Νίκος Σαραντάκος - Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης ὡς πρωτογενὴς μαρτυρία

Σημείωση: Τὸ κείμενο αὐτὸ γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ συζήτηση τὸ 1994 μὲ τὸν καθηγητὴ Μιχάλη Μερακλῆ, ὁ ὁποῖος μερίμνησε καὶ γιὰ τὴ δημοσίευσή του ἀργότερα στὴ Νέα Ἑστία - ἂς τὸν εὐχαριστήσω γιὰ μία ἀκόμη φορά, γιὰ πολλά. Τὸ παραθέτω ἐδῶ κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἔκρινα ὅτι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἄρθρου, ὅπου ἐξεταζόταν ἡ σχέση τῆς συλλογῆς παροιμιῶν τοῦ Γ. Ρήγα μὲ τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, εἶχε ὑπερβολικὰ εἰδικὸ χαρακτήρα. Ἐκτὸς αὐτοῦ, μᾶλλον εἶχε καὶ ἕνα σοβαρὸ λάθος.

Τὸ παρὸν κείμενο προέρχεται ἀπὸ ἄλλη, εὐρύτερη, ἐργασία μου μὲ τὸν (προσωρινὸ) τίτλο «Παροιμιολογικὰ καὶ φρασεολογικὰ στὸν Παπαδιαμάντη». Σὲ αὐτὴν ἔχω ἐπιχειρήσει νὰ ἀποδελτιώσω τὶς παροιμίες, παροιμιακὲς φράσεις, στερεότυπες καὶ μεταφορικὲς ἐκφράσεις καὶ τὰ λοιπὰ φρασεολογικὰ στοιχεῖα ποὺ ἀπαντοῦν στὰ διηγήματα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ἡ ἀποδελτίωση τῶν κειμένων τῆς λογοτεχνίας μας γενικά, καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη εἰδικότερα, ἔχει κατ᾿ ἐπανάληψιν κριθεῖ ἀπαραίτητη ἀπὸ πολλοὺς εἰδήμονες. Ὡστόσο, καθ᾿ ὅσον γνωρίζω τουλάχιστον, παρόμοια ἐργασία γιὰ τὸν εἰδικὸ αὐτὸ τομέα, δὲν ἔχει μέχρι στιγμῆς δεῖ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητας.

Πολλὰ καὶ ποικίλα μπορεῖ νὰ εἶναι τὰ ὀφέλη ἀπὸ μία τέτοια ἀποδελτίωση. Τὸ ὑλικὸ ποὺ προκύπτει θὰ βοηθήσει λεξικογραφικὲς ἐργασίες, ἰδίως ἐπειδὴ τὰ φρασεολογικὰ εἶναι ὁ περισσότερο «φευγαλέος» ἀπὸ λεξικογραφικὴ ἄποψη τομέας. Ὑπάρχει, ἔπειτα, ἡ ἱστορικὴ πλευρά: μποροῦμε ἀποδελτιώνοντας νὰ συναντήσουμε τὴν πρώτη (μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου) γραπτὴ ἐμφάνιση μιᾶς ἔκφρασης, στοιχεῖο πολὺ σημαντικὸ σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ γιὰ τὴν «ἐτυμολόγησή» της. Μποροῦμε ἐπίσης νὰ ἀνιχνεύσουμε τὴν ἐξέλιξη μιᾶς παροιμίας ἢ μιᾶς ἔκφρασης, ἀπὸ τὶς παλαιότερες μορφές της στὴ σημερινή. Γενικότερα, τὸ ὑλικὸ τῆς ἀποδελτίωσης θὰ βοηθήσει ποικίλες φιλολογικὲς πλέον ἔρευνες σχετικὰ μὲ τὸν ἀποδελτιούμενο συγγραφέα.

Στὸ ἄρθρο μου αὐτὸ θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἐξετάσω περιπτώσεις στὶς ὁποῖες ἡ ἀποδελτίωση τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη συμπληρώνει τὰ ὅσα γνωρίζουμε γιὰ διάφορες παροιμίες ἢ ἐκφράσεις, ἢ παρέχει παλαιότερους τύπους ἢ καὶ ἐντελῶς ἀθησαύριστες παροιμίες.

