π. Κων. Ν. Καλλιανός - Δεκαπενταύγουστο στὴν Σκιάθο

ἤ, Συνεορτάζοντας μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη τὸ Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ

Οἱ εὐφρόσυνες ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, παρ᾿ ὅλο ὅτι ἀπὸ πολλοὺς ἀντιμετωπίζονται μὲ ἀπρέπεια, ἐν τούτοις εἶναι τόσο κατανυκτικὲς καὶ τόσο μυσταγωγικές, ὥστε δικαίως ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ τὶς ἔχει ὀνομάσει, Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ. Εἶναι, μάλιστα, ξέχωρη ἡ χαρά, καθὼς μέσα σὲ τοῦτο τὸ ἑλληνικὸ καλοκαίρι ἡ Γιορτὴ τῆς Παναγίας «κάνει τὴν πατρίδα μας νὰ εὐωδιάζει πνευματικά»[1], γιατὶ, ὅπως λέει κι ὁ Φώτης Κόντογλου, «ἡ Παναγία εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπὸ τὸ πνευματικό της μῦρο εὐωδιάζει, ὄχι μονάχα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ ζωή μας»[2].

Ἔτσι, μέσα στὸν αἰσθητὰ πνευματικὸ καὶ σωματικὸ καύσωνα, τὸν ὁποῖο διερχόμασε κατὰ τὶς ἱερὲς τοῦ Δεκαπενταυγούστου ἡμέρες, καθολικὰ ἡ σκέψη, ὁ νοῦς, ἡ ψυχὴ καὶ οἱ αἰσθήσεις βιώνουν ἐκεῖνο τὸ ἀπαράμιλλο «Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοὶ Παρθένε Ἄχραντε. Παρθενεύει γὰρ τόκος καὶ ζωὴ προμνηστεύεται θάνατον. Ἡ μετὰ τόκον Παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα. Σώζοις ἀεὶ Θεοτόκε τὴν κληρονομίαν σου»[3]. Ποὺ σημαίνει, πὼς οἱ φυσικὲς καταστάσεις τὶς ὁποῖες ζοῦμε, ξεπεράστηκαν στὸ Πρόσωπο τῆς Παναγίας Παρθένου. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς χαρίζει ἐλπίδα, μᾶς γεμίζει φῶς καὶ κατευθύνει τὸ εἶναι μας πρὸς τὴν ἁγιότητα. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ἱερὰ Κοίμηση τῆς Παναγίας μας ἀποκομίζουμε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐλογία, τὴν αἴσθηση, πὼς στὸ πανίερο Πρόσωπό Της βρίσκουμε τὴν καταφυγή, τὴν εἰρήνη καὶ τὸν δρόμο, ὁ ὁποῖος, μέσῳ τοῦ θείου ἐλέους, μᾶς ὁδηγεῖ πρὸς μιὰ συνάντηση μὲ τὸν Κύριο Υἱὸ Της καὶ Θεό μας.

Δεκαπενταύγουστο λοιπόν, μὲ τοὺς ποιητικοὺς Παρακλητικοὺς Κανόνες νὰ θωπεύουν εὐκατάνυκτα τὴ ψυχή μας με τροπάρια ποὺ ψάλλονται καθ᾿ ὅλο τὸ δεκαπενθήμερο τὰ δροσερὰ θερινὰ ἀπόβραδα, τὰ μοσχομυρισμένα ἀπὸ τὶς εὐωδίες ποὺ κομίζει τὸ μελτέμι καὶ ποὺ στὰ ἑλληνικὰ νησιὰ φέρνει, μαζὶ μὲ τὶς ποικίλες εὐωδιὲς ἀπὸ βασιλικό, ματζουράνα, γιασεμί, καὶ τὴν ἁρμύρα τῆς θάλασσας, ὥστε νὰ ταιριάξει μὲ τὸ ἀθωνικὸ τὸ μοσχολίβανο, τὸ ὁποῖο ἀνεβαίνει μὲ τὴν ἑσπερινὴ τὴ δέηση. Ἤ, ὅπως λέει κι ὁ ποιητής,

Νὰ τραγουδεῖ τὸ μελτέμι
στὸ χαμηλὸ καμπαναριὸ
νὰ τραγουδοῦν κι οἱ Ἄγγελοι
στὰ μυστικά της ἀπόβραδα.
(Ἰ.Μ.Παναγιωτόπουλος)

