π. Κωνσταντῖνος Καλλιανός - Μαθητεύοντας στὰ Σκιαθίτικα διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη

«Μορφὲς ποιμαντικῆς ἐπικοινωνίας καὶ μέριμνας στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη»

Πηγή: περιοδικὸ Πληροφόρηση, Μηνιαία ἔκδοση τῆς Ἱ. Μ. Δημητριάδος, Βόλος, Αὔγουστος 2011, σελ. 6

Κείμενο καὶ ἐδῶ (pdf 81KB)

Ἂν ἡ ποιμαντικὴ εἶναι ἡ ἐμβιωμένη τέχνη τοῦ ποιμένα, «ὅπως διακυβερνήσῃ καλῶς τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ποίμνην» (Ἅγ. Νεκτάριος), τότε ἡ ἐπικοινωνία, ὡς ἐργαλεῖο αὐτῆς τῆς διακονίας, εἶναι ἡ δυνατότητα προσέγγισης αὐτῆς τῆς ποίμνης: μὲ γνώμονα τὴν ἱεροπρέπεια, τὴ διάκριση καὶ τὸ ἦθος, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέχει ὁ κάθε συνειδητὸς ποιμένας. Γιατὶ ἡ ἐπικοινωνία εἶναι μὲν ἡ δυνατότητα τῆς καλλιέργειας τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, ὡστόσο, ἂν αὐτὴ δὲν στηρίζεται καὶ ὑποστηρίζεται ἀπό μεθόδους σεβασμοῦ, φιλίας καὶ ἐμπιστοσύνης, τότε καθίσταται προβληματική, καθὼς εἰσχωρεῖ τὸ μικρόβιο τοῦ τρόπου ἐπιβολῆς, τῆς μιᾶς ἢ ἄλλης ἄποψης, μεταξύ ἀνθρώπων ἤ ὁμάδων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ποιμαντικὴ ἔχει ὡς ἀρχή της τὴν μέριμνα γιὰ τὸν ἄλλο, ποὺ ἐπιμερίζεται στὴν ἀκρόαση, ἀλλὰ καὶ στὸν προσεγμένο διάλογο, ὅπου διαφαίνεται ἡ προσπάθεια τοῦ ποιμένα γιὰ μιὰν οὐσιαστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν διαλεγόμενο συνάνθρωπό του. Γιατὶ αὐτὸ καὶ τὸ ζητούμενο εἶναι ἕνα: τὸ νὰ «στεγάζει» ὁ κάθε ποιμένας μὲ πατρικὴ φιλοτιμία καὶ εὐσυμπάθεια τὸν καθένα πιστὸ καὶ ὄχι μόνο.

Ἀνατρέχοντας τώρα στὸ διηγηματογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καὶ μάλιστα ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὴν πατρίδα του, τὴ Σκιάθο παρατηροῦμε, ὅτι μέλημά του εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς κοινότητας μέσα στὴν ὁποία ἔζησε καὶ ταμίευσε τὰ κορυφαῖα καὶ θεμελιώδη βιώματά του: αὐτὰ, δηλαδή, ποὺ θὰ ἀποτελέσουν τὸν ἀκρογωνιαῖο λίθο πάνω στὸν ὁποῖο θὰ σταθεῖ ὁλάκερο τὸ οἰκοδόμημα τῶν ἀρυτίδωτων διηγημάτων του. «Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾿ ἐμοῦ γραφέντων ἑορτασίμων διηγημάτων, θὰ μᾶς πεῖ, ...εἶναι μᾶλλον θρησκευτικά». Ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ μορφὲς ἱερέων καὶ πιστῶν συνυπάρχουν. Μὲ τὰ ὅσα τους τρωτὰ -γιατὶ ἄνθρωποι ἀτελεῖς εἶναι- ἢ καὶ τὶς ὅποιες τους ἀρετές.

