Σοφία Κανταράκη - Ἡ ἀσύνειδος μητρικὴ «παραβατικότητα» στὸν Παπαδιαμάντη

…λέγουν ὅτι οἱ κατάρες ἐκείνων τῶν γυναικῶν πιάνουν, αἴτινες σπανίως καταρῶνται…

Ὁ Παπαδιαμάντης προβάλλει μέσα ἀπὸ τὸν τόπο τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἀνατολῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ καταθέτει μία ζωντανὴ ἐμπειρία καὶ ἀλήθεια ζωῆς.

Εἶναι κομμάτι δικό μας, κομμάτι κάθε οἰκογένειας καὶ κάθε κοινωνίας . Τὴν τέχνη του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ καθ. Φ. Δημητρακόπουλος σὲ ἡμερίδα γιὰ τὸν πεζογράφο, δὲν πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ τὴν καταλάβουμε ἀλλὰ νὰ τὴν αἰσθανθοῦμε. Τὸ μεγαλεῖο τοῦ λόγου του δὲν κρύβεται μόνο στὸ ἐρωτικό, πολιτικό, κοινωνικὸ κύτταρο ποὺ μπορεῖ νὰ συνθέτει τὸν κόσμο του, ἀλλὰ καὶ στὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ποὺ ὑποσυνείδητα ἀφήνουμε ἀχαρακτήριστα, ἀκατανόητα καὶ συχνὰ τὰ προσπερνᾶμε. Τέτοιας ἀποχρωσης εἶναι τὸ θέμα μὲ τὶς ἀρὲς καὶ βλαστήμιες ποὺ ἐκτοξεύονται περιέργως ἀπὸ μητρικὰ χείλη πρὸς τὸ ἴδιο τους τὸ αἷμα.

Στὶς οἰκονομικο-κοινωνικὲς συνθῆκες μίας κλειστῆς κοινωνίας τὰ παιδιὰ δὲν ἦταν ἄχθος ἀλλὰ εὐλογία, ἀφοῦ οἱ ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς ἦσαν μικρὲς καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ πολὺ μικρὰ συμμετεῖχαν στὴν παραγωγή. Ἐξάλλου ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν καὶ οἱ σχέσεις συγγένειας καθόριζαν τὴν ἰσχὺ τῆς οἰκογένειας, σὲ μία φάση ποὺ οἱ ἀνταγωνισμοὶ εἶχαν ἕναν κάθετο φυλετικὸ κι ὄχι ὁριζόντιο ταξικὸ χαρακτήρα. Τὸ χρῆμα δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναχθεῖ σὲ πρώτη κοινωνικὴ ἀξία. Μόνο σὲ περιπτώσεις ποὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν παιδιῶν καὶ ἰδιαίτερα τῶν κοριτσιῶν (ποὺ δὲν ἦταν τόσο χρήσιμα στὶς διαρκεῖς συγκρούσεις τῶν γενῶν) ἦταν ὑπερβολικός, μποροῦσε νὰ ἐμφανίζεται τὸ φαινόμενο τῆς παιδοκτονίας, ὄχι ὡς ἔγκλημα ἀλλὰ ὡς «λειτούργημα» κοινωνικῆς ἰσορροπίας. Οἱ μελέτες διαφόρων ἐθνολόγων (π.χ. Davis, Black, κλπ.) ἔδειξαν πὼς ἡ παιδοκτονία εἶναι ἀρκετὰ αὐξημένη σὲ κοινωνίες μὲ χαμηλὴ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ αὐξημένη γεννητικότητα. Μὲ ἄλλα λόγια ἦταν κάτι «ἐπιβεβλημένο» ἀπὸ κάποιες ἀδήριτες ἀνάγκες καί, συγκεκριμένα, ὅταν ἡ οἰκογένεια δὲν εἶχε δυνατότητες διατροφῆς. Ἡ κοινωνία, ὡς μέσο αὐτοπροστασίας, καταφεύγει στὴ λύση τῆς «βρεφοκτονίας», ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ κάποια ὅρια ἀντοχῆς.

