Γεώργιος Παπαθανασόπουλος - Ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Παρέμβαση στὸ Θεολογικὸ Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Προφήτου Ἠλιοὺ Θήρας, 17-21 Ἰουλίου 2011

Φέτος συμπληρώθηκαν ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μεγάλου μας Λογοτέχνη Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη καί, παράλληλα τὰ 300 χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Κοινοβιακῆς Μονῆς Προφήτου Ἠλιοὺ Θήρας. Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς πρόσκλησης, τὴν ὁποία εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ μοῦ ἀποστείλει ὁ πανοσιολογιώτατος Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Ἀρχιμανδρίτης π. Δαμασκηνὸς Γαβαλᾶς, νὰ παραβρεθῶ στὸ ἐν λόγῳ πολὺ ἐνδιαφέρον θεματολογικὰ Συνέδριο στὸ ὄμορφο αὐτὸ νησί, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι παρὰ τὶς κατὰ καιροὺς δοκιμασίες ποὺ πέρασαν στέκονται ὄρθιοι μὲ ὑψηλὸ τὸ Ὀρθόδοξο καὶ τὸ Πατριωτικὸ φρόνημα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μία πολὺ σύντομη παρέμβαση καὶ λίγες σκέψεις γιὰ τὴ σχέση τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου μὲ τὸν Προφήτη Ἠλία.

Πρῶτον νὰ θυμίσω ἁπλῶς τὴ γνωστὴ σὲ ὅλους μας Πίστη τοῦ Παπαδιαμάντη πρὸς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τοὺς Ἁγίους μας, καθὼς καὶ τὴν Ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸν Πολιτισμὸ καὶ τὴν Παράδοσή της. Δίκαια πολλοὶ τὸν ἀποκάλεσαν «Ἅγιο τῶν Γραμμάτων μας». Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, τὸ 1989, στὴν ὁμιλία του σὲ φοιτητὲς τῆς Μητροπόλεως Δημητριάδος σημείωσε: «Τοὺς ἥρωές του τοὺς ἀναζητεῖ στὶς ρίζες τῆς ἑλληνικῆς μας παράδοσης καὶ τοὺς διαζωγραφίζει ποικιλόμορφα, χωρὶς μυθοπλαστικὴ φαντασία ποὺ ἐξωραΐζει. Θέλει τὸν Ἕλληνα γνήσιο καὶ αὐθεντικό, χωρὶς ψιμύθια. Πιστεύει στὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις […]. Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ὡς πρὸς τὴν πίστη Ὀρθόδοξος καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδεολογία Ρωμιός».[1] Ὁ καθηγητὴς Παντελὴς Β. Πάσχος γράφει ἀπὸ τὴν πλευρά του: «Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν ἀκέραιος χριστιανὸς καὶ ὁλόκληρος Ἕλληνας. Δὲν ἀφορίζει κανέναν ἀπὸ τὸν ἱερὸ χῶρο του, ποὺ εἶναι ἑλληνικὸς καὶ ὀρθόδοξος· ἀρκεῖ νὰ μὴν εἶναι ψεύτικος καὶ αἱρετικὸς σὰν ἕλληνας ἢ σὰν χριστιανός».[2] Καὶ ὁ σημαντικὸς χριστιανὸς ποιητὴς καὶ διανοούμενος Γιῶργος Σαραντάρης τόνισε σὲ συνέντευξή του στὸ περιοδικὸ «Μακεδονικὲς Ἡμέρες»: « …Καὶ θέλω νὰ τονίσω καὶ τοῦτο, ὕστερα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη δὲ φανερώθηκε μήτε ἕνας σοβαρὸς θρησκευτικὸς πεζογράφος».[3]

