺς καὶ σημαντικούς, καὶ ποὺ θὰ λέει γιὰ πάντα σὲ πλάγιο τοῦ δευτέρου ἦχο σὰν κράτημα «κοσμικόν»: «αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαίρα καὶ γυρίζει» (μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ...). Μιὰ μελωδία ποὺ ἀγαπάει τοὺς ποιητές, τοὺς πλάνητες καὶ τοὺς ἐρωτευμένους, τὰ τρία στοιχεῖα ποὺ κυριαρχοῦν στὸ ἔργο καὶ στὸν βίο του. Κόσμος-κόσμημα! Φτιαγμένος ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ κὺρ Ἀλέξανδρου. Πέτρες, δάση, σοκάκια καὶ ἀκρογιάλια, ὅλα δικά του! Ἐκεῖνος ὁ ταπεινὸς Παπαδιαμάντης ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν καρδιά του τὸν φύσηξε αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἔχει ἀνάλαφρη πνοή, εἶναι ἀπὸ μέσα φωτεινὸς καὶ γι᾿ αὐτὸ γιὰ πάντα γιορτινός. Γιὰ πάντας γιορτινός!