Σοφία Κανταράκη - Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης στὴν Πορταριά

Ἀπὸ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο Πορταριᾶς

Ἡ παρουσία τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη στὴν Πορταριὰ σχετίζεται μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἀδελφοῦ του Γεωργίου. Πολλὰ στοιχεῖα συγκεντρώνονται σιγὰ-σιγὰ μέσα ἀπὸ πηγές, ἀρχεῖα καὶ μαρτυρίες. Ἂς ξεκινήσουμε μὲ μιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς τελευταῖες – τὴ μεταφέρουμε ἔτσι ἀκριβῶς ὅπως τὴν κατέγραψε ὁ μακαρίτης Γιῶργος Τσιμπανούλης, στὸ ὑπ᾿ ἀριθ. 4 φύλλο τοῦ περ. ΠΟΡΤΑΡΙΑ (Ἰανουάριος 1999).

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Μεγάλος Κανόνας

- «Σ᾿ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας “Ράχη” ἔχει δοθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἦταν τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ χῶρο τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας, ὥστε νὰ ἀρκοῦσε, αὐτὸ καὶ μόνο, νὰ ἐξηγήσει τὴν ὀνοματοθεσία αὐτή. Ἡ ἀφορμὴ στὸ νὰ δοθεῖ τὸ ὄνομά του σ᾿ αὐτὸ τὸ δρόμο ἤτανε ἡ παρακάτω:

Ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε ἕναν ἀδελφό, τὸ Γιώργη, ποὺ εἶχε παντρευτεῖ στὴν Πορταριὰ καὶ σ᾿ αὐτὴ ἐγκαταστάθηκε. Διετέλεσε ἐπὶ πολλὰ χρόνια γραμματέας τῆς Κοινότητας Πορταριᾶς, τότε Δήμου Ὀρμινίου. Τὸ σπίτι ποὺ καθότανε ἦταν στὴν μικρὴ πλατεία, ὅπου ἡ θολωτὴ βρύση καὶ ὁ μεγάλος πλάτανος τῆς “Ράχης”, ἀπέναντι ἀπὸ τὸ ἀρχοντικό του Τσοποτοῦ, τώρα ξενοδοχεῖο “Δεσποτικό”. Ἔτσι ὁ ἐκφραστῆς τοῦ ταπεινοῦ, τοῦ αὐθεντικοῦ καὶ ἀδιάφθορου ἑλληνικοῦ κόσμου, ὁ κοσμοκαλόγερος Ἀλ. Παπαδιαμάντης, εἶχε ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορὲς τὴν Πορταριὰ γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἀδελφὸ καὶ τὰ ἀνήψια του.

Μὲ τὴν εὐκαιρία ἀξίζει νὰ σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἀνέκδοτο γιὰ τὸν Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ποὺ ὁ παππούς μου ὁ παπα-Ἀντώνης, παπὰς στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Πορταριᾶς, ἀπὸ τὸ 1890 ἕως τὸ 1936, μᾶς εἶχε διηγηθεῖ.

Ποιὰ χρονιὰ συνέβη, δὲν τὸ ξέρω. Ἤτανε Μεγάλη Σαρακοστή, ἡμέρα Τετάρτη, ποὺ διαβάζεται στὴν Ἐκκλησία, στὸν Ἑσπερινό, ὁ λεγόμενος Μεγάλος Κανόνας. Βγῆκε στὴν Ὡραία Πύλη μὲ τὸ βιβλίο στὸ χέρι ποὺ περιεῖχε τὸ Μεγάλο Κανόνα καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας ἄρχισε νὰ διαβάζει τὰ τροπάρια. Ψάλτη δὲν εἶχε καὶ τὰ τροπάρια ἔπρεπε νὰ τὰ διαβάσει μόνος του. Καὶ ἤτανε πάρα πολλά. Διάβασε τὸ πρῶτο κι ἤτανε ἕτοιμος ν᾿ ἀρχίσει τὸ δεύτερο, ὅταν κάποιο ἄτομο, ποὺ στεκότανε ὄρθιο ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος, μπροστὰ στὴν κολόνα τῆς ἐκκλησίας, ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ δεύτερο τροπάριο. Ὁ παππούς μου προχώρησε στὸ τρίτο καὶ ὁ ἄγνωστος στὸ τέταρτο καὶ οὕτω καθεξῆς, μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ Μεγάλου Κανόνα, ὁ παππούς μου ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ βιβλίο καὶ ὁ ἄγνωστος χωρὶς βιβλίο. Κρύος ἱδρώτας περιέλουσε τὸν παππού μου. Αὐτὸς μετὰ δυσκολίας κάτω ἀπὸ τὸ ἰσχνὸ φῶς τῆς λαμπάδας, κατόρθωνε νὰ ἀναγνώσει τὰ τροπάρια, ἐνῶ ὁ ἄγνωστος δὲν ἐκόμπιαζε καθόλου. Καὶ πρόσθετε ὁ παππούς μου: «Ἤμουν καὶ νέος παπάς…».

Τελείωσε ὁ Μεγάλος Κανόνας, μπῆκε ὁ παππούς μου μέσα στὸ Ἱερό. Ἕως ὅτου βγεῖ ἔξω, ὁ ἄγνωστος εἶχε φύγει. Τὸ μόνο πού, μέσα στὴν ταραχή του, μπόρεσε νὰ κρατήσει ὁ παππούς μου ἤτανε τὸ φτωχικὸ ντύσιμο τοῦ Παπαδιαμάντη. Γιατὶ αὐτὸς ἤτανε ὁ ἄγνωστος, ποὺ τόσο συντάραξε τὸν παπποῦ μου μὲ τὶς γνώσεις του, ὅπως ρώτησε κι ἔμαθε στὴ συνέχεια. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιώργη, τοῦ γραμματέα τῆς Κοινότητας. Πῆγε τὴν ἄλλη μέρα στὸ σπίτι τοῦ ἀδελφοῦ του γιὰ νὰ τὸν γνωρίσει καὶ εἶχε νὰ τὸ λέει γιὰ τὴν ἁπλότητά του, τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴ σοφία του.

Νά λοιπὸν ὅτι τὸ χωριὸ συνδέεται μὲ δεσμοὺς αἵματος μὲ τὸν μεγάλο Ἀλ. Παπαδιαμάντη καὶ πολὺ σωστὰ δόθηκε τὸ ὄνομα σὲ ἕνα δρόμο τῆς συνοικίας ποὺ ἔμενε ὁ ἀδελφός του Γιώργης».