Τὸ δεύτερο ποὺ σημειώνω στὴν ἀγάπη σας εἶναι ὅτι ἀγαποῦσε τὸν Προφήτη Ἠλία, ὅπως ὅλους τους Ἁγίους. Γιὰ τὸν Προφήτη Ἠλία εἶχε γράψει καὶ ὁρισμένα μικρὰ τροπάρια, ἀπόστιχα τοῦ Μικροῦ Ἑσπερινοῦ εἰς τὴν ἑορτήν του. Κατὰ τὸν Βαλέτα[4]: «Αὐτὰ τὰ μικρὰ τροπάρια εἰς ἦχον β´ πρὸς τὸ «Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ…», τὰ σύνθεσε ὁ Παπαδιαμάντης χωρὶς νὰ κοπιάσει καθόλου καὶ μέσα σὲ λίγη ὥρα κατὰ τὰ τελευταῖα του χρόνια, ὅταν κάποτε εἶχε πάει στὸ πανηγύρι τοῦ Προφήτου Ἠλία, ποὺ τὸ μοναστηράκι του βρίσκεται σὲ μία ὄμορφη ἀγναντερὴ τοποθεσία […]. Τἄγραψε γιὰ νὰ συμπληρώσει μὲ αὐτὰ τὴν παλιὰ ἀσματικὴ ἀκολουθία τοῦ Προφήτη, ἀπὸ τὴν ὁποία λείπει ὁ μικρὸς Ἑσπερινός».

Παραθέτουμε τὰ ἐν λόγῳ ἀπόστιχα[5]:

Ἦχος β´. Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ.

Οὐ πῦρ, οὐ συσσεισμός, οὐχὶ σφοδρόν σε πνεῦμα, αὕρα λεπτὴ δὲ μάκαρ, ἀνέδειξε Θεόπτην, Ἠλία μεγαλώνυμε.

Στίχ. Μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε.

Αὔρᾳ τὸν ἐν λεπτῇ, ἰδόντα Θεοῦ δόξαν, ὡς ζηλωτὴν Κυρίου, θεσπέσιον Προφήτην, ὑμνοῦμεν οἱ θεόφρονες.

Στίχ. Σὺ Ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

Σὲ ὁ Μονογενής, Υἱὸς ὁ τῆς Παρθένου, Θεὸς σεσαρκωμένος, παρέστησε τρισμάκαρ, ἐν Θαβωρίῳ μάρτυρα.

Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ὅμοιον, Παλαιόν.

Δέσποινα ἀγαθή, τὰς ἁγίας σου χεῖρας, πρὸς τὸν Υἱόν σου ἆρον, τὸν φιλόψυχον Πλάστην, οἰκτειρῆσαι τοὺς δούλους σου.

Σὲ ἄρθρο του, ποὺ δημοσιεύεται στὸ περιοδικὸ «Φόρμιγξ»[6] τὸ 1901, γράφει γιὰ τὸ πῶς παρουσιάστηκε ὁ Κύριος στὸν Προφήτη Ἠλία. Στὴν ἀρχὴ γράφει τὸ τροπάριο «Αὔρα πραεία ὑπέδειξε, καὶ λεπτοτάτη Κύριον σοὶ Ἠλιού, Θεῷ ζηλοῦντι παντοκράτορι, οὐχὶ πνεῦμα βίαιον, οὐ συσσεισμός, οὐδὲ πῦρ ἐκδειματοῦν· διὸ Ἰησοῦ τῷ πράῳ ψάλλομεν…» καὶ μετὰ σημειώνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν φανερώθηκε «ὡς ἐγκόσμιος δυνάστης καὶ κατακτητής, ὡς Ταμερλάνος, οὔτε ὡς Ναπολέων ἢ μυριόπλουτος Κροῖσος, οὔτε ὡς ἐπιστήμων καὶ σοφὸς ὅπως ἦταν ὁ Ἀρχιμήδης», ἀλλὰ ὡς πράος ταπεινὸς Ἰησοῦς. Αὐτό, γράφει ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος, «προεσήμανε ἡ θεοφάνεια, ἡ γενομένη εἰς τὸν Θεσβίτην Ἠλίαν ἐπὶ τοῦ ὄρους Χωρήβ. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίω, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνὶ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».[7]