Αὐτή, λοιπόν, ἠ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τοὺς ἁπλοϊκοὺς ποιμένες τους εἶναι ποὺ ἀναπτύσσει μιὰν ἐπικοινωνία. Πνευματικὴ φυσικὰ, παράλληλα δὲ φιλικὴ κι ἀνθρώπινη. Ἐπικοινωνία, ποὺ τὴν πριμοδοτεῖ καὶ ἐνισχύει ἡ ἀνύστακτη μέριμνα τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ γιὰ τὸ ποίμνιό του. Μὲ τρανὸ καὶ κορυφαῖο παράδειγμα τὸν παπα-Γαρόφαλλο, στὸ διήγημα «Ὁ ἀλιβάνιστος», ποὺ τὴ σημαδιακὴ ἡμέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, «συνανασταίνει» μιὰ ψυχὴ ξεχασμένη καὶ μᾶλλον περιφρονεμένη. Ὁ παπᾶς αὐτὸς, ὀ ἁπλὸς καὶ ταπεινὸς, δίχως πανεπιστημιακοὺς ἢ ἄλλους τίτλους σπουδῶν, προσφέρει σὲ ὅλους ἐμᾶς ἔνα μάθημα γνήσιας ποιμαντικῆς συμπεριφορᾶς. Γιατὶ ἄν κοιτάξουμε τὸ διήγημα μὲ προσοχὴ, τότε θὰ διαπιστώσουμε πὼς ὁ παπᾶς αὐτὸς, ποὺ ξεκίνησε ἀπό τὴν πολίχνη νὰ κάμει Ἀνάσταση στοὺς βοσκοὺς, ὑπολογίζοντας πὼς κάπου παραπέρα ἕνας συνάνθρωπός τους, μέλος τῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ καὶ γνωστός τους, δὲν θὰ μετεῖχε τῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς καὶ εὐλογίας, ἀποφασίζει νὰ τὸν ἀνασύρει ἀπό τὴν ἀφάνεια καὶ τὴ μοναξιά του, ἐπαναφέροντάς τον στὴν μικρὴ κοινότητα ποὺ ἑτοιμάζεται νὰ είσοδεύσει στὴν πανήγυρι τῶν πανηγύρεων, τὸ Πάσχα.

Μὲ ποιμαντικὴ διάκριση λοιπὸν ὁ παπᾶς καὶ προφασιζόμενος διάφορα, γιὰ να δικαιολογήσει τὴν ἀργοπορία του στὸν Ἅη-Γιάννη -ὅπου θὰ τελοῦσε τὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ λειτουργοῦσε- κατορθώνει νὰ ἐντάξει μέσα στὸν κύκλο τῶν συνεορταστῶν ἕναν «ἀληθινὸν λυκάνθρωπον» -τόσο εἶχε ἀγριέψει ἡ μοναξιὰ τὸν μπαρμπα-Κόλλια. Μάλιστα, ἄν προσέξουμε τὰ λόγια τοῦ παπα-Γαρύφαλλου, τὰ ὀποῖα ἀπευθύνει στὸν «ἀλιβάνιστο», τότε θὰ διακρίνουμε μιὰν ἄλλη ποιμαντικὴ, ποὺ δὲ διδάσκεται, μόνο ἐμβιώνεται ἤ, καλύτερα, εἶναι ἀπότοκη τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς ἀγαθότητος τοῦ ἱερέα. «Νἄχεις τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ παιδί μου! Ἔλα! Νὰ πάρῃς εὐλογία! ...Νὰ μοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικεῖς τὸν ἑαυτόν σου! Μὴν κάνεις τοῦ ἐχθροῦ τὸ θέλημα! ...Πάτα τὸν πειρασμό!»

Ὅμως ἡ περίπτωση τοῦ παπα-Γαρύφαλλου δὲν εἶναι ἡ μοναδική. Ἔχουμε κι ἄλλες μορφὲς ἱερέων ποὺ μᾶς ἐκπλήσσουν μὲ τὸν ἐπικοινωνιακό τους χαρακτῆρα καὶ τὴν ποιμαντική, τὴν ὁποία ἀσκοῦν στὴ μικρή τους κοινότητα. Παράδειγμα ὁ παπα-Διανέλλος, τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης», ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἀντιμετωπίζει σοβαρὰ οἰκογενειακὰ προβλήματα - θάνατος τῆς παπαδιᾶς, τὰ κορίτσια νὰ μεγαλώνουν, ὅπως καὶ οἱ εὐθύνες, ὁ γιὸς νὰ σπουδάζει καὶ τόσα ἄλλα, ἐν τούτοις δὲν ἀποποιεῖται τῆς μέριμνας γιὰ νουθεσία τοῦ μικροῦ ὁμίλου τῶν συνεορταστῶν καὶ συνακολούθων του στὸν Ἅη-Γιάννη, γιὰ νὰ τελέσει τὴν Ἀνάσταση. Νουθεσία ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου, καθὼς ἐρωτᾶται γιὰ τὴν «δύναμιν τῶν μνημοσύνων» καὶ μάλιστα ἀπό πρόσωπα ποὺ εἶχαν χάσει τοὺς δικούς τους, ὅπως ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ, ποὺ εἶχε χάσει τὸν ἄντρα της καὶ τὰ τέσσερα παιδιά τους.