Δεκαπενταύγουστο· κι οἱ μνῆμες ἀνεβαίνουν μυστικὰ μέσα μας, ὡσὰν τὶς δεητικὲς τῶν τροπαρίων τοῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα φράσεις. Μνῆμες χρόνων ἀρχαίων, ποὺ δίνουν ὡστόσο τὸ στίγμα τους: τὴν ἀποφόρτιση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ περιττὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν συσωρευτεῖ στὰ μυστικά της ἐρμάρια, ὅπως δηλαδὴ ἕνα πλῆθος ἀνούσιων προβληματισμῶν, ἀγχωτικὲς ἀνασφάλειες καὶ ληστὲς λογισμοί, κατὰ τὴν Ὀρθόδοξη νηπτικὴ ἀνθρωπολογία. Ἢ κατὰ τὸν λόγο τοῦ ποιητῆ, νὰ φωτιστεῖ, καταυγαστεῖ ἡ ψυχή, ποὺ ἔχει καταστεῖ «σπήλαιο τῶν κτηνῶν καὶ τῶν θηρίων»[4].

Ὅμως περ᾿ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ἐπιμένει νὰ ὑπάρχει ἡ Γιορτή, ἡ Πανήγυρις. «Μυστήριον ἡ παροῦσα πανήγυρις,» μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Καὶ καθὼς ἐνεοὶ τὸν ἀκοῦμε, ἄλλος Πατέρας μᾶς πιστοποιεῖ: «σημειοφόρος καὶ θαυματοποιὸς μετάστασις» εἶναι αὐτὸ ποὺ γιορτάζουμε, σ᾿ αὐτὸ ποὺ συμμετέχουμε καὶ ποὺ ἁγιαζόμεθα. Ἀρκεῖ τὴν «πενιχράν μας δέησιν» νὰ τῆς τὴν προσφέρουμε μὲ συντετριμμένη καρδία κι ἐμπιστοσύνη, γιατὶ ἂν καὶ ἀπὸ τὴ ζωὴ μετέστη, δὲν κατέλιπε τὸν κόσμο ποτέ. Μόνο ποὺ ὁ κόσμος κατέλιπε Αὐτὴν ἀκόμη καὶ τὶς σεπτές, χαριτωμένες καὶ εὐλαβικὲς αὐτὲς ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ποὺ εἶναι πλήρως ἀφιερωμένες στὴ Χάρη Της.

Γι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ στὰ χρόνια μας οἱ μέρες αὐτὲς ἔχουν πιὰ καταστεῖ μέρες παραλύσεων κι ὄχι παρακλήσεων, ζοφερῆς ἁμαρτίας κι ὄχι λυτρωτικῆς νηστείας, προκαλεῖται καὶ προσκαλεῖται ὁ κάθε εὐλαβὴς ἑορταστὴς ποὺ τιμᾶ καὶ βιώνει τὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ παράδοση καὶ ζωή, νὰ καταφύγει ἐκεῖ ποὺ θὰ κατορθώσει νὰ ζήσει ἥσυχα, ἀπλᾶ καὶ κατανυκτικὰ τὴ Γιορτή[5], ὥστε νὰ τιμήσει τὴν Κυρία τῶν Ἀγγέλων, τὸ Πανάγιο Πρόσωπο τοῦ θερινοῦ τοῦ Πάσχα: τὴν Παναγία μας[6].

