π. Ἰγνάτιος Παπασπηλιόπουλος - Ἡ Παναγία στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη

Ἡ σεπτὴ μορφὴ τῆς Θεομήτορος μὲ τὴν πολυεδρική της ἀκτινοβολία ἀπαντᾶ κατὰ ἰδιαίτερο τρόπο στὴν πολλαπλὴ δημιουργία τοῦ Σκιαθίτη ἱεροφάντη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων. Ὄχι μόνο στὴ διηγηματογραφία του, ἀλλὰ καὶ στὴν ἄγνωστη σχεδὸν ποίησή του, τὴν κοσμικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστική. Μὲ τὸν ἀνάδελφο χρωστήρα τῆς γραφίδας του τὴν ἱστορεῖ «ἐν ἰματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» ὅταν ἀναφέρεται σ᾿ αὐτήν, εἴτε περιγράφει κάποιον ἐξοχικὸ ναό της, εἴτε μιὰ θεομητορικὴ πανήγυρη, εἴτε μιὰ εἰκόνα της, εἴτε συνθέτει τὸν Παρακλητικό του κανόνα «ὡς Νήφων Ἀλέξανδρος τε τῇ μεσιτείᾳ».

Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Παπαδιαμάντη στὴν Παναγία καὶ ἡ προσφυγή του σ᾿ αὐτὴν «πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς» εἶναι γνήσια, αὐθεντική, ὀρθόδοξη καὶ ἐκφράζει μὲ σταθερὴ πίστη ἀλλὰ καὶ τρυφερότητα, υἱϊκὰ αἰσθήματα ἀγάπης καὶ ἀφοσίωσης. Εἶναι ἀκόμη ἀντιπροσωπευτικὴ τῶν «ἀνύμφευτων» διὰ βίου παρθένων ἀνδρῶν, ὅπως καὶ τῶν διὰ βίου ἀνύμφευτων παρθένων πρὸς τὸν «Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας», ὅπου ἔχει τὴν ἐξαϋλωμένη μορφὴ τῆς anima καὶ τοῦ animus τῆς Tiefenpschologie, ποὺ ἀγαπᾶται καὶ βιώνεται μὲ ἕναν ἄλλον ἐξωκόσμιο τρόπο. Ἐξάλλου μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἐπηρεάστηκε καὶ ἀπὸ τὸ Παναγιοκρατικὸ κλίμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ποὺ τὸ ἔζησε καὶ στάθηκε διὰ βίου κοσμοκαλόγηρος. Ἀλλὰ ἂς προχωρήσουμε πιὸ συγκεκριμένα στὶς θεομητορικές του ἀναφορές, μέσῳ τοῦ ἔργου του.

Τὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου, ἀπὸ ἀγκαλοφορουμένου βρέφους καὶ μικρᾶς κορασίδος ἕως τῆς σαββατιζούσης ὡρίμου ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης, προβάλλεται ἄμεσα ἢ ἔμμεσα μὲ δέος καὶ σεβασμό. Καὶ ἡ κάθε ἀναφορά του δὲν εἶναι ἁπλὴ περιγραφικὴ ἢ λογοτεχνική, ἀλλὰ βιωματική, ὀρθόδοξη, θεολογικὴ καὶ ἀνακλᾶ τὸν ἐσωτερικὸ πνευματικὸ πλοῦτο τοῦ ἀνδρός. Ὁλόκληρα διηγήματα μὲ τίτλους θεομητορικούς, ὅπως «Ἡ Γλυκοφιλοῦσα», «Ἡ Πεποικιλμένη», «Στὸ Χριστὸ στὸ κάστρο», στὸ «Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ», στὸ «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου» κ.ἄ. ἄρθρα, ὅπως «Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου», «Περὶ τῆς Παναγίας τῆς Κουνίστρας», «Ὕμνος ἀκάθιστος» κ.α., καὶ ἰδιαίτερά τα ποιήματά του, μᾶς προσφέρουν τὴν ὑπερκόσμια μορφὴ τῆς Παρθένου σὲ μίαν ἄλλη «κένωση» καὶ θεώρηση, ὥστε ἡ προσέγγισή της νὰ γίνεται πλέον βατή.

Στὴν πεζὴ παναγιακὴ δημιουργία τοῦ προστίθεται καὶ ἡ ποιητική. Πέντε εἶναι τὰ γνωστὰ ποιήματα ποὺ ἀφιερώνει στὴ Θεοτόκο, σὲ ἐλεύθερο στίχο. Τὰ τέσσερα σὲ ἰσάριθμες, ὁμώνυμες μὲ τὶς ἐξοχὲς ὅπου βρίσκονται οἱ ναοί τους, Παναγίες: «Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα», «Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά», «Στὴν Παναγία τοῦ Ντομὰν» καὶ «Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί». Σ᾿ αὐτὰ προστέθηκε ἀργότερα τὸ πέμπτο «Στὴν Παναγία τὴ Σαλονικιά». Γράφτηκαν κατὰ τὸν Στέργιο Δημούλη στὴν περίοδο τῆς συγγραφικῆς του ὡριμότητας (1909-1910) καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἕνα τρίτο της ποιητικῆς του δημιουργίας.