Τὸ τρίτο σημεῖο ποὺ καταθέτω στὴν ἀγάπη σας εἶναι ἡ σχέση τοῦ Παπαδιαμάντη μὲ τὸν Προφήτη Ἠλία διὰ μέσου τοῦ μαθητοῦ τοῦ Προφήτη Ἐλισαίου. Εἶναι γνωστὸ πὼς στὸ ναΐσκο ποὺ βρίσκεται στὸ Μοναστηράκι καὶ ποὺ εἶχε καταστραφεῖ καὶ μετὰ ἀπὸ κόπους πολλοὺς τῆς Ἑταιρείας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν καὶ προσωπικὰ τοῦ Προέδρου της, καθηγητοῦ κ. Φώτη Δημητρακόπουλου ἀνιδρύθηκε, ἔψελνε μὲ τὸν τριτεξάδελφό του, Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, μὲ ἱερέα τὸν Ἅγιο Νικόλαο τὸν Πλανᾶ. Ὁ Μωραϊτίδης φιλοπόνησε καὶ «Ἀκολουθία πανηγυρικὴ τοῦ Ἁγίου Ἐνδόξου Προφήτου Ἐλισσαίου μετὰ Παρακλητικοῦ Κανόνος», ἡ ὁποία ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ποὺ τοῦ ἐξέφρασε καὶ «τὸν δίκαιο Αὐτῆς ἔπαινον».[8]

Ὁ Μωραϊτίδης διηγεῖται ἕνα χαριτωμένο περιστατικὸ γιὰ τὸ πῶς θεώρησε ὅτι ἡ Ἀκολουθία ποὺ ἔγραψε ἦταν πετυχημένη:

«Ἐκεῖ ποὺ ἕνας ὕπνος ἐλαφρὸς ἤρχισε γλυκὰ - γλυκὰ νὰ κλείῃ τὰ βλέφαρά μου, νὰ καὶ ἔρχεται, μοῦ ἐφάνη[9], ὁ Παπαδιαμάντης, φαιδρός, γελαστός, μὲ τὰ μαῦρα τὰ μάτια του γεμάτα χαράν, μὲ τὸν μαῦρον του πώγωνα στιλπνόν, ὅπως ἦτο συνήθως ἐπάνω εἰς τοὺς μεγάλους καὶ ἐξαιρετικοὺς ἐνθουσιασμούς του, καὶ μὲ τὴν ἄχρουν φωνήν του μὲ συναρπάζει, ἢ μᾶλλον μὲ τὸ ἀρχικὸν ἐκεῖνο ὕφος του:

-Σήκω Ἀλέκο! Σήκω νὰ πᾶμε στὸν Προφήτην νὰ ψάλωμεν τὸν Κανόνα...

Σημειώσατε ὅτι τοὺς Κανόνας τῆς ἑορτῆς εἰς τὰς Ἀγρυπνίας ἐψάλαμεν πάντοτε ἡμεῖς οἱ δύο. Δεξιὰ ἐκεῖνος, ἀριστερὰ ἐγώ. Οἱ ψάλται, ὅσον ὑπερφίαλοι καὶ ἂν ἦσαν διὰ τὴν τέχνην των, ὅταν ἤρχετο ἡ σειρὰ τῶν Κανόνων, μᾶς παρεχώρουν τὰ στασίδιά των, καὶ ἵσταντο παρὰ τὴν εἴσοδον ἐνθουσιῶντες μὲ τὸ χορευτικὸν ἰδίωμα τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅστις ψάλλων τὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ἤξευρεν ἀπέξω πάντοτε σχεδόν, ἐχόρευεν ὁλόκληρος μαζὺ μὲ τὸ στασίδιόν του…

Ἐπετάχθην πάραυτα ἀπὸ τὴν κλίνην μὲ τὰ μάτια μου γεμάτα δάκρυα, καὶ μὲ μίαν χαρὰν ὅτι ἡ Ἀσματική μου σύνθεσις ἐπέτυχε.

Καὶ δὲν ἐψεύσθην».

Πολλὰ ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Μωραϊτίδη γιὰ τὸν Προφήτη Ἐλισαῖο ἔχουν ἀναφορὰ στὸν Προφήτη Ἠλία. Ἀναφέρω δύο ἀπὸ τὸν Μικρὸ Ἑσπερινό:

Ὅτε ὦ Προφῆτα θεσπέσιε, Ἠλιοὺ ὁ ζηλωτής, ἐκάλεσέ σε ἐπ᾿ αὐτόν, τὸν ἀγρὸν καταλιπών, καὶ ἀροτῆρας ἐνταὐτῷ, συντόνως, τούτῳ μάκαρ ἠκολούθησας, καὶ ἔσχες πνευματέμφορον διδάσκαλον, μυοῦντά σε τὰ ἀπόῤῥητα, τοῦ θείου Πνεύματος λόγια, καὶ ἔνθεον, ἀνυψοῦντά σου τὸ φρόνημα.