Συνεορτάζοντας μὲ τὸν Παπαδιαμάντη

Εἶναι, πιστεύω, ἀπαραίτητο νὰ βροῦμε τὴ δυνατότητα νὰ γιορτάσουμε μὲ ὅσο γίνεται εὐπρεπέστερο καὶ εὐλαβέστατο τρόπο, τὴν Πάνσεπτό Της Κοίμηση. Πέρα ἀπὸ βέβηλες καὶ ἀπέλπιδες καταστάσεις θεμελιωμένοι στὴν πίστη καὶ στὴ παράδοση τῶν Πατέρων μας: αὐτὴ δηλαδὴ τὴ δυναμικὴ ὅπου πάνω της στηρίζεται ἡ περαιτέρω βιοτή μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖται νὰ καταφύγουμε, στὴ Μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ πνευματικὴ ἀναψυχή, σὲ κείμενα εὐλογημένα τῶν Πατέρων τοῦ Γένους μας, ὅπως εἶναι ὀ κὺρ Ἀλέξανδρος τῆς Σκιάθου, ὁ Παπαδιαμάντης. Καταφεύγουμε λοιπὸν στὶς σελίδες τοῦ διηγήματός του, «Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου», ποὺ μοσχοβολοῦν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ζωὴ καὶ νοερὰ ἀνηφορίζουμε, παραμονὴ τῆς γιορτῆς, πρὸς τὸ Κάστρο, «τὴν παλαιὰν τῆς νήσου Σκιάθου πολίχνην», σωρὸ ἐρειπίων σήμερα, ἡ ὁποία, ὡστόσο, ἀποπνέει μνῆμες ἱστορίας καὶ παράδοσης, γιὰ νὰ ζήσουνε τὸ Ὀρθόδοξο πανηγύρι στὶς ἀληθινές του διαστάσεις μὲ τὴν πρέπουσα εὐλάβεια καὶ τὴν εἰρηνική, φιλόθεη σύναξη τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, στὴν Παναγία τὴν Πρέκλα, ἑορτάζοντας τὴν «ἔνδοξον τῆς Παναγίας μας Κοίμησιν». Ἔστω καὶ κάτω ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ καὶ φιλόπρωτη ματιὰ τοῦ κὺρ Φραγκούλη Φραγκούλα[7]. «Τὸ πάλαι ἐδῶ, σημειώνει ὸ Ππδ., οἱ χριστιανοί, ὄσοι ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ἄσματος ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν.... Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ καταερειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν[8] ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο Ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον».

Ἀν προσέξουμε τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Σκιαθίτη λογογράφου ποὺ ἀπηχοῦν ἀκούσματα καὶ βιώματά του, τότε θὰ καταλάβουμε, πὼς ἡ Παναγία ἡ Πρέκλα ἔχει συλλέξει ἕνα πλήθος ἀσπασμῶν, ἀλλὰ καὶ δακρύων ἀνανεμιγμένων μὲ τὴν ἀνάλογη πληθὺν αἰτήσεων ὑπὲρ ὑγείας, βοηθείας, διασώσεως, ἀναρρώσεως, ἀποκαταστάσεως, φωτισμοῦ, κατευοδσεως καὶ ἄλλων ἀκόμη εὐχῶν καὶ αἰτήσεων. Φυσικὰ δὲν παραβλέπονται καὶ οἱ εὐχαριστήριες εὐχές, γιὰ κάθε τί ποὺ ἡ Χάρη Της εὐλόγησε καὶ πραγματοποιήθηκε.

Ἡ ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας βρισκόταν «λίγα μέτρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρο, κοντὰ στὴν τουρκικὴ διοίκηση καὶ τὸ τζαμί»[9]. Σύμφωνα δὲ μὲ τὶς ἐκτιμήσεις τοῦ καθηγητῆ Ἀλ. Δ.Ἀλεξίου, ἡ Παναγία πρέπει νὰ ἦταν κτίσμα τοῦ τέλους τοῦ 16ου ἢ ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰ. Πάντως, πρέπει νὰ ὑπῆρξε περικαλλὴς ναός, ἀφοῦ καὶ τοιχογραφίες εἶχε καὶ γενικότερα ὑπῆρξε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον σημαντικὰ μεταβυζαντινὰ μνημεῖα τῆς Σκιάθου. Τουλάχιστον, οἱ εἰκόνες καὶ ὸ κοσμήτης τοῦ τέμπλου ποὺ διασώθηκαν αὐτὸ μαρτυροῦν[10].

Σ᾿ αὐτὰ τὰ ἐρεἰπια ποὺ εἶναι σιωπηλοὶ φύλακες μιᾶς ἱστορίας καὶ μιᾶς παράδοσης, ἐρείπια πού, ὡστόσο, ἀπόμένουν φωτεινὸ μετέωρο στὸν σκοτασμὸ τῶν καιρῶν μας, νοερὰ μεταφερόμεθα, μὲ πνευματικὸ συνοδοιπόρο τὸν φιλόθεο καὶ φιλακόλουθο Ἀλ. Παπαδιαμάντη νὰ συνεορτάσουμε.

Ξαναβλέπουμε, λοιπόν, μὲ συγκίνηση τοὺς φιλεόρτους προσκυνητὰς καὶ πανηγυριστὰς νὰ ἔρχονται μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα, γιὰ νὰ τελέσουν ὅλοι μαζὶ τὸ πανηγύρι αὐτὴ τὴ χρονιάρα μέρα, τῆς Πανέπτου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου: ἄνθρωποι νηστεμένοι, ταπεινοί, εὐλαβεῖς καὶ μὲ ἐπίγνωση, ὅτι ζοῦν καὶ βιώνουν μιὰ ἀπὸ τὶς κορυφαῖες ἐκφράσεις καὶ δραστηριότητες τῆς Ελληνορθόδοξης ζωῆς καὶ παράδοσης: τὸ πανηγύρι[11].