Ἡ Παναγία τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ἀρχικὰ ἡ Παναγία τῆς χριστιανοσύνης, τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἡ Παναγία μὲ τὴν τοπικὴ ἰδιαιτερότητα «ἡ μιὰ ἡ ξεχωριστή», ἡ δική του, ἡ Παναγία ἡ Σκιαθίτισσα, ποὺ γεννήθηκε καὶ κατοικεῖ ἐκεῖ.

«Εἰς ὅλην τὴν χριστιανοσύνη
Μιὰ εἶναι μόνη Παναγία ἁγνή,
Κόρη παιδίσκη, “Ἆσμα Ἀσμάτων”
Χωρὶς Χριστόν, Θεῖο παιδὶ στὰ χέρια
Καὶ τρεφομένη μὲ ἀγγέλων ἄρτον.

Ἐσὺ εἶσαι μόνη, Παναγία Κουνίστρα,
ποὺ ἐφανερώθης στῆς Σκιάθου τὸ νησὶ
εἰς δένδρον πεύκου ἐπάνω καθημένη
κι αἰωρουμένη εἰς τερπνὴν αἰώραν,
ὅπως αἱ κορασίδες συνηθίζουν.»

(Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα)

Καὶ στὸ ἄλλο ποίημά του, ποὺ ὁ Ἡρακλῆς Ἀποστολίδης χαρακτήρισε ὡς τὸ καλύτερο νεοελληνικὸ ποίημα, διαβάζουμε:

«Χαίρετ᾿ ὁ Ἰωακεὶμ κι ἡ Ἄννα
ποὺ γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί.

Χαίρετ᾿ ὅλ᾿ ἡ ἔρημη ἀκρογιαλιὰ
κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεμὸς
ἀντίκρυ τοῦ πελάγους…»

Ἐδῶ θἄλεγε κανεὶς πὼς βλέπει αὐτὴν τὴν πανανθρώπινη ἀνάγκη, ὁ καθένας νὰ οἰκειωθεῖ τὸ θεῖο γεγονός, νὰ κάνει πιὸ δικό του τὸ θεῖο πρόσωπο. Τὸν Χριστό, τὸν Χριστό του. Τὴν Παναγία, Παναγία του. Καὶ μᾶς φέρνει στὸ νοῦ τὴ συνήθεια τῶν ἔγχρωμων, ποὺ εἰκονίζουν στὸ δικό τους φυλετικὸ εἶδος τὰ θεῖα πρόσωπα… Καὶ ἐδῶ ὁ ποιητὴς θέλει τὴν Παναγία συμπατριώτισσά του! Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ἀνάγκη τῆς οἰκειοποίησης, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἀγάπη στὴ γενέτειρα ὁδηγοῦν στὴ θεώρηση αὐτή. «Στὴ λογοτεχνία σπάνια τόπος καὶ συγγραφέας ταυτίζονται τόσο ἀπόλυτα ὅπως ἡ Σκιάθος μὲ τὸν Παπαδιαμάντη», σημειώνει ὁ Ἡρ. Ἀποστολίδης ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω. Ἔτσι ἡ γενέτειρα ἐδῶ διεκδικεῖ τὴν ἱερὴ ἀποκλειστικότητα! Σ᾿ ἕνα ἄλλο του ποίημα ἡ Παναγία γίνεται τὸ κέντρο τῶν νοσταλγικῶν του ἀναζητήσεων, ποὺ συμπλέκονται μὲ τὸν νόστο τῆς Σκιάθου. Καὶ τὴν παρακαλεῖ ν᾿ ἀξιωθεῖ καὶ πάλι νἄρθει στὸν ναό Της, στὴν ἑορτὴ τῆς Ἀποδόσεως τῆς Κοιμήσεως, νὰ τὴν θεᾶται ὅλος θαυμασμὸ καὶ νὰ τῆς ψάλλει:

«Γλυκιὰ Παρθένε, ἀξίωσέ με
νἄρθω καὶ πάλι στὸν ναό σου,
στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα
ὅπου φυσᾶ γλυκὰ ἡ αὔρα,
κάτω στὸ ρέμα, ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει
κι ἐπάνω θροΐζει ἡ αὔρα μαλακά.

………………

Στὰ ᾿νεάμερα τ᾿ ἀγαπημένα
τῆς δοξασμένης μεταστάσεώς σου
ἤθελα νἆμαι νὰ ψάλω τὸ “Πεποικιλμένη”
στὸ πανηγύρι τὸ σεμνό.
Νὰ βλέπω νὰ θαυμάζω τὴ μορφή σου…»

Εἶναι, ἀκόμη, γι᾿ αὐτὸν ποὺ δοκιμάζεται ἰδιαίτερα ἔντονα σὲ κάποιες περιόδους τῆς πολυκύμαντης ζωῆς του, τῶν «θλιβομένων ἡ χαρά», «τῶν ἀδικουμένων προστάτις», τῶν «ξένων ἡ παράκλησις», ὥστε νὰ προσφεύγει σ᾿ αὐτὴν «ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσι». Καὶ ἐλπίζει προσκυνώντας τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα Της νὰ φθάσει καὶ ἕως αὐτὸν ἡ λυτρωτικὴ χάρη Της ποὺ καλύπτει ὅλο τὸ νησί:

«… ὦ Παναγία μου, κόρη παναγνή, καλή.
Κι ἴσως φθάση κι ὡς ἐμένα καὶ ν᾿ ἁπλώσῃ
γαλήνη στὴν ψυχή μου τὴν ἁμαρτωλή».

(Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα)

Τέλος, ἐπισφραγίζοντας τὸ ποίημά του «Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργὶ» ἐκφράζει τὴν ἀκόλουθη ψαλμικὴ ἀλλὰ τραγικὴ γιὰ κάθε πολυπαθῆ ἄνθρωπο ἱκεσία:

«Δός μου καὶ μένα ἄνεση, Παναγιά μου,
πρὶν νὰ ἀπέλθω καὶ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω».

(πρβλ. ψαλμ.ΛΗ,14)

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἐκφράζεται ὅλο τὸ ἱερὸ δέος, ὁ σεβασμός, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ λατρευτική, μὲ τὴ σχετικὴ ἔννοια, διάθεση τοῦ «ὄψιμου ὑμνογράφου τῆς Ὀρθοδοξίας» – ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ καθηγητὴς Ν. Τωμαδάκης – Παπαδιαμάντη, εἶναι ὁ Παρακλητικὸς κανόνας του, «ΚΑΝΩΝ ΙΚΕΤΗΡΙΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ ΤΗΝ ΓΟΡΓΟΕΠΗΚΟΟΝ». Καὶ ἐνῶ σ᾿ αὐτὸν ἐκφράζει προσωπικά του βιώματα καὶ ὁμιλεῖ ἐξ ἰδίων παθῶν καὶ περιστάσεων, ἐκφράζει συγχρόνως καὶ τὰ βιώματα τῆς λατρευούσης Ἐκκλησίας, χαρακτηριστικὸ τῶν ὀρθοδόξων ὑμνογράφων. Ὁ Παρακλητικός του κανόνας ἔχει ἰδιαίτερα ἐξομολογητικὸ χαρακτήρα, ποὺ θυμίζει τὴν ποίηση τοῦ Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα τοῦ Λασκάρεως στὸν «Μέγα Παρακλητικὸν Κανόνα». Ἡ Θεοτόκος, στὴν ὁποία προσφεύγει μὲ τὴ βεβαιότητα τῆς ἄμεσης ἀνταπόκρισής της ὡς «Γοργοϋπηκόου», εἶναι ἡ ἀρωγός, ἡ προστάτης, ἡ σώτειρα. «Προσπίπτει ἐν μετανοίᾳ κράζων ἐκ βάθους ψυχῆς». Ὁμολογεῖ ὡς ἔχων «νεκρωθὲν τὸ πνευματικόν», ὡς «ἀμόναχος μοναχός».  Καὶ δὲν διστάζει νὰ ἐκθέσει τὶς πληγές του «ὡς μεθύων ἀπαύστως, ὡς ὑβριστής… ὡς ραθυμῶν….», «ὡς κασίγνητος» (=ἀδελφός, ὁμοιότατος) τῶν μυθικῶν ἀσεβῶν Φινέως καὶ Ὀφιονέως, ὡς «Λυμαντὴρ» καὶ «βεβηλωτὴς» τῆς ἐντὸς τοῦ εἰκόνος «τοῦ ποιήσαντος», ὡς «πάλαι Νεῖλος». Καὶ ζητεῖ συγγνώμη καὶ βοήθεια.

Ἐκτενέστερη ἀναφορὰ δὲν ἐπιτρέπει ὁ χῶρος, μ᾿ ὅλο ποὺ θὰ ἦταν ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρουσα καὶ εὐχάριστη.  Συμπερασματικά, ἡ παρουσία τῆς Παναγίας στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη θυμίζει τὴν ἱστορημένη εἰκόνα Της στοὺς ὀρθόδοξους ναούς. Ἀλλοῦ αὐτοτελὴς καὶ περίβλεπτος, ὅπως στὸ τέμπλο καὶ τὴν κώχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ἀλλοῦ ὡς ἕνα των προσώπων μιᾶς ἱερᾶς παράστασης. Ἔτσι καὶ μέσα στὸ ἔργο του, ἡ Παναγία κατέχει μιὰ περίοπτη θέση, ὅπως καὶ στὴν εὐσεβῆ ψυχή του. Καὶ ἀπεικάζοντάς την «καλάμῳ γραμματέως ὀξυγράφου», «εὐκαίρως-ἀκαίρως», ἀνοίγει τὸ στόμα τῶν μεμνημένων ἀναγνωστῶν του στὸ νὰ «ἄσουν» μαζί του νοερὰ τὸ «Πεποικιλμένη». Καὶ «εὐλάλοις χείλεσι» νὰ προσκυνήσουν τιμητικὰ τὴν χαριτόβρυτη εἰκόνα Της.