Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος - Μὲ τὴ φλογέρα τοῦ Δροσίνη καὶ τὸ νάι τοῦ Παπαδιαμάντη

Τὶς προάλλες, ὅταν κάποιος φίλος (Ἄγγελος Μαντᾶς) μιλοῦσε γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη σὲ προάστιο τῆς Ἀθήνας, χρειάστηκε νὰ κάμω χρέη ἀναγνώστη καὶ νὰ διαβάσω τὸν «Ξεπεσμένο δερβίση». Φρόντισα νὰ ἀρθρώσω ὅσο καθαρότερα μποροῦσα ὅλο τὸ διήγημα, προπάντων ὅμως τὴν περίφημη ἐκείνη παράγραφο, ὅπου ὁ λόγος τοῦ ἀφηγητῆ καὶ ἡ μουσικὴ τοῦ ναγιοῦ γίνονται ἕν, ἀδιαίρετο καὶ σχεδὸν ὁμοούσιο:

«Κάτω εἰς τὸ βάθος, εἰς τὸν λάκκον, εἰς τὸ βάραθρον, ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ῥεῦμα, φωνὴ ἐκ βαθέων ἀναβαίνουσα, ὡς μύρον, ὡς ἄχνη, ὡς ἀτμός, θρῆνος, πάθος, μελωδία, ἀνερχομένη ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς, αἰρομένη μετάρσιος, πραεῖα, μειλιχία, ἄδολος, ψίθυρος, λιγεία, ἀναρριχωμένη εἰς τὰς ριπάς, χορδίζουσα τοὺς ἀέρας, χαιρετίζουσα τὸ ἀχανές, ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον, παιδική, ἄκακος, ἑλισσομένη, φωνὴ παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, λαχταροῦντος τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἔαρος».1

Kι ἐνῷ προσπαθοῦσα, ὄχι νὰ μὴν παραφωνήσω -φιλοδοξία ἀνέφικτη- ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ μὴν στραβώσω κάποια λέξη, ἔνιωθα νὰ μὲ ξαναπαίρνει τὸ θυμωμένο παράπονο γιὰ ἐκείνους πού, ἀπὸ γλωσσικὸ ζῆλο καὶ θεληματικὴ κουφαμάρα, ἀτίμασαν αὐτὴ τὴ φωνή, ἰσότιμη -τουλάχιστον- πρὸς τὴ σολωμικὴ

ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιγοθυμισμένος,

μὲ τὴ βρισιὰ «χαβιαροσαλάτικα». Συνάμα ἀνησυχοῦσα μήπως τὸ ἀνήκουστο στὶς μέρες μας νάι ἐνοχλήσει τοὺς ἀκροατές, τοὺς κάνει νευρικοὺς καὶ ἀνυπόμονους, τὸ μάτι μου ἦταν στὸ κείμενο καὶ τὸ αὐτί μου τεντωμένο ἀνίχνευε δύσηχους οἰωνούς, τρίξιμο καρέκλας, σύρσιμο ποδιοῦ, ψίθυρο βαργεστιμάρας.

Τίποτε δὲν ἀκούστηκε παρεκτὸς ἀπὸ τὴν μετάρσιον φωνὴν τοῦ ναγιοῦ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Καθὼς γυρίζαμε στὴ Χαλκίδα μὲ τὸν φίλο ὁμιλητή, μερακλωμένοι ἀκόμα -ἐκεῖνος εἶναι καὶ καλὸς ψάλτης- θυμήθηκα καὶ τὴ «Φλογέρα τοῦ Μήτρου» τοῦ Δροσίνη. Περιπαθὴς αὐλητὴς ὁ Μῆτρος κι ἔμοιαζε ὄχι μόνο στὸν ξεπεσμένο δερβίση ἀλλὰ καὶ στὸν βιολιτζῆ Φιλάρετο, τὸν «περιπαθῆ», ἐπίσης, κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη. Συμφωνήσαμε πὼς δὲν ἔπρεπε, ἀφοῦ μάλιστα πῆγε ἀδικοσκοτωμένος, νὰ μείνει ἐντελῶς ἀμνημόνευτος τώρα, στὰ πενῆντα χρόνια ἀπὸ τὸν θάνατο ἐκείνου ποὺ τὸν πρωτομνημόνεψε.

