π. Κων. Ν. Καλλιανός -  Τὸ ρίγος τῆς μνήμης. Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ τὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου

Στὸν λόγιο ἀδελφὸ π. Παναγιώτη Καποδίστρια, εὐχετήριο τιμῆς

Ἀφορμή, παιδιά, γιὰ τὴν ἀναπτυξη τοῦ παραπάνω θέματος στάθηκε ἡ εἴδηση ὄτι στὴ γείτονα Σκιάθο ἐκπονεῖται μελέτη γιὰ τήν, ἐπιτέλους, ἀναπαλάιωση καὶ διάσωση τοῦ ἐκεῖ Κάστρου ἢ Φρουρίου, ὅπως λεγόταν στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἔτσι, ἔχουμε πιὰ ἐλπίδες ὅτι «τὸ ἔρημον χωρίον, τὸ κτισμένον ἐπὶ θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ», θὰ παραμείνει, ἐκτὸς ἀπὸ «παλάτιον τῆς ἐρημίας καὶ τῆς σιγῆς, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ἱερὸ ταμεῖο μνήμης καὶ παράδοσης.

Ὀφείλω, πρὶν ἀρχίσω ν᾿ ἀναπτύσσω τὸ θέμα μου, νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη σχετίζεται μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Κάστρου, τὴν ὁποία ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος μπορεῖ νὰ τὴ δεῖ στὴν μελέτη τοῦ μακαριστοῦ καὶ μοναδικοῦ ἱστορικοῦ τῆς Σκιάθου, τοῦ Ἰω. Ν. Φραγκούλα, «Ἀξιολόγες τοποθεσίες στὸ νησὶ τοῦ Παπαδιαμάντη». Ὁ Φραγκούλας μἀλιστα ἀναφέρει, πὼς «ἡ πιὸ ἀξιόλογη τοποθεσία τῆς Σκιάθου εἶναι τὸ Κάστρο, τὸ Φρούριο, μέσα στὸ ὁποῖο ἔζησε ἄλλοτε ἡ μεσαιωνικὴ πόλη τοῦ νησιοῦ. Τὸ Κάστρο ὡς ὀχυρωματικὸ ἔργο εἶναι περισσότερο Φρούριο φυσικὸ καὶ λιγότερο τεχνικό. Εἶναι μιὰ πανοραμικὴ κυματόλουστη χερσόνησος μὲ ἀρκετὴ ἔκταση».

Ἡ δεύτερη εἶναι μιὰ ἀνοιχτὴ εὐχαριστία καὶ ἀπόδοση συγχαρητηρίων στὸ Δῆμο τῆς Σκιάθου ποὺ μᾶς πρόσφερε τὰ ἀνεπανάληπτα «Καστρινὰ» διηγήματα τοῦ πράγματι κορυφαίου νεοέλληνα λογογράφου, τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη: ἑνὸς Ἀνθρώπου, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν εἶναι μόνο ἡ γειτονικὴ νῆσος ὑπερήφανη ἀλλὰ καὶ ἡ Σκόπελος, τὴν ὁποία ἀγάπησε ὁ Ππδ, γιατὶ ἔμεινε ἐδῶ ἕνα χρόνο μαθητεύοντας, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ σὲ ἀρκετὰ διηγήματά του τὴν μνημονεύει ὡς τὴν νῆσον τῶν νοσταλγῶν. Γιατὶ ἔτσι ἦταν μέχρις ἕνα καιρὸ ἡ Σκόπελος...

Καὶ γιὰ νὰ ξαναγυρίσω στὸ θέμα μου ποὺ εἶναι τὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου καὶ ὁ Ππδ, θὰ ἤθελα νὰ ὑπογραμμίσω πὼς ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ἀφιερώνει σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀρχαία πολίχνη μερικὲς ἀπὸ τὶς ὡραιότερες σελίδες του. Ἂς ξαναθυμηθοῦμε λοιπὸν τὰ διηγήματα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο», ὁ Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου», «Τὸ Χατζόπουλο» κ. ἄ. γιὰ μιὰ πρώτη συνάντηση μὲ τὸ Κάστρο.