Ὅτε ἐν πυρίνῳ τῷ ἅρματι, διφρηλάτης ὁ Ἠλίας ἀπεχώρει ἐκ τῆς γῆς, ἠξιώθης θεομάκαρ, Ἐλισσαῖε κατιδεῖν, μετάρσιον, τόν θεῖόν σου διδάσκαλον, δωροῦντα, μηλωτήν σοι τὴν ἀοίδιμον, πρὸς δὲ διπλῆν τὴν τοῦ Πνεύματος, χάριν δι᾿ ἧς καὶ διέτεμες, Ἰορδάνην, καὶ ἀβρόχως διεπέρασας.

Τελειώνω μὲ τὸ τέταρτο σημεῖο, ποὺ θέλω νὰ σημειώσω στὴν ἀγάπη σας. Ὁ Παπαδιαμάντης στὰ λογοτεχνήματά του τοποθετεῖ τὰ ξωκκλήσια, τὰ ἀσκηταριὰ ἢ τὰ μοναστήρια τοῦ Προφήτη Ἠλία σὲ πολὺ ὄμορφα, παραδεισένια μέρη, ὅπως εἶναι καὶ τὸ μέρος αὐτὸ τῆς Μονῆς, ποὺ φιλοξενούμεθα. Στὸ διήγημά του «Ὁ πατὴρ Διονύσιος» γράφει ὅτι ὁ γέροντας εἶχε ἀσκηταριὸ «ἐπὶ τοῦ γραφικωτάτου μικροῦ βουνοῦ τοῦ Προφήτου Ἠλιού»[10]. Στὴ «Φόνισσα» γράφει πὼς τὴν εἶχαν κυνηγήσει «εἰς τὸ ὀροπέδιον τοῦ Προφήτη Ἠλία, μὲ τὰς πελωρίους πλατάνους καὶ τὴν πλουσίαν βρύσιν»[11]. Στὸ διήγημά του «Ἔρημο μνῆμα» ὁ νέος ποὺ εἶχε μισέψει γιὰ χρόνια στὴν Ἀμερικὴ καὶ γύρισε πίσω ἄρρωστος ζήτησε ἀπὸ τὸν πατέρα του νὰ τὸν πάει στὸν «Ἅη-Λιᾶ» γιατὶ εἶχε τὴν πίστη ὅτι ὁ Ἅγιος θὰ τὸν ἔκανε καλὰ ἂν πήγαινε κοντά του, καὶ κοντὰ στὴ βρύση καὶ στὰ πλατάνια ποὺ ὑπῆρχαν ἐκεῖ[12]. Καὶ στὸ «Ἀγγέλιασμα» πάλι ὁ Ἅι-Λιὰς βρίσκεται ψηλά, μὲ πλατάνια νὰ τὸν περιτριγυρίζουν καὶ νερὰ νὰ τρέχουνε κοντά του[13].

Τελειώνω ἀναφέροντας ὅτι ὁ Προφήτης Ἠλίας καὶ ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ἔχουν πολλὰ νὰ μᾶς διδάξουν, ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ἔχουμε τὴ διάθεση νὰ τὰ ἀκούσουμε. Οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν ὑπάρχουν σήμερα τέτοιες προσωπικότητες, νὰ βγοῦν στὴν κοινωνία καὶ νὰ μᾶς καθοδηγήσουν, νὰ γίνουν φάροι στὴ ζωή μας. Ζοῦμε σὲ μία παρακμάζουσα κοινωνία, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ καταργήσει Ἀξίες καὶ Ἀρχές, τὴν ἴδια τὴν Παράδοση καὶ ἰδιοπροσωπία μας. Εἴμαστε ἀθύρματα στὶς βουλήσεις τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἀναζητᾶμε τὴν ἀξιοπρέπειά μας, ὡς Ἔθνος καὶ ὡς λαός. Ὅμως ὅσα εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Προφήτη Ἠλία μᾶς δίνουν κουράγιο. Ναί! Μέσα σὲ ὅλη αὐτὴ τὴν παρακμὴ ὑπάρχουν Ἕλληνες, πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ἑπτὰ χιλιάδες, ποὺ δὲν προσκυνοῦν τὸν σύγχρονο Βάαλ τῆς παγκοσμιοποίησης, τῆς ἰσοπέδωσης τῶν πάντων καὶ τοῦ μαμωνᾶ. Αὐτοί, μέσα στὴ ζοφερὴ πραγματικότητα, ἀποτελοῦν ἀκτίδα ἐλπίδας. Προϋπόθεση γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ἡ ἔμπρακτη μετάνοια καὶ ἡ πολλὴ καὶ θερμὴ προσευχή.

Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας καὶ συγγνώμη ἂν ξεπέρασα τὸ χρόνο ποὺ μοῦ δόθηκε.


[1] Χριστοδούλου Παρασκευαΐδου, Μητροπολίτου Δημητριάδος «Ἐρέθισμα Αὐτοσυνειδησίας, ὁ ἀκέραιος καὶ ἐπίκαιρος Παπαδιαμαντικὸς λόγος», ὁμιλία πρὸς φοιτητές, Ἀθῆναι, 1989, σελ. 16.

[2] Παντελῆ Β. Πάσχου «Θυσία Αἰνέσεως», Ἄρθρο εἰς περ. «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι», ἐπετειακὸ τεῦχος Ἰουλίου - Δεκεμβρίου 2001, ἀρ.φύλ. 1511, σελ. 69.

[3] Γιώργου Σαραντάρη «Ἔργα», 1ος Τόμος, Βικελαία Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη, Ἡράκλειο, 2001, σελ. 267. Πρόκειται γιὰ ἀπαντήσεις τοῦ Σαραντάρη σὲ ἐρωτήματα περὶ τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας τὴν εἰκοσαετία 1917-1937, ποὺ τοῦ ἔθεσε τὸ λογοτεχνικὸ περιοδικὸ τῆς Θεσσαλονίκης «Μακεδονικὲς Ἡμέρες» καὶ ποὺ δημοσιεύτηκαν στὸ Τεῦχος τοῦ Ἰανουαρίου 1938.

[4] Γεωργίου Βαλέτα, «Ἅπαντα Παπαδιαμάντη», Τόμος Ε´, σελ. 641.

[5] Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (ἐπιμ.), «Ἅπαντα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη», Ἐκδ. «Δόμος», Πρώτη Ἔκδοση, 1988, Τόμος Ε´, σελ. 49.

[6] Δεκαπενθήμερο περιοδικὸ ποὺ ἀσχολεῖτο μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ ὄχι μόνο. Κατὰ τὴν Α´ περίοδο (1901-1904) ἐκδότες ἦσαν οἱ Γερμανὸς Κυριαζῆς, Ἰ. Τσώκλης καὶ Π. Τζανέας. Κατὰ τὴν Β´ Περίοδο (1905-1912) ἐκδότης ἦταν ὁ Ἰ. Τσώκλης καὶ ἐκδιδόταν καὶ παράρτημα λειτουργικόν, μὲ «τὰ παρὰ τῶν διακόνων, ἱερέων καὶ ἱεροψαλτῶν ψαλλόμενα λειτουργικά, κατὰ τὸ ὕφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας», ὑπὸ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Κωνσταντίνου Α. Ψάχου.

[7] Αὐτ. Τόμος Ε´, σελ. 232-233.

[8] Βλ. σχ. Ἑταιρείας Παπαδιαμαντικῶν Σπουδῶν «Ὁ Ἅγιος Ἐλισαῖος - Ὁ Ἱερὸς Ναὸς στὸ Μοναστηράκι καὶ ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη». Ἐπιμέλεια Φωτίου Ἀρ. Δημητρακόπουλου.

[9] Ἡ Ἀκολουθία γράφτηκε τὸ 1925 καὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε κοιμηθεῖ τὸ 1911.

[10] Αὐτ. Τόμος Ε´, σελ. 330.

[11] Αὐτ. Τόμος Γ´, σελ. 418.

[12] Αὐτ. Τόμος Δ´, σελ. 361.

[13] Αὐτ. Τόμος Δ´, σελ. 395.