Ἂς ἀρχίσουμε μὲ μία περίπτωση ἁπλή: ἡ ἔκφραση «θὰ πῶ», παρεμβάλλεται, λέει ὁ Γ. Ρήγας (Σκιάθου λαϊκὸς πολιτισμός, Τόμ. 3, σ. 83) ἀνάμεσα ἢ στὴν ἀρχὴ τῆς ὁμιλίας, χωρὶς ἰδιαίτερη σημασία. Αὐτὸ εἶναι σωστό. Ἐπιπλέον, μελετώντας τὶς (πάνω ἀπὸ δέκα) ἐμφανίσεις τῆς ἔκφρασης στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη βλέπουμε ὅτι σὲ ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς περιπτώσεις, ἡ ἔκφραση χρησιμοποιεῖται ἀπὸ γυναικεία πρόσωπα. Μποροῦμε λοιπὸν νὰ τὴν ἐντάξουμε μὲ ἀσφάλεια ὄχι ἁπλῶς στὸ σκιαθίτικο, ἀλλὰ εἰδικότερα στὸ «γυναικεῖον ἰδίωμα». Παρατηροῦμε ἐπίσης ὅτι συνήθως ἡ ἔκφραση προδίδει ἀγανάκτηση, ἀνησυχία, κατάπληξη, ὀργή, παράπονο ἢ κάποιο ἄλλο παρόμοιο ἔντονο συναίσθημα τῆς ἡρωίδας. Μερικὰ παραδείγματα:

- Ποῦ θὰ πᾶτε, θὰ πῶ; Παλαβώσατε, θὰ πῶ;... Μὲ τέτοιον καιρό!...
«Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (2.279.1)

(Ὅλες οἱ παραπομπὲς γίνονται ἀπὸ τὴν κριτικὴ ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, καὶ ἀκολουθοῦν τὸ ἴδιο σύστημα ἀναφορᾶς [τόμος.σελίδα.γραμμή]).

- Σοῦ χρειαζότανε μία φοβερή, ἀνεράϊδα, νὰ τὴν κουβαλήσῃς ἐδῶ ἀπ᾿ τὸ Πόρτο, θὰ πῶ;
«Ἑρμῆ στὰ ξένα» (4.79.21-22)

- Θὰ πῶ, κόλλησες; Ἔχω κατεβασμένο τὸ φαΐ, θὰ κρυώση, ἔλα, πᾶμε.
«Ἡ ἀσπροφουστανοῦσα» (4.565.1)

- Τ᾿ ἤθελε νὰ τὴν πάῃ στὰ Μνημούρια, θὰ πῶ, τί ἤθελε;
«Ἡ τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα» (3.339.32)

- Δὲν ἀκούει, θὰ πῶ, αὐτὸς ὁ χριστιανός; Τόσο ταμάχι στὴ δουλειά; Τώρα νύκτωσε πλιά... Γιάννη! Γιάννη!...
«Ἡ φόνισσα» (3.466.25-26)

Μαθαίνουμε λοιπόν, χάρη στὸν Παπαδιαμάντη, πολὺ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ αὐτὴ τὴν ἁπλὴ σκιαθίτικη ἔκφραση. Ἡ ἐντύπωση ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ ἀνάλογα ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου τοῦ Μωραϊτίδη, τοῦ ἄλλου μεγάλου Σκιαθίτη λογοτέχνη.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σημασιολογικὴ πλευρά, ἔχουμε καὶ τὴ γεωγραφική. Οἱ ἐκφράσεις ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ ἥρωες τοῦ Παπαδιαμάντη ἀλλὰ καὶ ὁ ἀφηγητὴς τῶν διηγημάτων, τουλάχιστον στὰ σκιαθίτικα διηγήματα, εἶναι κατὰ γενικὴ παραδοχή, σκιαθίτικες. Μποροῦμε λοιπὸν ἔτσι νὰ διευρύνουμε τὸ «γεωγραφικὸ πεδίο» μιᾶς ἔκφρασης, ποὺ ἕως τώρα εἶχε καταγραφεῖ ὡς ἐπιχωριάζουσα σὲ ἄλλες περιοχές. Ἔτσι, ἡ ἔκφραση «μὲ σόφισε ὁ διάβολος» δίνεται ὡς μανιάτικη ἀπὸ τὸν Κ. Κάσση (Ὁ λαϊκὸς λόγος στὴ Μέσα Μάνη, Τόμ. Β´, σ. 238). Ὅμως, ἡ ἔκφραση ὑπάρχει καὶ στὸν Παπαδιαμάντη («Γιὰ τὰ ὀνόματα», 3.401.28): «Διὰ νὰ ἐκδικηθῆ τὸν Ἀποστόλην, ἰδοὺ τί τὸν ἐσόφισεν ὁ διάβολος νὰ πράξῃ». Ἔτσι, μιὰ θεωρούμενη ὡς τοπικὴ ἔκφραση ἀποκτᾶ πανελλήνια πιστοποιητικά. [Ὁ Ν. Πολίτης ἔχει τὴ συγγενικὴ ἔκφραση «μὲ φώτισε ὁ διάβολος», ὡς κεφαλληνιακή. Καὶ αὐτὴ ἀπαντᾶ στὸν Παπαδιαμάντη («Ὁ πανδρολόγος», 3.375.29), ἀλλὰ ὄχι σὲ καθαρὴ μορφή].