«Καὶ ὁ νυκτοκόραξ ἐξῆλθεν ἀπὸ τῆς ὀπῆς του καὶ ἡ νυκτερὶς ἀνεκίνησε τρέμουσα τὰ μεμβρανώδη πτερύγιά της καὶ ὁ γκιώνης ἔκραξε γοερῶς ἀπὸ τῆς λεύκης, καὶ τῶν ποιμνίων οἱ κωδωνίσκοι ἐκωδώνισαν ἀπὸ τῶν ἀγρῶν καί, ὡς ἂν ἡ τελευταία του ἡλίου πνοὴ ἐπεχύθη ὡς φύσημα ἀνέμου ἐπὶ τὴν γῆν, χλιαρόν τι ῥεῦμα ἀνεκίνησεν αἴφνης βράχους καὶ φύλλα. Ἐκείνη τοῦ ἀνέμου ἡ πνοὴ ἐφύσησε πρὸς ἡμᾶς ἦχον ὑψίστης μελωδίας. Οὐδὲ ἄσμα πτηνοῦ, οὐδὲ κελάρυσμα πηγῆς, οὐδὲ θρῆνος παρθένου, οὐδὲ βαυκάλημα μητρὸς ὁ ἦχος ἐκεῖνος οὐδὲν τούτων ἦτο, καὶ ταῦτα πάντα περιεῖχεν ἐν ἐαυτῷ.

»Ἠρχιζεν ἀπὸ βαθέος ὑποτρέμοντος, κρυφοῦ τινὸς παραπόνου, ὡς πρώτου δειλοῦ αἰσθήματος ἀγάπης. Βαθμηδὸν ἐνετείνετο, ἀνυψοῦτο καὶ ἐξεδηλοῦτο ἐν ποικιλωδίᾳ λεπτοτάτων φθόγγων. Ἐπηκολούθει τραχεία τὶς φράσις ὀργῆς, παρατεταμένος γογγυσμός, ἀληθὴς ὀλολυγμὸς πόνου, καὶ ἔπειτα στροφαὶ θρηνώδους ἐλεγείου μονότονοι, ἀλλ᾿ ἐν τῇ μονοτονίᾳ των ἔτι μᾶλλον περιπαθεῖς. Κατ᾿ ἐπανάληψιν ἐλέγετο τὸ αὐτὸ καὶ πάντοτε τὸ αὐτό, ὅπως ὑπὸ τῶν ἐχόντων σταθερὰν τινὰ αἰτίαν λύπης. Ποτὲ Ἥλιος θνήσκων δὲν ἐθρηνήθη ὑπὸ θλιβεροτάτου ἐλεγείου, ποτὲ Νὺξ προβάλλουσα δὲν ὑμνήθη ὑπὸ περιπαθεστέρας ὠδῆς!

»-Εἶνε ἡ φλογέρα τοῦ Μήτρου, εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης».2

Ὅταν πρωτοδιάβασα τὸ ἀφήγημα τοῦ Δροσίνη ξεγελάστηκα. Πάει νὰ μιμηθεῖ τὸν ἀμίμητο, σκέφτηκα. Ἀλλά, ὅπως ἀστόχησα μὲ τὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» ἀπ᾿ ὅπου κάποτε νόμιζα ὅτι εἶχαν γεννηθεῖ οἱ τελευταῖοι στίχοι τοῦ «Πυροφανιοῦ» τοῦ Δροσίνη.

στοὺς βράχους ἀκονίζοντας τὰ νύχια
μιὰ φώκια ἀπαρηγόρητη θρηνεῖ,

ἔτσι καὶ τώρα τὰ βιβλιογραφικὰ στοιχεῖα μοῦ ἔδειξαν πὼς «Ἡ φλογέρα τοῦ Μήτρου» λάλησε δέκα χρόνια νωρίτερα.3 Ὁ μείζων, λοιπὸν ψωμίστηκε ἀπὸ τὸν ἐλάσσονα; Μπορεῖ ναὶ - «ἄσμα πτηνοῦ», «κελάρυσμα πηγῆς», «θρῆνος παρθένου» γράφει ὁ Δροσίνης καὶ τὰ ξαναβρίσκεις στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο) μπορεῖ ὄχι. Καθόλου σπάνιες δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς συμπτώσεις. Ὡστόσο, κι ἂν ἀκόμη ἀποδειχτεῖ πῶς ὁ Παπαδιαμάντης δὲν δίστασε ν᾿ ἁπλώσει τὸ χέρι του στὸ ξένο μεταλλεῖο, δὲς τί μάλαμα ἔκανε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ σιδερένια φλογέρα τοῦ Μήτρου.