Παιδοκτονία ὅμως, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέρθηκε διαπράττεται στὸν Παπαδιαμάντη μόνο στὴ Φόνισσα, ποὺ πληροῖ ὅλες τὶς προυποθέσεις κοινωνικῆς ἀνισορροπίας καὶ ἀπωθημένης κοινωνικῆς καταπίεσης, ἀπὸ μία μάνα ποὺ ἐν πλήρει συνειδήσει καταβαραθρώνει τὸ μητρικό της ρόλο στὸ ὄνομα τῆς λύτρωσης καὶ παράλληλης σωτηρίας, αὐτῶν τῶν ἐκκολαπτόμενων κορασίδων-ὑπηρετριών. Ποῦ τελεῖται λοιπὸν ἀσύνειδος παιδοκτονία, χωρὶς ἡ μάνα νὰ πράξει τὸ παραμικρό, οὔτε καν νὰ κουνήσει τὸ μικρό της δακτυλάκι; Τὸ ἐρώτημα ἀπαλλάσσεται τοῦ ρητορικοῦ του χαρακτῆρος μὲ τὴν παραπομπὴ στὴ λειτουργία τῆς κατάρας καὶ τῆς βλασφημίας ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, τὴ μάνα.

* * *

Στὸ διήγημα «Στρίγγλα -μάνα» συναντᾶμε τὴ μορφὴ ἐκείνης τῆς μάνας, ποὺ ὅλοι ἀπευχόμαστε νὰ εἴχαμε καν ἀκούσει. Δὲν εἶναι μόνο τὸ ἐρωτικὸ καὶ σαγηνευτικὸ στοιχεῖο ποὺ ἑλκύει στὸ ἄκουσμα μίας γυναικείας παρουσίας καὶ ἐρεθίζει ταυτόχρονα τὴ ποταπή μας φαντασία , εἶναι καὶ τὸ κακεντρεχές, τὸ σκοτεινό, τὸ ἐρεβῶδες καὶ παράλληλα ἀποκρουστικό. Μὲ περισσὴ περιγραφικότητα καὶ ζωντάνια ἔρχονται αὐτὲς οἱ μορφὲς τοῦ Παπαδιαμάντη νὰ προβάλλουν πτυχὲς ἀνείπωτες, μίας πεζῆς, ἀλλοτινῆς καθημερινότητας ποὺ ταράζει τὰ γαλήνια νερὰ τοῦ μητρικοῦ, καὶ ὄχι μόνο, παραβατισμοῦ. Φόνος ἐμμέσως διαπράττεται πλέον μὲ τοὺς ἰοβόλους ἑξακοντισμοὺς ἀρῶν, οἱ ὁποῖες κατὰ περίεργο τρόπο κατασπαράσσουν τὰ ἀνύποπτα θύματά τους.

“Εἶχε δύο θυγατέρας, καὶ ἦτον χήρα, καὶ οἱ υἱοί της τὴν εἶχαν παραιτήσει, κ᾿ ἔκλαιε καὶ ὠδύρετο, κ᾿ «ἐψήλωνεν ὁ νοῦς της»! …Πῶς θὰ τὰς ὑπανδρεύσῃ, πῶς θὰ τὰς ἀποκαταστήσῃ! … Καὶ τὰς ἐβλασφήμει, καὶ τὰς κατηρᾶτο, νὰ μὴν εἶχαν ποτὲ γεννηθῇ, νὰ μὴ σώσουν νὰ πᾶνε παραπάνω!… …Καὶ τὰς ὑπάνδρευσε καλά… Τὰς ἐστόλισε καὶ τὰς ἐστεφάνωσε, τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης… καὶ τὰς ἐσκέπασε καὶ τὰς ἐκουκούλωσε μὲ τὸ χῶμα… «Πῆραν τὴν πλάκα πεθερά», πῆραν τὸ μνῆμα προίκα, τὸ μαῦρο χῶμα σύντροφο!…”

Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζει τὴν ἡρωίδα του ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μὲ τὴ φράση «στρίγγλα μάνα». Καὶ πραγματικὰ αὐτὴ ἡ μάνα ἦταν στρίγγλα ἀκόμη καὶ μὲ τὸ γιό της, ἀφοῦ «ἡ ἴδια ἡ μάνα του τὸν εἶχε τρελάνει μὲ τὶς στριγγλιὲς καὶ τὶς βλασφημίες της».Ἦταν ἐπίσης καταπιεστική, ἀφοῦ «αὐτὴ ἡ ἴδια τὸν ἐβίαζε νὰ πηγαίνῃ μὲ τὶς βάρκες. Αὐτὴ τὸν ἠνάγκαζε νὰ πάῃ νὰ σκάψῃ τὸ ἀμπέλι -γιατί δὲν εἶχε νὰ πληρώσει μεροκάματα. Αὐτὴ τὸν ὑποχρέωνε νὰ κάμνῃ ὅλες τὶς δουλειές». Μιλοῦσε αὐταρχικὰ στὸ γιό της ὅταν αὐτὸς περνοῦσε τὴν ὥρα τοῦ τραγουδώντας: «-Βρὲ σύ, τίνος τὸ λέω; θὰ τσακιστεῖς ἀπὸ ῾κεῖ γλήγορα ἢ θἀρθῶ νὰ σοῦ κάμω τὰ μοῦτρα σου μαῦρα σὰν τὸ μπουζούκι;» Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση « Σὰν εἶδε ἡ Ζωγάρα ὅτι ὁ υἱὸς τῆς εἶχεν κωφεύσει εἰς τὰς δύο προσκλήσεις της, ἐπῆρε μίαν μακρὰν στρβολέκαν ἢ μαγκούρα, τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ στήριγμα εἰς τὰς ἐκδρομάς της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς (…) καὶ κατέβη ἀπὸ τὸν δρόμον (…) -Γρεμοτσακίσου τώρα κι ἄφησε τὸ μπουζούκι σου».

Ὁ συγγραφέας τὴ χαρακτηρίζει ἐπίσης «ἄστοργη». « Ὁ κόσμος ἔλεγεν, ὅτι αὐτή, μὲ τὴν ἀστοργίαν της, τοὺς εἶχε ἀποξενώσει, αὐτὴ τοὺς εἶχε κάμει νὰ σουρτουκέψουν (…). Καὶ τοὺς ἐβλασφήμει καὶ τοὺς κατηρᾶτο, νὰ μὴν εἶχαν ποτὲ γεννηθῇ, νὰ μὴν σώσουν νὰ πᾶνε παραπάνω (…) Ἔλεγεν ὁ κόσμος ὅτι αὐτὴ τοὺς εἶχε ψωμοφάγει μὲ τὴ γρίνια, μὲ τὴ στριγγλιά της, μὲ τὶς βλασφημίες, μὲ τὶς κατάρες…» Ὁ κόσμος, οἱ συντοπίτες της τὴν θεωροῦσαν γρουσούζα: «Σιμὰ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα, ὁ κόσμος τὴν εἶχε διὰ «γρουσούζα» διὰ «γουρουνοπόδαρην». Ἦτο ἀπαισία».

Καὶ τέλος ὅταν ἡ μάνα ἔχασε τὸ γιό της γιὰ τρεῖς μέρες, «τότε ἡ Ζωγάρα ἔγινε σκύλα, ἔγινε τούρκα, μετενόησε πικρῶς, διατὶ νὰ μὴν τὸ ἔχει σπάσῃ, διατὶ νὰ μὴ τὸ ἔχει κάψῃ στὴν ἑστίαν της μίαν ἡμέραν χειμερινὴν τὸ μπουζούκι τοῦ υἱοῦ της, ἀφοῦ τοῦτο, ὡς τῆς ἐφαίνετο, τὸν ἔκαμνε νὰ χάνῃ τὰ μυαλά. Ἐν τῷ θυμῷ της δὲν ὑπέφερεν αὐτὴ νὰ χολοσκάνῃ καὶ νὰ βράζῃ ἐπὶ πολύ, ὅπως ἄλλαι γυναῖκες, μέσα της, ἀλλὰ προέβη εὐθὺς εἰς γενναίαν ἀπόφασιν…».[1]