Τὰ παπαδόσπιτα εἶναι ὁ ἄλλος χῶρος ὅπου ἡ ποιμαντικὴ ἐπικοινωνία καλλιεργεῖται καὶ ἐξ αὐτῆς διαφαίνεται καὶ ἡ ποιμαντικὴ μέριμνα, σύμφωνα μὲ τὰ παπαδιαμαντικὰ δεδομένα. «Ὁ γείτονας τοῦ παπα-Φραγκούλη, ὁ Πανάγος ὁ Μαραγκούδης, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέρα καὶ νὰ πίῃ μιὰν ρακιὰν, κατὰ τὸ σύνηθες εἰς τὸ παπαδόσπιτο», γίνεται ἡ ἀφορμὴ νὰ ξεκινήσει ἡ ὅλη προσπάθεια, ἡ ὁποία ἔχει διπλὸ σκοπό: Νὰ λειτουργηθεῖ ὁ ναὸς τοῦ Χριστοῦ ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα, ἀλλὰ καὶ νὰ βοηθηθοῦν οἱ ἐγκλωβισμένοι ἀπό τὰ χιόνια στὸ Κάστρο συμπολίτες τους. Προσέχοντας, λοιπόν, τὴν ὅλη πλοκὴ τοῦ διηγήματος, ποὺ ἀρχίζει ἀπό τὴν πληροφορία τοῦ παπα-Φραγκούλη γιὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν δύο Σκιαθιτῶν -μελῶν ἐξάπαντος τῆς μικρῆς κοινότητας, ἴσως καὶ τῆς ἐνορίας- παρατηροῦμε τὰ πάντα νὰ γίνονται μὲ πνεύμα θυσίας, πίστεως καὶ φιλανθρωπίας. Ἂν καὶ παλιὸς ναυτικὸς ὁ παπα-Φραγκούλης ἐμφανίζεται παράλληλα καὶ ὡς καλὸς ποιμένας, ποὺ νουθετεῖ, διδάσκει ἀλλὰ καὶ ἐμψυχώνει ὅλο τὸν ὅμιλο τῶν φιλεόρτων καὶ φιλοτίμων πιστῶν, ποὺ τὸν συνοδεύουν, μέσα σὲ ἀντίξοες καιρικὲς συνθῆκες στὸ Κάστρο. Καὶ τὸ κυριώτερο, αὐτὴ ἡ ὅλη προσπάθεια τοῦ σεμνοῦ ἱερέα, γίνεται ἡ ἀφορμὴ νὰ σωθεῖ καὶ ἕνα πλοῖο, ποὺ ἐκείνη τὴ ζοφερὴ, πλὴν ἁγία νύχτα τῶν Χριστουγέννων, κινδύνευε νὰ καταποντιστεῖ.

Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα παρόμοια παραδείγματα στὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο, μὲ ἀπλοὺς, φιλότιμους καὶ φιλόχριστους παπάδες, ποὺ ὑπηρετοῦν τὸ ποίμνιο, τὸ ὁποῖο τοὺς ἐμπιστεύτηκε ἡ Ἐκκλησία μὲ φόβο Θεοῦ. Δὲν ἔχουν διδαχτεῖ ποιμαντικὴ σὰν τὸν ἱεροσπουδαστὴ τοῦ διηγήματος «Ἡ κάλτσα τῆς Νώενας», ποὺ χλευάζει καὶ ἐμπαίζει τὰ ἱερὰ γράμματα. Ἐκεῖνοι γνωρίζανε νὰ λειτουργοῦν, νὰ ὑπομένουν τοὺς σταυροὺς καὶ νὰ μὴν ὑπεραίρονται (πρβλ. Β´ Κορ. 12, 8), γιατὶ ξέρανε πολὺ καλὰ ὅτι διάκονοι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἶναι, δηλαδὴ ὑπηρέτες, σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ Ἐκεῖνος τοὺς δίδαξε (πρβλ. Μαρκ. 10, 44-45). Κι αὐτὸ τοὺς ἔφτανε καὶ τοὺς περίσσευε.