Ὅμως τί ἦταν γιὰ τὸν Ππδ. τὸ Κάστρο καὶ γιατί τὸ μνημονεύει τόσο συχνά;

Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε πρέπει νὰ παρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ὀ Ππδ. γεννήθηκε τὸ 1851 στὴ σημερινὴ πόλη τῆς Σκιάθου, «τὴν μεσημβρινήν», ὅπως τὴν ὀνομάζει. Πρέπει δὲ νὰ ποῦμε πὼς ἡ σημερινὴ πόλη τῆς Σκιάθου ἄρχισε νὰ δημιουργεῖται μετὰ τὸ 1829-30, ὅταν σταδιακὰ κατέβηκαν ἀπὸ τὸ Κάστρο οἱ Σκιαθίτες. Οἰ λόγοι δὲ ποὺ τοὺς ἀνάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ Φρούριο ἦταν πολλοί, κυριώτεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι ἡ ἀνοδικὴ πορεία τῆς ναυτιλίας τῆς Σκιάθου, καὶ τὸ Κάστρο μᾶς εἶναι γνωστὸ πὼς δὲν εἶχε ἀσφαλὲς λιμάνι, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐμπορικὴ κίνηση τοῦ λιμανιοῦ τῆς νέας πολίχνης. Παράλληλα, ἀναπτύσσεται καὶ ἡ ναυπηγικὴ τέχνη σὲ σημεῖο ὥστε ὁ ταρσανᾶς, τὸ ναυπηγεῖο τῆς Σκιάθου νὰ εἶναι ἔνα ἀπὸ τὰ καλύτερα τῶν λεγομένων ναυτικῶν νήσων.

Ἑπομένως ὁ Ππδ. γεννιέται καὶ μεγαλώνει σὲ μιὰν ἐποχή, ὅπου μιὰ πολίχνη ἱστορικὴ καὶ γεμάτη μνῆμες σβήνει, γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ μιὰν ἄλλη, μὲ νέα ἤθη, συμπεριφορὲς καὶ ἀνθρώπους πιὸ σκοτεινοὺς ἀπὸ ἐκείνους τοῦ Κάστρου. Καὶ μιλῶ ἐδῶ γιὰ τοὺς τοκογλύφους καὶ τοὺς νεόπλουτους ποὺ ἦλθαν στὸ νησὶ καὶ ἀνάτρεψαν τὰ πράγματα. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονοῦμε πὼς καὶ οἱ γονεῖς του εἶναι Καστρινοί, δηλαδὴ φέρουν ἀναμφίβολα μέσα τους τὰ σπέρματα τῆς νοσταλγίας γιὰ τὴν πατρική τους ἑστία ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὶς ἄλλες μικρὲς κι ἀραδιασμένες στὴ σειρὰ φτωχικὲς κατοικίες «τοῦ παλαιοῦ ἐκείνου φρουρίου, τῆς ἀληθοῦς φωλεᾶς γλάρου». Κι αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει κανεὶς ὅταν διαβάσει προσεκτικὰ τὸ χριστουγεννιάτικο διήγημα τοῦ Ππδ. «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο», ὅπου ἐμφανίζεται ὅλο τὸ δέος, ἡ νοσταλγία ἀλλὰ καὶ ἡ εὐλάβεια τοῦ παπα-Ἀδαμαντίου, τοῦ πατέρα δηλ. τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου, γιὰ «τὸν ἀμαυρὸν τιτάνειον αὐτὸν βράχον». Κι ἐδῶ πρέπει νὰ ὑπενθυμίσουμε, γιὰ νὰ τὸ μάθουμε ἐπιτέλους, πὼς τὸ πραγματικὸ ἐπίθετο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδαμαντίου Ἐμμανουὴλ ἦταν Μοσχοβάκης, τὸ ὁποῖο φυσικὰ δὲ χρησιμοποιήθηκε ποτέ.

