Παναγιώτης Δ. Καραθανάσης - Μιὰ ἄγνωστη πλευρὰ τοῦ Παπαδιαμάντη

Πηγή: ἱστοχῶρος IoniaNet http://www.ionianet.gr/content.php?cat_id=9&articlesPage=2&id=2944

Μὲ τὸν Παπαδιαμάντη ἔχουν ἀσχοληθεῖ ὡς τώρα πάρα πολλοί. Ἔκριναν τὴ ζωή του καὶ τὸ ἔργο του θετικὰ καὶ ἀρνητικά. Ἐπικράτησαν οἱ θετικὲς ἀπόψεις, γιατὶ τὸ ὕφος, ὁ στοχασμός, ἡ γλώσσα καὶ ἡ ζωντανὴ περιγραφὴ τῶν τύπων καὶ τῶν τοπίων στὰ διηγήματά του εἶναι στοιχεῖα ἀξεπέραστα.

Κρίθηκε ὡς μυστικοπαθής, φιλοθρῆσκος, αἰσθηματικός, ἀπαισιόδοξος, μελαγχολικός, καὶ ὅτι ἐπιδίωκε τὴν ἀπομόνωσή του ἀπ᾿ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ζοῦσε σὲ ἕνα κόσμο δικό του, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐποχή του, χωρὶς ὅμως, καὶ νὰ ἀνήκει σὲ μία ἄλλη ἐποχή. Ζοῦσε σὲ μία ὑπερβατικὴ κατάσταση, καὶ αὐτὸ τὸν κάνει διαχρονικὰ σύγχρονο.

Θὰ παρουσιάσουμε ἐδῶ, κάπως πεζὰ βέβαια, τὶς ἀπόψεις του γιὰ τὰ κοινωνικὰ θέματα, ὅπως τὶς ἀποτύπωσε ὁ μεγάλος λογοτέχνης στὰ διηγήματά του.

Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴ θρησκεία. Ἐνῶ φέρεται μὲ σεβασμὸ πρὸς τοὺς ἱερεῖς -ἦταν ἱερέας ὁ πατέρας του- καὶ τοὺς μοναχούς, δὲν τρέφει τὰ ἴδια αἰσθήματα καὶ γιὰ τοὺς Δεσποτάδες (Ἐπισκόπους). Στὸ διήγημα «Τὰ πτερόεντα δῶρα», ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα «Ἀλήθεια» τῶν Ἀθηνῶν τὴν 1η Ἰανουαρίου 1907, γράφει, ὅτι ἕνας ἄγγελος κατέβηκε στὴ γῆ τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, γιὰ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους δῶρα ἀπὸ τὸν οὐρανό. Πῆγε πρῶτα στὸ σπίτι ἑνὸς φτωχοῦ, ὅπου ἐκεῖνος ἦταν μέθυσος καὶ ἔδερνε τὴ γυναίκα του καὶ ἐκείνη τὸν ἔβριζε. Δὲν τοὺς ἔκρινε ἄξιους τῶν δώρων καὶ ἔφυγε. Μπῆκε σὲ κτήριο, ὅπου οἱ ἄνθρωποι «μετροῦσαν ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτιά». Ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ. «Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς καὶ ὁ Ἄγγελος, διὰ νὰ παρηγορηθεῖ, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον εἰς τὰς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χείρας, καὶ εἰς τὸ βάθος ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ Ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρα του (…) ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψίδας».

Στὸ διήγημα «Ὁ Ἀνάκατος», ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ περιοδικὸ «Παναθήναια» (τόμ. Κ´ 1910, σελ. 289-292) γράφει: «Μὲ δύο ἀστακοουρὰς καὶ μὲ μίαν δαμετζάναν μοσχάτου τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ εὐνοϊκῶς εἰς τὴν ἕδραν τῆς Ἐπισκοπῆς, (ἐπειδὴ τότε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀκριβήνει, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχον διορίσει οἱ «δεσποτάδες», ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πάσαν τοιαύτην περίπτωσιν)».

Ἀντιγράφουμε ἀπὸ τὸ πρῶτο μυθιστόρημα τοῦ Παπαδιαμάντη «Ἡ Μετανάστις» ποὺ δημοσιεύτηκε στὸ «Νεολόγο» τῆς Πόλης τὸ 1879-1880. (Μέρος Πρῶτον, Κεφάλαιον Α´ . Ἡ Θεία μάστιξ). «Διότι πρὸ τῆς ἐνσκήψεως τοῦ δεινοῦ, ὁ κληρικὸς οὗτος ἔζη σχεδὸν ἀφανὴς ἐν τῇ πόλει, καὶ δὲν ὡμοίαζε πρὸς τοὺς σεβασμίους ἐκείνους ποιμενάρχας, οἵτινες, ἀφοῦ ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν αὐτῶν πληρώσῃ τὰς αἰθούσας καὶ τοὺς θαλάμους ἐν καιρῷ γαλήνης καὶ ἡσυχίας, ἀποσύρονται κατὰ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις εἰς εὐάερόν τι ἐξοχικὸν μοναστήριον, ἵνα προσευχηθῶσιν ἐν σιγῇ ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου αὐτῶν».