Ἐκτὸς αὐτοῦ, στὸν Παπαδιαμάντη διασώζονται ὁρισμένες φορὲς παλαιότεροι τύποι παροιμιῶν καὶ ἐκφράσεων ποὺ σήμερα ἔχουν ἄλλη μορφή. Ἡ πιὸ ἁπλὴ περίπτωση εἶναι ἡ: «τὸ κάτω-κάτω» ἀντὶ τοῦ σημερινοῦ «στὸ κάτω-κάτω», ἀλλὰ αὐτὴ ἀπαντᾶ καὶ σὲ ὅλους τους συγγραφεῖς τοῦ 19ου αἰ. ποῦ ἀποδελτίωσα. Ἵσως πιὸ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἔκφραση «τρεῖς κοῦκκοι» ἀντὶ τῆς σημερινῆς «τρεῖς κι ὁ κοῦκκος», ἰδίως ἂν σκεφτοῦμε ὅτι στοὺς Ἀχαρνὴς ὑπάρχει «κόκκυγές γε τρεῖς», τὸ ἴδιο καὶ στὸν Ἡσύχιο (βλ. Ν.Π.Ἀνδριώτη «Ἀντίστοιχα ἐκφραστικὰ μέσα...», Ἑλληνικά, Τόμ. 15, σ. 13). Στὸν «Λαμπριάτικο ψάλτη» (2.530.28-30) διαβάζουμε:

«Ἔχω κ᾿ ἐκεῖνο τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό μου τὸ Γαβριήλ, ὁποὺ δὲν φελᾶ τίποτε... ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία, ἕνα σωρὸ κόκκαλα, νά ῾χουμε τὴν εὐκή της... τρεῖς κοῦκοι»!

Ἴσως νὰ εἶναι λογοπαίγνιο τοῦ ὁμιλοῦντος, ἴσως νὰ εἶναι σύμπτωση, ἴσως ὅμως καὶ νὰ εἶναι ἀπόηχος τῆς ἀρχαιότερης μορφῆς τῆς ἔκφρασης. Ἀσφαλέστερο τεκμήριο ἔχουμε στὸ ἑπόμενο παράδειγμα:

Ἡ γνωστὴ παροιμία «Μπᾶτε σκύλοι ἀλέστε κι ἀλεστικὰ μὴ δῶστε» εἶναι σαφὴς στὴ σημασία της. Προβληματικὴ ὅμως εἶναι ἡ διαπίστωση τῆς προέλευσής της. Ὁ Ν.Πολίτης τὴν ἔχει περιλάβει στὸν 1ο τόμο τῆς συλλογῆς του (σ. 444) παρατηρώντας: «Οἱ σκύλοι εἶναι ἐπιζήμιοι στὸ μύλο γιατὶ τρῶνε τὸ ἀλεύρι. Ἐδῶ, ὄχι μόνο τους ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος, ἀλλὰ καὶ δωρεάν». Ὁ Πολίτης φανερὰ δὲν ἦταν ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν ἐξήγηση αὐτή, καὶ ἀργότερα, στὸν 3ο τόμο τῆς Λαογραφίας (σ. 696-7) μὲ ἀφορμὴ ἐπιστολὴ ἀναγνώστη, ὑποθέτει ὅτι ἀρχικὴ μορφὴ τῆς παροιμίας θὰ πρέπει νὰ ἦταν «Χίλιοι μύριοι ἀλέσετε κι ἀλεστικὰ μὴ δώσετε» καὶ ἐξηγεῖ μὲ ποιὸ τρόπο ἡ παροιμία ἐξελίχθηκε στὴ γνωστὴ μορφή. (Ἀνασκόπηση τῆς διαμάχης Πολίτη καὶ Χατζηδάκι σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴν παροιμία, μὲ παράθεση ὅλων τῶν ἀποθησαυρισμένων μορφῶν της, καὶ ἐμπεριστατωμένη ἀνερεύνηση τοῦ πιθανοῦ ἀρχικοῦ τύπου μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ ἄρθρο τοῦ Δ. Λουκάτου «Πιθανοὶ ἀρχικοὶ τύποι σὲ τρεῖς παροιμίες, Ἑλληνικά, Τόμ. 15, σ. 76 κ.ἑ. Ὁ Δ. Λουκάτος προτείνει ὡς ἀρχικὴ μορφὴ τὸ «Μπᾶτε φίλοι ἀλέστε...»). Πάντως, ἡ ὑπόθεση τοῦ Πολίτη ἐνισχύεται ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Πράγματι, στὴν «Ἀσπροφουστανοῦσα» (4.566.16) ὑπάρχει ὁ τύπος «Ἐμβᾶτε χίλιοι ἀλέσετε», ἐνῶ στὰ «Δυὸ τέρατα» (4.323.19) ὁ ἀφηγητής, ὁ ἴδιος ὁ Παπαδιαμάντης ἐν προκειμένῳ διότι τὸ διήγημα εἶναι σαφῶς βιωματικό, χρησιμοποιεῖ τὴ μορφὴ «Μπᾶτε χίλι᾿ ἀλέσετε...» Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις, δίνεται μόνο τὸ α´ σκέλος τῆς παροιμίας, φαινόμενο συχνότατο στὸν Παπαδιαμάντη ἄλλωστε. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ μόνον ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν πρόταση τοῦ Πολίτη καὶ νὰ καταρρίψει νεότερες ἀπίθανες ἐξηγήσεις ποὺ ἀνάγουν τὴ γέννηση τῆς παροιμίας (μὲ τὴ μορφὴ «μπᾶτε σκύλοι ἀλέστε») σὲ ἐπεισόδιο τῆς Φραγκοκρατίας!

Νὰ σημειώσουμε ἐν παρόδῳ ὅτι ὁ Ν. Πολίτης στὶς μὲν Παραδόσεις του ἀνατρέχει στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, ὄχι ὅμως καὶ στὶς Παροιμίες του, τουλάχιστο στὸ τμῆμα ποὺ ἔχει ἐκδοθεῖ -ἄλλωστε τὰ συγκεκριμένα διηγήματα γράφτηκαν ἀρκετὰ χρόνια μετὰ τὴν ἔκδοση τῶν Παροιμιῶν.

Ἕνα παρόμοιο παράδειγμα βρίσκουμε στὸ διήγημα «Ὁ πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον», ὅπου ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ μεθοκοποῦσε καὶ τὸ εἶχεν «ἀλαλὰξ τῷ Κυρίῳ» (2.239.17-18, τὰ εἰσαγωγικὰ τοῦ Παπαδιαμάντη). Στὸ Ἱστορικὸ Λεξικὸ τῆς Ἀκαδημίας, στὸν 1ο τόμο, λ. ἀλαλάζω, διαβάζουμε ὅτι ἡ φράση αὐτή, παρμένη ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ψαλμ. 99,1) λέγεται ἐπὶ μεγάλου θορύβου καὶ ταραχῆς, ἕνεκα χαρᾶς ἢ δυστυχήματος, π.χ. «γίν᾿κι τοῦ ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ». Μὲ μόνο ὁδηγό μου τὸ ἔνστικτο, εἰκάζω ἐδῶ ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης μᾶς διασώζει ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄλλο τύπο τῆς ἔκφρασης, ἀλλὰ ἴσως καὶ τὸν αὐθεντικό, τὸν γνήσιο λαϊκὸ τύπο της. Ἰσχυρίζομαι δηλαδὴ ὅτι ὁ λαὸς ἔλεγε συνήθως ἢ πάντοτε «ἀλαλὰξ τῷ Κυρίῳ» (ἡ παραφθορὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἐκφράσεων εἶναι κανόνας) καὶ ὅτι οἱ συλλογεῖς τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ, ἄνθρωποι κατὰ τεκμήριο ἐγγράμματοι, ἱερεῖς, δάσκαλοι ἢ σπουδαστές, ποὺ γνώριζαν καὶ τὸν «σωστό» τύπο, τὸ «ἀλαλάξατε», ἐνδέχεται νὰ ἔχουν ἐδῶ διορθώσει τὸν γνήσιο λαϊκὸ τύπο (τὸ «ἀλαλάξ»), ὁ ὁποῖος διασώζεται χάρη στὸν Παπαδιαμάντη.