Ἀποταμιεύοντας, λοιπόν, ὁ Σκιαθίτης λογογράφος ὅλον ἐκεῖνο τὸν ἀπόηχο τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς μνήμης τοῦ Κάστρου, ποὺ ἀποπνέει ἡ παλαιὰ μεσαιωνικὴ πολίχνη τοῦ Κάστρου, τὸν καταθέτει σὲ μιὰ σειρὰ διηγημάτων του, μὲ εὐαισθησία, χάρη καὶ φυσικὰ μὲ τὸν ἀπαιτούμενο σεβασμὸ στὶς ρίζες του.

«Ὅλον τὸ παλαιὸν χωρίον ἦτο ἐρείπιον, ἁπλωμένον ἐπὶ τῶν νώτων τοῦ γίγαντος, τοῦ μὲ τοὺς πόδας θαλασσωμένους βράχου... Ἀλλ᾿ ὅμως ἡ θειὰ τὸ Μαχὼ τὸ Φαλκάκι, ἠγάπα τὸ παλαιὸν χωρίον της, τὸ μέρος ὅπου εἶχε γεννηθῇ κι αὐτὴ ἕνα καιρόν, περὶ τοὺς χρόνους τοῦ ἀγῶνος (στὰ χρόνια δηλ. τῆς Ἑλλ. Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821) καὶ ὅπου διῆλθε τὰ προσφιλῆ εἰς πᾶσαν μνήμηνν ἔτη τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Διὰ τοῦτο ἐφρόντισε μὲ κάθε τρόπον νὰ διατηρήσῃ τὸ παλαιὸν σπιτάκι, τὴν φωλεὰν τῶν γονέων της, τὴν κοιτίδα αὐτῆς τῆς ἰδίας». Τονίζει δὲ μὲ ἔμφαση παρακάτω ὁ Ππδ. ὅτι ὁ μικρὸς οἰκίσκος τῆς θειᾶς Μαχῶς «ἦτο μία ἐπάνοδος εἰς τὸ παρελθόν, μία ὀπὴ διὰ τῆς ὁποίας ἔβλεπὲ τις τὰ περασμένα ὡς εἰς πανόραμα...» (κινηματογραφικὴ ταινία θὰ λέγαμε σήμερα).

Παρατηροῦμε, λοιπόν, μὲ πόση ἀγάπη καὶ νοσταλγία μᾶς ἐκφράζει τὸ προσωπικό του βίωμα γιὰ τὸ Κάστρο ὁ Ππδ· καὶ παράλληλα τὸ πόσο ἐπαινεῖ ἐκείνη τὴν ταπεινὴ κι ἀσφαλῶς φτωχὴ Σκιαθίτισσα ποὺ συνεχίζει νὰ τιμᾶ τὸν γενέθλιο τόπο της, τὸ Κάστρο καὶ παράλληλα νὰ συντηρεῖ τὸ παλιό της σπίτι καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ τὸ παρελθόν, τοὺς προγόνους της, τὴν ἴδια τὴν ἱστορία. Σὲ ἀντίθεση μὲ κάποιους ἄλλους, ποὺ ἀδιαφόρησαν παντελῶς σὲ σημεῖο ὥστε νὰ καταστραφεῖ καὶ νὰ ἐρημωθεῖ τὸ Κάστρο. «Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, γράφει τὸ 1892, στὸ διήγημά του «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο», ἐσώζοντο ἀκόμη οἰκίαι τινες μὲ τὰς στέγας καὶ τὰ πατώματά των ἐντὸς τοῦ Φρουρίου, ἀλλὰ τελευταῖον ἡ ὀλιγωρία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὁ ὄκνος τῶν ἀνθρώπων εἰς τὸ νὰ ἐπισκέπτωνται τὸ Κάστρον συχνότερα καὶ ἡ ἀσυνειδησία ὀλίγων τινων συλλαγωγῶν, πλεονεκτῶν ἢ οἰκοδόμων, εἶχε καταστήσει ἐρειπίων σωρὸν τὸ Κάστρον». Θέλω δὲ νὰ πιστεύω, πὼς καταλαβαίνει κανεὶς πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ὁμολογία τοῦ Ππδ.