Ὁ ρεαλισμὸς τοῦ Παπαδιαμάντη ξέρει νὰ βλέπει τὸν κόσμο του σὲ ὅλο τὸ βάθος του, τὴ σκληρότητα τῆς ὕπαρξης σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση, τὸ ἄχαρο καὶ θλιβερὸ τῆς ζωῆς σὲ ὅλη τὴν τραγικότητά τους. Ἕνας ἀδιάκοπος ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου μονάχα γιὰ τὴ συντήρηση, ἕνας ἀγώνας ποὺ σβήνει κάθε ἄλλο αἴσθημα, συντρίβει κάθε δεσμό, πνίγει κάθε ἀνθρώπινη εὐγένεια, κάθε παραδομένη ἀρετή. Κανεὶς σκοπός, καμιὰ χαρὰ διαρκέστερη· ἂν κάπου φωτεινὲς στιγμές, καὶ αὐτὲς σταθμοὶ γιὰ παραπέρα θλίψεις, γιὰ ταχύτερους ἀγῶνες. Ἀπὸ πουθενὰ δὲν φέγγει ἐλπίδα, ἡ θεϊκὴ ἐνατένιση καὶ αὐτὴ νεκρωμένη μὲ τὸ χαλάρωμα τῆς πίστης γιὰ τὸν ὀρθόδοξο ποιητή.[2]

* * *

Τὸ διήγημα, «Θάνατος τῆς κόρης», ἀναφέρεται σὲ μία ἄγαμη κοπέλα, τὴν Σειραϊνώ, ἡ ὁποία μέχρι νὰ παντρευτεῖ ζοῦσε στὸ πατρικό της σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς καὶ τὸν μεγαλύτερο ἀδερφό της μὲ τὴν γυναίκα του. Ἐξαιτίας τοῦ δυναμικοῦ χαρακτήρα της ἡ Σειραϊνὼ συχνὰ καυγάδιζε μὲ τὴν «ἀνδραδελφή» της, δηλαδὴ τὴ γυναίκα τοῦ ἀδερφοῦ της, στεναχωρώντας τὴν καλοσυνάτη μητέρα της, ἡ ὁποία ἔσπευδε πάντα νὰ τὶς χωρίσει. Μέχρι ποὺ κάποια μέρα ἡ κατάσταση ἔφτασε στὸ ἀπροχώρητο: ἡ μητέρα της ἐξοργίστηκε τόσο πολὺ μὲ ἐκείνη καὶ χωρὶς νὰ τὴν ἀφήσει νὰ τῆς ἐξηγήσει τί εἶχε συμβεῖ τὴν καταράστηκε, κάτι ποὺ φυσικὰ δὲν γινόταν διόλου συχνά. Οἱ κατάρες πραγματοποιήθηκαν καὶ ἔτσι τὰ ἄτυχο κορίτσι, ἀφοῦ ἐκπλήρωσε πρῶτα ἕνα-ἕνα τὰ στάδια τῆς κατάρας τῆς μητέρας της, πέθανε.

«Ὅλας τὰς μικρὰς ἔριδας, τὰς μεταξύ της νύμφης καὶ τῆς ἀνδραδελφῆς, προελάμβανεν ἢ ἐθεράπευε συνετῶς ἢ κυρὰ-Σοφούλα. Ἐὰν ἦτον ἄλλη πενθερὰ οὔτε θὰ ἐδέχετο τὴν νύμφην πλησίον της. Ἐὰν ἦτο ἄλλη μήτηρ, θὰ ἔδιδεν ὅλα τὰ δίκαια εἰς τὴν κόρην της. Αὐτὴ ἐξ ἐναντίας ἔρριπτε σχεδὸν ὅλα τὰ βάρη εἰς τὴν κόρην της, κ᾿ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ τὰ πταίει ὅλα, ὄχι ἡ Μπραϊνώ.