Στὸ διήγημα αὐτὸ ζοῦμε λοιπὸν τὸ πλέον γνήσιο καὶ παραδοσιακὸ πανηγύρι τῆς ἑλληνορθοδοξίας, στὸ ὁποῖο βιώνουμε τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ποὺ διαφαίνεται μέα στὴν ὅλη τυπικὴ διαδικασία τῆς ἱερᾶς ακολουθίας, τῆς ὁποίας οἱ ρίζες ἐντοπίζονται στὴν ἁγιορειτικὴ παράδοση καί, ποὺ οἱ Κολλυβᾶδες ἢ οἱ παλαιότεροι αὐτῶν ἀθωνίτες πατέρες, ἔφεραν καὶ παγίωσαν στὴ Σκιάθο. Τὸ Παπαδιαμαντικὸ κείμενο εἶναι ἄλλωστε τόσο σαφές. «Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς, τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ Εἴη τὸ ὄνομα εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας -ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκησεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος- ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ Θεαρχίῳ νεύματι καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἥχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον, ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καὶ χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ Προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ Πεποικιλμένη ἕως τὸ Συνέστειλε χορὸς καὶ ὅλον τὸ Ἀνοίξω τὸ στόμα μου ἕως τὸ Δέχου παρ᾿ ἡμῶν. Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὧρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα. Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι, τὸ Κοινωνικό, κ.τ.λ.».

Ὁ χαρακτήρας τῆς κάθε πανηγύρεως μέσα στὴν Ὀρθόδοξη λειτουργική μας παράδοση εἶναι διττός. Τιμᾶται δηλαδὴ τὸ Πρόσωπο τοῦ ἁγίου, πρὸς τιμὴν τοῦ ὁποίου εἶναι ἀφιερωμένο τὸ ἐκκλησάκι, συμμετέχει ἡ μικρὴ κοινότητα τῶν προσκυνητῶν-πανηγυριστῶν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἐνοριακῆς κοινότητας, καὶ μετὰ τὴν πνευματικὴ Τράπεζα, παρατίθεται ἡ κοινὴ ἑορταστικὴ τράπεζα, ὅπως δηλαδὴ γίνεται στὰ Μοναστήρια, μικρογραφία τῶν ὁποίων εἶναι οἱ κάθε τέτοιου εἴδους ἐκδηλώσεις[12].

«Τέλος, σημειώνει ὁ Παπαδιαμάντης, μετὰ τὴν Λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθησαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ εὐφράνθησαν...»

Τὸ εὐφράνθησαν παρακαλῶ πολύ, νὰ ληφθεῖ στὴν κυριολεξία του, γιατὶ ὁ Παπαδιαμάντης δὲν βλέπει «τὶς ἑορτὲς ὡς ἁπλὲς ἀργίες, ἀλλὰ βιώνει τὰ γεγονότα καὶ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς κέντρο καὶ ἄξονα τῶν γεγονότων καὶ ὁλόκληρης τῆς ζωῆς». Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐρχομένων αὐτῶν τῶν ἠμερῶν, σκέφτηκα μὲ ταπεινὴ καὶ φιλάδελφο διάθεση ἑόρτιας προσφορᾶς, νὰ δώσω τὴν εὐκαιρία στὸν κουρασμένο καὶ φορτισμένο μὲ πολλὲς ἔγνοιες καὶ φροντίδες νεοέλληνα, νὰ καταφύγει ὑπὸ τὴν παπαδιαμαντικὴν εὐσκιόφυλλον βασιλικὴν δρῦν, ὥστε κάτω ἀπὸ τὶς ζείδωρες φυλλωσιὲς τῶν εὐφρόσυνων καὶ εὐλογημένων ρημάτων του νὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία γιὰ ἀνασυγκρότηση τοῦ ὅλου του εἶναι καὶ φυσικὰ τὴ δυνατότητα νὰ ἑορτάσει, νὰ πανηγυρίσει, νὰ χαρεῖ τὸν ἱερὸ καὶ πανάχραντο Δεκαπενταύγουστο.