Στὸ ἀνέκδοτο διήγημα «Ὁ Αὐτοκτόνος», γραμμένο τὸ 1892, γράφει: «Τάχα αἱ εὐχαί, ὅταν εἶναι ὤνιοι, ποίαν ἄλλην ἀξίαν ἔχουσι, εἰμὴ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀργυρίου; Μήπως καὶ ὁ Παράδεισος δὲν εἶναι ἀγοραστός, καθὼς ὅλα;».

Στὸ διήγημα «Ἰατρεῖα Βαβυλῶνος», γραμμένο τὸ 1907 καὶ δημοσιευμένο στὸ «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς 17 Αὐγ. 1925, ἀρκετὰ μετὰ τὸ θάνατό του, λέει: «Τώρα ὅμως ἡ πράγματι ἐπικρατοῦσα θρησκεία εἶναι ὁ πλέον ἀκάθαρτος καὶ κτηνώδης ὑλισμός. Μόνον κατὰ πρόσχημα εἶναι ἡ χριστιανοσύνη».

Καὶ γιὰ τὸν πολιτικὸ γάμο ἔγραψε ὁ Παπαδιαμάντης στὸ διήγημα «Χωρὶς στεφάνι» ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» στὶς 24 Μαρτίου τὸ 1896, μία ριζοσπαστικὴ θέση, ὄχι μόνο γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Γράφει, λοιπόν: «Ἦσαν ἀνδρόγυνον χωρὶς στεφάνι. Χωρὶς στεφάνι! Ὁπόσα τοιαῦτα παραδείγματα! Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ἐλλείψει ὅμως ἄλλης πρόνοιας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον».

Τοὺς πολιτικοὺς καὶ πολιτευτὲς περιποιεῖται ἰδιαίτερα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ μεγάλο διήγημά του (νουβέλα) «Οἱ Χαλασοχώρηδες», ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τὸ 1892. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ διαβάσει ὁλόκληρο κανεὶς γιὰ νὰ ἔχει πληρέστερη εἰκόνα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ νὰ κάνει τὴ σύγκριση μὲ τὴ σημερινή. Θὰ παραθέσουμε, ὅμως, μερικὰ ἀποσπάσματα. «Αὐτός, ὅσους ψήφους ἐπῆρε, τοὺς εἶχεν ἀγοράσει ἀκριβά. Ὅλους πληρωμένους. Ἕνα ἐκλογέα δὲν ἄφησε ἀπλήρωτον». (…) «Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον (τῆς Βουλῆς), ὁ Γεροντιάδης ἐφρόντισε νὰ διορίσῃ εἰς μικρὰς ἢ μεγάλας θέσεις ὅλους τους ἀνεψιούς του, ἑπτὰ τὸν ἀριθμόν, καθὼς καὶ δύο ἐξαδέλφους του καὶ τρεῖς δεύτερους ἐξαδέλφους του, ὡς καὶ δύο κουμπάρους, καὶ τὸν υἱὸν τῆς κουμπάρας του καὶ τὸν ἀδελφὸν τῆς ὑπηρέτριάς του, καὶ ἄλλους». (…) «Ἐφθόνει δὲ καὶ τὸν Μανόλην τὸν Πολύχρονον, ὅστις ἤξευρε τὸν τρόπον, ὑποσχόμενος εἰς τὸν ἕνα διορισμόν, εἰς τὸν ἄλλον σύνταξιν, εἰς τὸν τρίτον αἰσίαν ἔκβασιν τῆς δίκης, νὰ εὑρίσκῃ ἀπληρώτους ἐκλογεῖς».

(…) «Δὲν ὑπῆρξε βοσκός, ὅστις νὰ μὴ διωρίσθη τελωνοφύλαξ, οὔτε ἀγρότης, ὅστις νὰ μὴ προεχειρίσθη εἰς ὑγειονομοσταθμάρχην. Τότε εἴδομεν πρώτην φορὰν κι ἐδῶ εἰς τὴν νῆσον λιμενάρχην φουστανελλᾶν».

(…) «Τώρα, ποῖος προστάτης, ποῖος πολιτευόμενος, ποῖος βουλευτὴς εἶναι ἱπποτικότερος; Ἐκεῖνος, ὅστις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου ἀγοράζει τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκεῖνος, ὅστις τὰς ἀγοράζει ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ;»

(…) «Διὰ νὰ ἐπιθυμήσῃς τοῦτο, (νὰ γίνεις βουλευτὴς) σημείωσε, πρέπει νὰ εἶσαι χορτάτος. Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων, ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα».