Ὅμως τὸ Κάστρο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μνημονευτεῖ δίχως «τὰ τριάκοντα παρεκκλήσια, λείψανα εὐσεβοῦς παρελθούσης ἐποχῆς», τὰ ὁποῖα «ὑπῆρχον ἐκεῖ ὅτε ἤμην παιδίον»-ἀφησα ἐπίτηδες τὸν ἴδιο τὸν κὺρ Ἀλέξανδρο νὰ μᾶς τὰ πεῖ σὲ πρῶτο πρόσωπο, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ πότε· ποὺ ἀσφαλῶς χρονικὰ ἐντοπίζεται γύρω στὰ 1856-1866. Μάλιστα κάποια ἀπ᾿ αὐτά, ὅπως εἶναι τὸ παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ποὺ γιόρταζε τὸν Δεκαπενταύγουστο, ἢ τῆς Παναγίας τῆς Μεγαλομάτας, ποὺ γιόρταζε τὸ Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, δηλ. τῆς Φανερωμένης, τὰ περιγράφει μὲ λεπτομέρειες.

Μὲ λίγα λόγια, γιὰ νὰ μὴν κουράσω περισσότερο, προσπαθεῖ ὁ Ππδ. μέσ᾿ ἀπὸ τὰ Καστρινὰ διηγήματά του νὰ διασώσει παλιὲς ἱερὲς καὶ τιμημένες στιγμὲς ποὺ ἔζησε τὸ Κάστρο, ὅπως τὴν ἱστορία τοῦ «Φτωχοῦ Ἁγίου», τοῦ ἁπλοῦ τσοπάνη, ποὺ θυσιάζεται γιὰ νὰ σώσει τὸ χωριὸ ἀπὸ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν κουρσάρων· ἢ ἀκόμα τὶς ὧρες τῆς συνάξεως τῶν προεστῶν στὸ Κιόσκι «τὸ μικρὸν περίπτερον, ὅπου συνερχόμενοι ἐβουλεύοντο ἢ ἁπλῶς ἠργολόγουν οἱ προεστοί». Παράλληλα θυμίζει νοσταλγικὲς στιγμές, ὅπως ἐκεῖνες μὲ τὰ παιδιά, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, ποὺ πηγαίνουν νὰ ψάλλουν τὰ κάλαντα «Χριστούγεννα-Πρωτούγεννα», κρατώντας τὰ ἀναμμένα τους φαναράκια.

Ἂς μὴ μᾶς φανεῖ παράξενο, ἀλλὰ κάποιες μνῆμες ἀπὸ τὸ Κάστρο σχετίζονται καὶ μὲ τὸ νησί μας, τὴ Σκόπελο, τῆς ὁποίας τὸ Κάστρο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Σκιάθο ἀκόμα κατοικεῖται.

Μὲ τὴ Σκόπελο, λοιπόν, σχετίζονται τὰ διηγήματα, «Τὸ Χατζόπουλο» καὶ «Τὰ μαῦρα κούτσουρα».

Τὸ Χάτζόπουλο μᾶς μεταφέρει στὰ μέσα τοῦ 18ου, ὅταν γιὰ κληρονομικὲς καὶ ἄλλες οίκογενειακὲς διαφορές, φεύγει ἀπὸ τὴ Σκιάθο καὶ ἐγκαθίσταται στὴ Σκόπελο ὁ γενάρχης μιᾶς ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς οἰκογένειες τῆς Σκοπέλου: τῆς οἰκογένειας Νικολαΐδη, αὐτῆς ποὺ πρόσφερε στὴν πόλη μας τὸ Ἱστορικὸ καὶ Λαογραφικὸ Μουσεῖο.

Ὁ γενάρχης τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ὁ Νικολάκης Χατζησταμάτης, ποὺ χρημάτισε στὸ νησί μας προεστώς, νοτάριος (δηλ. συμβολαιογράφος), ἔφορος κλπ. Ὀ γιὸς του, ὁ Γιαννιός, ἀλλάζει τὸ ἐπίθετο ἀπὸ Χατζησταμάτη σὲ Νικολάου ἢ Νικολαΐδης. Ἡ οἰκογένεια αὐτή, πρέπει νὰ ὑπενθυμίσουμε ἐδῶ, πὼς ἦταν συγγενεῖς τοῦ Ππδ. Ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ ἄλλωστε.