Καὶ μίαν ἡμέραν ἑορτῆς, ἡ Σειραϊνὼ καὶ ἡ Μπραϊνὼ ἔστησαν ἕνα μικρὸ καυγᾶν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἢ μνηστευμένη νέα εἶχε χάσει τὴν ὑπομονήν. Διότι ἡ νύμφη της τὴν εἶχε ἐρεθίσει καθ᾿ ὑπερβολὴν διὰ τοῦ ὑπεροπτικοῦ τρόπου της, ἐκτὸς ἄλλων εἶχε ρίψει μικράν τινὰ διαβολὴν εἰς ὑπήκοον τῆς πενθερᾶς της, ἐπὶ ἐλλείψει οἰκονομίας κατὰ τῆς ἀνδραδελφῆς της, καὶ τὴν εἶχε ὀνομάσει “σκορπαλευρού”...

Τὴν λογομαχίαν ἤκουσε ἢ γραία Σοφούλα, κ᾿ ἔσπευσε νὰ ἐπέμβῃ.

- Τί ἔχετε πάλι; Δὲν θὰ ἡσυχάσης, Σειραϊνώ;

Πρὶν ἀκούσῃ ἀκόμη, ἐκ προκαταβολῆς ἔσπευδε νὰ ἐπιρρίψῃ τὸ ἄδικον εἰς τὴν κόρην της.

Ἡ Μπραϊνὼ ἔβγαλε τότε γλώσσαν, καὶ ἐξετραγώδησε τὴν θέσιν της, ἐνώπιον τῆς πενθερᾶς, ὡς ὅλως ἀφόρητον. Αὐτή, ἠλπιζεν, εἶπεν, ὅταν ἐβγῆκε ἀπ᾿ τὸ σπίτι τοῦ πατρός της, ἀνέβγαλτη καθὼς ἦταν καὶ μεταξωτή, “μὴ μοῦ ἅπτου”, ἠλπιζεν ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ διαφορὰν ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ πατρός της, ὅτι ἐπῆρε “ἄνθρωπον ἀπ᾿ ἀνθρώπους” , καὶ ὄχι νὰ εὕρῃ μιὰ τέτοια νέα φιδογλωσσού, ποὺ νὰ τὴν κεντᾶ κάθε λίγο μὲ τὴν γλώσσαν της, νὰ ὀνειδίζῃ τὸ σπίτι τοῦ πατέρα της, καὶ νὰ τὴν ὀνομάζη “ξεσόιαστη”.

Ἡ γραία ὠργίσθη κατὰ τῆς Σειραϊνῶς. - Νὰ πιαστῇ ἡ γλώσσα σου, εἶπεν.

Ἡ Σειραϊνὼ δὲν ἦτο συνηθισμένη ν᾿ ἀκούῃ τὴν μητέρα της νὰ καταρᾶται.

- Μάννα, δὲν τὴν εἶπα ξεσόϊαστη … ἐψέλλισε.

- Καὶ τ᾿ εἶναι κεῖνα ποὺ μοῦ ῾πες.

- Δὲν σ᾿ εἶπα ξεσόιαστη, ὄχι … μοναχή σου τὸ λές.

- Σκασμός! εἶπα, ἐφώναξεν ἡ γραία.

- Μάννα, λέει ψέμματα … Αὐτὴ μὲ εἶπε σκορπαλευρού…

Ἡ γραία εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὴν συνήθη ἀταραξίαν της.

- Λούφαξε, σοῦ εἶπα· δὲν θὰ μοῦ σταίνῃς καυγᾶ στὸ σπίτι.

Νὰ ἔχῃς ἕνα λόγο παρακάτω ἀπὸ τὴ νύφη. Ἄκουσες τί εἶπε· ἡ θέσις της ἐδῶ μέσα κατάντησε ἀνυπόφορη.