Καὶ γιὰ τὴν ἀστυνομία ἔχει νὰ πεῖ δύο λόγια ὁ Παπαδιαμάντης. Στὸ διήγημα «Ὁ ξεπεσμένος δερβίσης», ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν ἐφημερίδα «Ἀκρόπολις» τὴν 18 Γενάρη 1896, παρουσιάζει ἕναν ἀστυνομικὸ νὰ συμβουλεύει ἕνα νεώτερο συνάδελφό του, λέγοντας: «Ὅταν βλέπεις καυγᾶ, νὰ τρέχεις ἀπὸ τὸ πλαγινὸ σοκάκι, νὰ ἀργοπορῇς, ὡς ποὺ νὰ περάσει ἡ φούρια, καὶ τότε νὰ παρουσιάζεσαι. Καὶ ἄλλην συμβουλὴν τοῦ ἔδωκε. Στὸν καυγᾶ, πάντοτε νὰ βλέπῃς ποιὸς εἶναι δυνατώτερος καὶ νὰ φυλάγεσαι. Νὰ μαλώνῃς τὸν πιὸ ἀδύνατον, νὰ τοῦ τραβᾶς κι ἕνα χαστούκι, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃς τὴν τάξιν. Ἔτσι θὰ βγαίνῃς λάδι».

Γιὰ τὴ διαγωγὴ τῆς νεολαίας ὁ Παπαδιαμάντης στὸ διήγημα «Τὰ μαῦρα κούτσουρα», ποὺ δημοσιεύτηκε μετὰ τὸ θάνατό του, στὸ περιοδικὸ «Καλλιτέχνης» τὸ 1912, γράφει: «…οἱ νέοι τούτου τοῦ καιροῦ ἄλλαξαν πλέον τὰ φερσίματά τους καὶ τὴ διαγωγή τους. Ὅσοι μᾶς ἔρχονται ἀπὸ τὶς Βλαχίες κι ἀπὸ ἄλλα μέρη, ἔμαθαν ἐκεῖ ἄλλα καμώματα, κι ἄλλους τρόπους, κι αὐτὰ τὰ καμώματα τὰ μαθαίνουν καὶ στοὺς ἄλλους συνομηλίκους τους, τοὺς ἐδῶ. Τί τὰ θέλετε; Αὐτὸ εἶναι πράμα ποὺ κολλάει σὰν ψώρα. Μία ψιλὴ σκέπη, μία τσίπα, εἶναι ὅλη του ἀνθρώπου ἡ ντροπή. Ἅμα πάει ἡ τσίπα, πάει πλέον ἠθικὴ καὶ γνώση». Τὸ διαχρονικὸ παράπονο τῶν μεγαλυτέρων ἀπὸ τοὺς νεώτερους.

Καὶ γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν νέων ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους λέει: «…φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος θεῖος του ἐδίδασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ οἱ γονεῖς ἀκόμη πράττουν εἰς τὰ «κατώτερα στρώματα», πὼς νὰ μουντζώνῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ βλασφημῇ καὶ νὰ κατεβάζῃ κάτω Σταυρούς, Παναγίες, κανδήλια, θυμιατὰ καὶ κόλλυβα». («Τὰ Χριστούγεννα τοῦ τεμπέλη» Χριστουγεννιάτικη «Ἀκρόπολις» τοῦ 1896). Σήμερα ὡς Χούλιγκανς ἢ μὲ ἄλλη ἰδιότητα κατεβάζουν βιτρίνες καταστημάτων.

Στὸ ἴδιο διήγημα γράφει καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια. «Ἐμένα ἡ φαμίλια μου δουλεύει, ἐγὼ δουλεύω, ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴ μοδίστρα. Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴν σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸν μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσο της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖο του, τὸ ροῦχο του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή».

Θὰ κλείσουμε ἐδῶ μὲ τὴ διαπίστωση, ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραψε γιὰ πάρα πολλὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν καθημερινὴ ζωή. Παρουσιάσαμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποτελέσουν τὸ ἐρέθισμα γιὰ τὴν ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἡ ὠφέλεια θὰ εἶναι πολλαπλή. Πρῶτα - πρῶτα θὰ γνωρίσει μία πλευρὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας πλούσιας, γλαφυρῆς καὶ ἱκανῆς νὰ ἀνταποκρίνεται σὲ ὅλες της ἀπαιτήσεις τῆς περιγραφῆς τοπίων, καὶ συναισθημάτων.

Ἡ δὲ μελέτη τῶν χαρακτήρων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ παρουσιάζει ὁ συγγραφέας στὰ διηγήματά του, πλουτίζει τὶς γνώσεις μας καὶ βοηθᾶ στὴ διαμόρφωση τῆς δικῆς μας συμπεριφορᾶς. Ἐπίσης ἡ σύγκριση τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὶς σημερινὲς μᾶς παρέχει τὴ γνώση καὶ τὴ δύναμη νὰ ἀντιμετωπίζουμε καλύτερα τὰ παρουσιαζόμενα ἑκάστοτε προβλήματα.