(Ἡ κριτικὴ ἔκδοση διορθώνει τὸ χωρίο σὲ «ἀλαλάξ᾿ τῷ Κυρίῳ», δηλ. προσθέτει μία ἀπόστροφο. Δὲν εἶμαι βέβαιος ὅτι αὐτὸ ἀποδίδει τὴν πρόθεση τοῦ συγγραφέα).

Τέλος, τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι πηγὴ γιὰ τὴν ἀποθησαύριση παροιμιῶν καὶ ἐκφράσεων ποὺ δὲν ἀπαντοῦν στὶς ὑπάρχουσες συλλογὲς (Πολὺ συχνά, ὁ ἴδιος μᾶς δηλώνει ρητὰ στὴ ρύμη τῆς ἀφήγησής του ὅτι πρόκειται γιὰ παροιμία ἢ κλείνει τὴ φράση μέσα σὲ εἰσαγωγικά). Θὰ ἀναφέρω ὁρισμένα μόνον παραδείγματα, ἀλλὰ μὲ ἄκρα ἐπιφύλαξη, δεδομένου ὅτι δὲν ἔχω διεξέλθει ἐξαντλητικὰ τὴν παροιμιολογικὴ βιβλιογραφία: οἱ παροιμίες καὶ οἱ ἐκφράσεις αὐτὲς ἐνδέχεται νὰ ἀπαντοῦν σὲ συλλογὲς ποὺ δὲν ἔχω ἐρευνήσει.

- ὡς νὰ ἐπάτει «βαμβακάκια» (ἀλαφροπατώντας) [Πεντάρφανος, 4.62.4]

- κόρη «τοῦ μεντεριοῦ» (καλομαθημένη) [Θάνατος κόρης, 4.185.16]

- ἂς εἶναι μοναχή της! (ἀπευχὴ γιὰ ἀναξιοπαθοῦσα) [Σταχομαζώχτρα, 2.115.4]

- εἶναι καλὸ μυστρὶ (ξέρει νὰ τὰ μπαλώνει σὲ συζήτηση) [Μαῦρα κούτσουρα, 4.473.28]

- μὲ τὸ νάμι τους βγαλμένο [Μάννα καὶ κόρη, 4.512.15 καὶ ἀλλοῦ]

- ντέρτι δικό μου, κασαβέτι δικό σου [Πεντάρφανος, 4.59.17]

Πρόκειται γιὰ μικρὸ δεῖγμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ πρόχειρο κοίταγμα σὲ ἕνα μικρὸ κλάσμα τῶν ἀποδελτιωμένων λημμάτων. Ἀρκεῖ πιστεύω γιὰ νὰ καταδείξει τὴν ἀξία τοῦ ἔργου τοῦ Παπαδιαμάντη ὡς πρωτογενοῦς μαρτυρίας.

Κλείνοντας, σημειώνω ἐν παρόδῳ: τὴν τελευταία φράση, ἡ ὁποία δηλώνεται ρητὰ ὡς παροιμιακὴ ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη στὴ συνέχεια τοῦ διηγήματος, δὲν μπόρεσα νὰ τὴ βρῶ σὲ ἄλλη συλλογή. Στὸ γλωσσάρι τοῦ 4ου τόμου τῆς κριτικῆς ἔκδοσης ἐξηγοῦνται ἁπλῶς οἱ δυὸ λέξεις, ντέρτι καὶ κασαβέτι, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξηγεῖται ἡ ἔννοια τῆς παροιμίας. Ἀρωγὸς μᾶς ἔρχεται καὶ πάλι ἡ ἀποδελτίωση τῆς λογοτεχνίας, ὄχι τοῦ Παπαδιαμάντη ἐδῶ, ἀλλὰ τοῦ Λουντέμη! Στὸ «Ἕνα παιδὶ μετράει τ᾿ ἄστρα» (σ. 82) διαβάζουμε:

-- Κι ὕστερις; Τί σὲ βλάβει ἐσένα;... Δικό μου ντέρτι, δικό σου κασαβέτι; Μπάαα!

Τὸ ἐρωτηματικὸ στὸ τέλος τῆς φράσης πιστεύω πὼς κάνει περισσότερο διάφανο καὶ τὸ νόημα: Ἀφοῦ εἶναι δικός μου καημός, ἐσὺ τί νοιάζεσαι;

Ἄλλη μιὰ ἀπόδειξη τοῦ πόσο χρήσιμη μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν παροιμιολογικὴ ἔρευνα ἡ ἀποδελτίωση τῆς λογοτεχνίας!