- Γιὰ μένα κατάντησε ἀνυπόφορη! ὑπέβαλε μετὰ κλαυθμοῦ ἡ Σειραϊνώ. Ἀλήθεια, καλύτερα νὰ μὴν ἔσωνα νὰ βρεθῶ ἐδῶ μέσα.

- Νὰ μὴ σώσῃς! Νὰ σὲ κουβαλήσω μιὰν ὥρα ἀρχύτερα. Νὰ σὲ νεκρασπασθῶ. Νὰ μὴ σαραντήσῃς!

Ἦτον τόσον σπάνιον πράγμα νὰ καταρασθῇ ἡ γριὰ-Σοφούλα· καὶ ὅμως κατηράσθη. Λέγουν ὅτι οἱ κατάρες ἐκείνων τῶν γυναικῶν πιάνουν, αἵτινες σπανίως καταρῶνται…

Ἡ Σειραϊνὼ εἶχε πέσει εἰς τὴν κλίνην τὴν ἐπαύριον μετὰ τὴν σκηνήν, τὴν ὁποίαν περιεγράψαμεν ἀνωτέρω. Τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπήντα εἰς τὸν πατέρα της ὅτι εἶναι “καλύτερα” καὶ “δὲν ἔχει τίποτε”. Τὴν ἑσπέραν τῆς ἰδίας ἡμέρας ἐβάρυνε καὶ ὁ πυρετὸς ηὔξησε. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἔχασε τὴν φωνήν της, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ὁμιλήσῃ. Ἡ μητέρα της ὡς πρώτην κατάραν εἶχε τοξεύσει κατ᾿ αὐτῆς “νὰ πιαστῇ ἡ γλώσσα της”. Ἢ ἀσθενὴς ἔδειξε ὅτι ἐκαλυτέρευεν ὀλίγον κατὰ τὰς ἑπομένας ἡμέρας. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας νέα ἐπιπλοκὴ ἐπῆλθεν … Τέλος μετὰ πέντε ἑβδομάδας καὶ ἡμίσειαν ἡ ἀγωνία ἔλαβε τέλος. Ἔφυγεν ἡ νόσος, ἀπῆλθε καὶ ἡ ζωὴ μετ᾿ αὐτῆς.

Ἡ Σειραϊνὼ πράγματι “ἔπεσε καὶ ἀπέθανε” κατὰ τὴν λίαν παραστατικὴν ἔκφρασιν. Τόσον ραγδαῖον καὶ ἀνέλπιστον ὑπῆρξε τὸ πράγμα.

Ἡ μήτηρ της τὴν εἶχε καταρασθῆ “νὰ μὴ σαραντήσῃ” καὶ δὲν ἐσαράντισεν. Ἀπέθανε πράγματι τὴν τριακοστὴν ἐνάτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς σκηνῆς ἐκείνης».[3]

* * *

Στὸ διήγημα, «Γλυκοφιλοῦσα» ἡ θειὰ-Ἀρετώ, εἶναι ἡ Ἀρετὼ Δημ. Πατσοστάθη (1814-1894) κόρη τοῦ Νικολάου Κουλμενῆ «ἀφιλοκερδὴς νεωκόρος καὶ πρόθυμος διακοσμήτρια ὅλων τῶν ἐξωκκλησίων εἰς τὴν ἔρημον ἐκείνην ἀκτὴν τοῦ Κάστρου».