Στὰ «Μαῦρα κούτσουρα» γίνεται λόγος γιὰ τὸν γιὸ τοῦ τότε προεστοῦ τοῦ Κάστρου, στὸ α´ μισὸ τοῦ 18ου αἰ, Δημητράκη Ἐπιφανίου Οἰκονόμου, τὸν Ἀγάλλο, ἀδελφὸ τοῦ Σκιαθίτη Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἐπιφανίου Δημητριάδη.

Ὁ Ἀγάλλος εἶχε ἀρραβωνιαστεῖ στὴ Σκόπελο μιὰ κοπέλα ἀπὸ μεγάλη ἀρχοντικὴ οἰκογένεια, τὴν Ἐγγλεζὼ Τσιρώνη. Κι ἐνῶ σχεδιάζε τὸ γάμο του ἡ μνηστή του πεθαίνει κι ὁ ἴδιος στὴ συνέχεια, ὕστερ᾿ ἀπὸ καποιες περιπέτειες γίνεται μοναχὸς στὸ ἱστορικὸ μοναστήρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγίου Νήφωνος τοῦ κτίτορος τῆς μονῆς αὐτῆς. Ἀργότερα ὁ Ἀλύπιος, γιατὶ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἔλαβε ὅταν ἔγινε μοναχὸς ὁ Ἀγάλλος, ἐκλέγεται ἡγούμενος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ τέταρτος κατὰ σειρά. Καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ διήγημα μᾶς θυμίζει ὁ Ππδ. ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δημητράκη Οἰκονόμου εἶχε συγγενεῖς στὴ Σκόπελο. Ποιοί νὰ ἦσαν ἄραγε;

Κλείνοντας αὐτὴ τὴ λιτὴ παρουσίαση τοῦ θέματος γιὰ τὸ Κάστρο τῆς Σκιάθου καὶ τὸν Ππδ. θὰ ἤθελα, παιδιὰ νὰ σᾶς προτρέψω νὰ προσέξετε καὶ τὸ δικό μας τὸ Κάστρο, γιὰ νὰ δεῖτε ὅτι ἔχει ἀρκετὲς ὁμοιότητες μὲ ἐκεῖνο τῆς γείτονος νήσου. Ὅπως π.χ ὅτι καὶ τὰ δύο Κάστρα εἶναι κτισμένα κατὰ τὸ βορρᾶ, ἔχουν καὶ τὰ δύο τὸν Μητροπολιτικό τους ναὸ ἀφιερώσει στὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν ἰσάριθμο, περίπου ἀριθμὸ παρεκκλησίων καὶ τὸ κυριώτερο διακρατοῦν τὸ ἴδιο ρίγος τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας.

Διευκρινιστικὴ σημείωση: Τὸ παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου τῆς Χώρας Σκοπέλου, στὶς 16 Μαΐου 2006, ὅταν τὸ παραπάνω Σχολεῖο τίμησε τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ἀπὸ τὴ θέση αὐτὴ εὐχαριστῶ θερμὰ τὶς Καθηγήτριες, κυρίες Παρασκευὴ Τζαμαλῆ-Ξηντάρη καὶ Ἑλένη-Σπηλιώτη-Κεσμετζῆ· ὅπως ἐπίσης τὴν κυρία Ἀθηνᾶ Παπαγεωργίου, ψυχὴ τοῦ «Σπιτιοῦ τοῦ Παπαδιαμάντη» καὶ ὅλων τῶν πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς Σκιάθου.

Βιβλιογραφία

1. Ἰω. Ν. Φραγκούλα, Ἀξιόλογες τοποθεσίες στὸ νησί του Παπαδιαμάντη, Σκιάθος 1995

2. Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ Καστρινά. Διηγήματα, Ἀναπτυξιακὴ Σκιάθου, Σκιάθος 2005

3. π. Κων. Ν. Καλλιανός, Τὸ Χατζόπουλο, τὸ ἱστορικό του περίγραμμα καὶ ἡ μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Σκιάθου, Λαογραφικὸ Μουσεῖο Σκοπέλου, Σκόπελος 2002 (ἀνάτυπο ἀπὸ τό περ. Θεσσαλικὸ Ημερολόγιο)