Δὲν ξέρω ἂν ἔχει νόημα μία συστηματικὴ σύγκριση τῶν δυὸ ἀποσπασμάτων - ἡ παρευδοκίμηση τῆς παπαδιαμαντικῆς μουσικῆς εἶναι αὐταπόδεικτη. Ἁπλῶς παρατηρῶ πὼς στὴν περικοπὴ τοῦ «ξεπεσμένου δερβίση» ἔχει ὁλοσχερῶς ἐκλείψει τὸ λογικὸ στοιχεῖο τῆς γλώσσας, τὸ ῥῆμα, αὐτὸ ἀκριβῶς ὅπου σκαλώνει ὁ ἦχος τοῦ Δροσίνη. Στὸν Παπαδιαμάντη οἱ μετοχὲς κρατοῦν ἀπὸ τὸ ρῆμα μόνο τὴν κίνησή του: ἀναβαίνουσα, ἀνερχομένη, αἰρομένη, ἀναρριχωμένη, χορδίζουσα, χορεύουσα, ἱκετεύουσα, ἑλισσομένη. Στὸν Δροσίνη: ἐνετείνετο, ἀνυψοῦτο, ἐξεδηλοῦτο, ἐπηκολούθει, ἐλέγετο - δὲν εἶναι κακὸς ἦχος, ὅμως τοῦ λείπει τὸ λανάρισμα. Ἦχος ᾠδείου, ἐνῶ τοῦ ἄλλου ἔχει γίνει μινύρισμα πτηνοῦ χειμαζομένου, ἄκρον ἄωτον.

Ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος γράφει τὸν Μάιο τοῦ 1901 στὰ Παναθήναια μιὰ κριτικὴ γιὰ τὸ ἐκτενὲς πεζό του Δροσίνη «Τὸ βοτάνι τῆς Ἀγάπης», ὅπου λέγονται καὶ αὐτά: «Ἐν πρώτοις δὲν θὰ ἦτο γραμμένον εἰς τὴν σχολαστικήν, τὴν ἄκαμπτον καὶ ξηρὰν ταύτην καθαρεύουσαν, τὴν ψυχρᾶν πλάκα τοῦ ὕφους καὶ τῆς ἐνεργείας (...)».4

Ἡ καθαρεύουσα τοῦ Δροσίνη δὲν εἶναι παπαδιαμαντική, κι αὐτὸ σημαίνει, θαρρῶ, πῶς «Τὸ βοτάνι τῆς Ἀγάπης» θὰ ἔβγαινε κερδισμένο ἂν εἶχε γραφτεῖ στὴ δημοτική της «Ἔρσης». Ὡστόσο, μὲ ὁποιαδήποτε δημοτικὴ ἡ μουσικὴ τῶν δυὸ παραγράφων τῆς φλογέρας θὰ ἦταν τραύλισμα. Ὅσο γιὰ ἐκείνη τοῦ «Ξεπεσμένου δερβίση» - καλύτερα νὰ μὴν τὸ σκεφτόμαστε.

Ἂς μὴν παραλείψει τὸ προσωπικὸ κάποιου νησιωτικοῦ νοσοκομείου μας νὰ περιλάβει στὶς ἀναγνώσεις του τὶς ἰαματικὲς παραγράφους τῆς «Φλογέρας τοῦ Μήτρου» καὶ τοῦ «Ξεπεσμένου δερβίση».

Ἦταν Ὀκτώβριος 1943, ἐποχὴ Κατοχῆς ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ βαριᾶς τρομοκρατίας. Ὁ Σικελιανὸς ὅμως ὁμίλησε, Λευκαδίτης ποιητὴς ὁ ἴδιος γιὰ τὸν Λευκαδίτη ποιητὴ Βαλαωρίτη, φίλο της οἰκογενείας του, καὶ μὲ τὸ φιλολογικὸ αὐτὸ πρόσχημα βροντοφώνησε μηνύματα πατριωτικά, μὲ ἀλλοτινὴ μορφὴ καὶ μὲ πολὺ ἐπίκαιρη οὐσία. Συρρεύσαμε, Ἀθηναῖοι καὶ Πειραιῶτες, νέοι καὶ μὴ νέοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, στὸν χῶρο τοῦ Ὠδείου τοῦ Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ, ὄχι δίχως ἐπίγνωση τοῦ κινδύνου. Καὶ ἡ φωνὴ τοῦ ὁμιλητῆ, δίχως μικρόφωνο, στεντόρεια καὶ ἱερατική, δονοῦσε τὴν ἀτμόσφαιρα ἕως τὴ ζωοφόρο τοῦ Παρθενῶνος. Οἱ στίχοι τοῦ Βαλαωρίτη, ἐπιλεγμένοι εὔστοχα, καὶ ἀπαγγελμένοι ἀπὸ τὸν Σικελιανὸ διάτορα, ἦταν σαλπίσματα ἐλευθερίας, συνθήματα πρὸς ἐξέγερση. Καὶ τὸ ἀκροατήριο συμμετεῖχε ὁλόψυχα, μὲ κατάνυξη καὶ μὲ ἀγαλλίαση. Ἦταν κάτι μικτό: πνευματικὴ μυσταγωγία καὶ ἀντιστασιακὸ προσκλητήριο.