Καὶ ἡ κόρη της ποὺ πέθανε εἶναι ἡ Δεσποινού, ποὺ παντρεύτηκε τὸ 1887 τὸν Κωνσταντὴ Μιχ. Δήμου, ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης τοὺς δίνει τὰ ὀνόματα Ἀλεξανδρὼ καὶ Κωνσταντὴς Ντάνας. Τὴ θειὰ-Ἀρετὼ «τὴν εἶχαν ἐπονομάσει “ἡ Χρονίστρα” καὶ ἄλλοι τὴν ἔλεγαν ἀπαισία, “ἡ Ἀχρόνιαστη”. Γιατί, “τὴν ἡμέραν καθ᾿ ἣν ἔγινε νύμφη ἡ κόρη της ὀργισθεῖσα ἀπὸ περισσὰς ἴσως ἀπαιτήσεις τοῦ γαμβροῦ, ἀπὸ διφορουμένην ἴσως καὶ τὴν παθητικὴν στάσιν τῆς κόρης, τίς οἶδεν ἀπὸ τί τέλος, τῆς εἶπεν εἰς τὸν θυμόν της ἐπάνω «νὰ μὴν τὴν εὕρ᾿ ὁ χρόνος!”. Καὶ πράγματι δὲν ἐχρόνισε. Ἀπέθανε δέκα ἡμερῶν λεχὼ καὶ τὸ παιδὶ δωδεκαήμερον, ἀφοῦ ἐβαπτίσθη».[4]

* * *

Ζοφερὴ ἡ πραγματικότητα ποὺ περιγράφει ὁ Παπαδιαμάντης, ἀλλὰ μεστὴ ἀλήθειας καὶ νοήματος. Ἕνας ἀνεξερεύνητος, μύχιος, ἐσωτερικός κόσμος μίας μάνας μὲ ἀκαταλόγιστες κινήσεις, ἐντελῶς ἀταίριαστες τοῦ ρόλου ποὺ ἔχει ταχθεῖ, ἀντιτάσσεται, εὐθέως καὶ εὐθαρσῶς, χωρὶς ἴχνος ἐνδοιασμοῦ στὴ γυναικεία εὐαίσθητη ἴσως καὶ ρομαντικὴ ἀλλὰ ἀπόλυτα ἐξισορροπημένη μὲ τὴ συνέχιση τῆς ζωῆς, φύση του. Η ἀνυπέρβλητη ἀξία τοῦ μητρικοῦ ρόλου χάνει γιὰ λίγο τὰ σκῆπτρα της καὶ ὑποκλίνεται στὰ ἄγρια ἔνστικτα μιᾶς πρωτόγονης συμπεριφορᾶς. Μίας συμπεριφορᾶς ποὺ καλεῖται νὰ ὑποσκάψει τὸ ἀσυνείδητο, ὡς καταφύγιο μίας ἀλλοτινῆς καταπίεσης καὶ ἑνὸς παρελθοντικοῦ ἀπωθημένου. Ἴσως καὶ οἱ ἴδιες νὰ εἶχαν βιώσει παρόμοιο αἴσθημα ἀπόρριψης καὶ ἀπαξίωσης, σ᾿ ἔνα ἴδιο περιβάλλον καὶ κάτω ἀπὸ ἴδιες συνθῆκες. Ἐδῶ ὅμως ὁ θάνατος ἔχει τὸν πρῶτο καὶ τελευταῖο λόγο, προσκεκλημένος ἀπ᾿τὴν ἴδια τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Ὁ θάνατος ποὺ εἶναι πανταχοῦ παρὼν σ᾿ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ μᾶς θυμίζει ἴσως τὸ πρόσκαιρο τῆς ὕπαρξής μας ἀλλὰ καὶ τὴ ματαιότητα τῶν πράξεών μας.

Τὴν τέχνη τοῦ Παπαδιαμάντη πρέπει νὰ τὴν αἰσθανθοῦμε…

Παραπομπές

[1] Ἰωάννης Ν. Φραγκούλας, Ἀνεξερεύνητες πτυχὲς τῆς ζωῆς τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη

Κωνσταντῖνος Χατζόπουλος, «Παπαδιαμάντης», ἀπὸ τὸ ΕΑΠ

[2] «Θάνατος κόρης», Ἅπαντα, τ.4, ἐκδόσεις Δόμος

[3] «Στρίγγλα μάνα», Ἅπαντα, τ.3, ἐκδόσεις Δόμος

[4] «Ἡ Γλυκοφιλοῦσα», Ἅπαντα, τ.3, ἐκδόσεις Δόμος, σσ. 71-72, 78-79