[1] Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὴν ἐποχή μας, ΑΣΤΗΡ, Ἀθῆναι 1970, σελ. 272

[2] Τὸ παράθεμα βλ. Κ.Ε.Τσιρόπουλος, Διάλογος, ὅπ.παρ. σελ. 268

[3] Ὡραιότατη θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ Εἰρμοῦ αὐτοῦ τῆς Θ´ ὡδῆς, τοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἔχει γράψει ὁ Θεοτοκολόγος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. βλ. Μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης, Μαρία ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἅγιον Ὄρος 1988, σελ. 341-343

[4] Π.Β.Πάσχος, Αἰχμαλωσία ὕψους, ΑΣΤΗΡ, Ἀθήνα 1975, σελ. 26

[5] Γιὰ τὴ θεολογία τῆς γιορτῆς βλ. Παναγιώτη Σκαλτσῆ, Θεολογικὴ προσέγγιση τῆς Χριστιανικῆς γιορτῆς, Θεσσαλονίκη 1990 (ἀνάτυπο ἀπὸ τὸ τεῦχος 734 τοῦ περ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)

[6] Γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἡμέρας τῆς Θεοτόκου Μαρίας, τῆς ἐπονομαζομένης ἀργότερα ὡς ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἡ ὁποία εἶναι ἡ παλαιοτέρα θεομητορικὴ γιορτὴ-χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 5ο αἰ.-βλ. Ἰω.Μ.Φουντούλης, Λογικὴ Λατρεία, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ, Ἀθῆναι 1984 σελ. 188 ἑξ.

[7] «Ὀ κόσμος τοῦ Ππδ., οἱ ἄνθρωποι ποὺ κινοῦνται στὸ ἔργο του, οὔτε ἄγγελοι εἶναι, οὔτε ἅγιοι. Εἶναι ἄνθρωποι μὲ ἁμαρτίες, μὲ πάθη, μ᾿ ἐγωϊσμούς, μ᾿ ὀργὴ καὶ μὲ καλωσύνη κι ἀνθρωπιὰ ποὺ δὲν συναντᾶ εὔκολα ἄνθρωπος. Στὸ διήγημα Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου, περιγράφοντας τὸν δραματικὸ ὀργίλο, ἀλλὰ ἄκακο γερο-Φραγκούλα, γράφει: Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιε... ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής, ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει. Κ. Μπαστιᾶς, Ὁ Παπαδιαμάντης, Δοκίμιο. Ἀθήνα 1962, σελ. 143

[8] Οἱ ἐνορίες τοῦ Κάστρου ἦσαν: Ὁ ναὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος. Ἰω. Ν.Φραγκούλας, , Οἱ ἐνοριακοὶ ναοὶ τῆς Σκιάθου, Βόλος 1998, καὶ Ἀλ.Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν μεταβυζαντινῶν μνημείων, Θεσσσαλονίκη 1996, σελ. 43

[9] Ἀλ.Δ. Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 44

[10] Ἀ. Δ.Ἀλεξίου, Σκιάθος, ὅπ.παρ. σελ. 45-47. Ὁ Ἀλ. Παπαδιαμάντης, ποὺ ἀσφαλῶς πρόλαβε τὸ ναό, μᾶς πληροφορεῖ τὰ ἀκόλουθα:»Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον, ὡραία στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας»

[11] «Τὸ πανηγύρι εἶναι μιὰ συνηθισμένη μορφὴ θρησκευτικοῦ ἑορτασμοῦ σὲ ὀλόκληρο τὸν ἑλλαδικὸ χῶρο, ἀλλὰ καὶ εὐκαιρία ψυχαγωγίας... Ὁπως σὲ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο, ἔτσι καὶ στὴ Σκιάθο τὰ πανηγύρια ἦταν μέρος τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης κάποιου ἁγίου. Ἀπὸ ἄποψη χρόνου, τὰ περισσότερα πανηγύρια ἐντοπίζονταν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἔως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ θέρους καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Μαν.Γ.Βαρβούνης-Νίκη Σουλιωτάκη, Ἡ παραδοσιακὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν συγχρόνων του στὸ ἔργο τοῦ Ἀλ. Παπαδιαμάντη, ΑΡΜΟΣ, Ἀθήνα 1998, σελ. 55

[12] Ἀνέστης Γ. Κεσελόπουλος, Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 1994, σελ. 19