Τροπὲς τοῦ γένους τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς στὸν Παπαδιαμάντη

Ἀπὸ τὴ Μετανάστιδα στὴ Φόνισσα, καὶ ἀπὸ τὴ Φόνισσα στὴ Γυναῖκα πλέουσα

Ἄρθρο τοῦ Βαγγέλη Ἀθανασόπουλου,
Ἐλευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 28-12-2001

Στοὺς μεγάλους ἢ στοὺς ἀγαπημένους συγγραφεῖς, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπόλαυση κάθε ἔργου τους, πάντα νιώθουμε τὴν ἀνάγκη νὰ κοιτάξουμε καὶ τὴ συνολικὴ τροχιά τους. Μιὰ τέτοια παρατήρηση δὲν ἔχει μόνο ἐρευνητικὰ κίνητρα, ἀλλὰ καὶ διάθεση αἰσθητικῆς περιέργειας, ἀνάλογη μὲ ἐκείνη ποὺ προκαλεῖ ἡ κίνηση ἑνὸς οὐράνιου σώματος, ποὺ ἐμφανίζεται ἀπροσδόκητα στὸ στερέωμα, μαγνητίζοντας τὴ ματιά μας. Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὴν πορεία ἑνὸς συγγραφέα, ἐντοπίζοντας τὰ σημάδια ἐκεῖνα ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς τροπὲς τῆς πορείας του. Αὐτοὶ οἱ πολλοὶ τρόποι γίνονται περισσότεροι ὅσο σημαντικότερος εἶναι ὁ συγγραφέας ποὺ ἔχει προκαλέσει τὸ σχετικὸ ἐνδιαφέρον. Μιὰ τέτοια προσπάθεια ἔχει μεγαλύτερο ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία ἡ συγκεκριμένη συγγραφικὴ πορεία δὲν εἶναι εὐθύγραμμη: οἱ καμπὲς κυρίως εἶναι ἐκεῖνες ποὺ διαμορφώνουν μία συγγραφικὴ πορεία, δηλαδὴ ἐκεῖνες ποὺ τῆς δίνουν τὴν ἰδιαίτερη μορφὴ καί, μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν ξεχωριστὴ σημασία της.

Ἡ πορεία, ἐπίσης, ἑνὸς συγγραφέα ἔχει μία διπλὴ σημασία: πρῶτα προσωπικὴ (ὡς πρὸς τὴν ἰδιαίτερη ποιητική του) καὶ μετὰ ἱστορική (ὡς πρὸς τὴ γραμματολογικὴ θέση του). Ἔχει, δηλαδή, σημασία κατ᾿ ἀρχὴν σὲ ἕνα στενότερο προσωπικὸ ἐπίπεδο, ὅπου ἡ πορεία ἀντιστοιχεῖ στὴ διαδικασία διαμόρφωσης τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς του, ἀλλὰ καὶ σὲ ἕνα εὐρύτερο, ἱστορικὸ - λογοτεχνικὸ ἐπίπεδο, ὅπου ἡ πορεία του ἀντιστοιχεῖ σὲ μία δύναμη ποὺ λιγότερο ἢ περισσότερο λειτούργησε στὸ πλαίσιο τῆς διαμόρφωσης τῆς ποιητικῆς μιᾶς λογοτεχνικῆς σχολῆς ἢ ρεύματος, τὸ ὁποῖο φυσικὰ πάντα ὑπῆρξε ἐπειδὴ καὶ ἐφόσον ὑπηρετοῦσε κοινωνικὲς ἀνάγκες τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖες ποτὲ δὲν ἦταν ἁπλῶς αἰσθητικὲς -ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση κατὰ τὴν ὁποία, ἐξαιτίας τοῦ προγράμματος ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ρεύματος, οἱ ἀνάγκες αὐτὲς παρουσιάζονταν ἢ ἐκδηλώνονταν ὡς αἰσθητικές.

Ἕνα κριτήριο γιὰ τὴν ἐξέλιξη μιᾶς ποιητικῆς

Στὴν περίπτωση, ἑπομένως, καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη ἡ ἰχνηλάτηση τῆς συγγραφικῆς πορείας ἀντιστοιχεῖ πρῶτα στὴν ἐξιχνίαση τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς του καὶ μετὰ στὴν ἐξακρίβωση τῆς θέσης του μέσα στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τῆς ποιητικῆς τοῦ ρεαλισμοῦ -μιὰ θέση, βεβαίως, ποὺ εἶναι συνέπεια τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς του. Στὴ λογικὴ μιᾶς τέτοιας προσπάθειας ἔχει περιγραφεῖ μία πορεία ποὺ ξεκινᾷ μὲ τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τοῦ μυθιστορήματος, ὅπου ὑπάρχουν ρομαντικὰ στοιχεῖα, γιὰ νὰ περάσει στὸ λογοτεχνικὸ εἶδος τοῦ διηγήματος, ὅπου παρουσιάζεται μία ἐξέλιξη ἀπὸ τὸ νατουραλισμὸ καὶ τὴν ἠθογραφία πρὸς τὸ ρεαλισμὸ (κοινωνικό, ψυχολογικό, ποιητικό). Παράλληλα, ὡστόσο, μὲ τοὺς τρόπους παρακολούθησης τῆς πορείας τοῦ Παπαδιαμάντη, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐφαρμοστεῖ ἕως αὐτὴ τὴ στιγμὴ καὶ κινοῦνται μέσα στὸ παραπάνω πλαίσιο, εἶναι χρήσιμο νὰ καταφύγουμε καὶ σὲ τρόπους ποὺ συνεπάγονται μορφὲς κριτικῆς, οἱ ὁποῖες ἔχουν προκύψει ἀπὸ πιὸ σύγχρονες θεωρητικὲς τάσεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς τάσεις πιστεύω πῶς προσφέρεται γιὰ τὴν ἐξέταση τῆς ἀφηγηματικῆς ἐξέλιξης τοῦ Παπαδιαμάντη: πρόκειται γιὰ τὶς Σπουδὲς τοῦ Γένους ἢ τοῦ Πολιτισμικοῦ Φύλου, μέσα στὸ πλαίσιο τῶν ὁποίων ἔχει ἀναπτυχθεῖ καὶ ἡ ἔρευνα τοῦ γένους τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς.

Ὅταν ἀναφέρομαι στὴν ἀφηγηματικὴ ἐξέλιξη δὲν περιορίζω τὴν ἔννοια στὸ μορφολογικὸ μέρος τῆς ἀντίστοιχης ἐξέτασής της (τὸ ὁποῖο προκαλεῖ προσεγγίσεις ποὺ λίγο ὡς πολὺ εἶναι φορμαλιστικές), ἀλλὰ προσπαθῶ νὰ διακρίνω τὸν ἄξονα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς σκέψης, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὴν ἀφήγηση καὶ τὴν κινητοποιεῖ. Μιὰ τέτοια ἀντίληψη προϋποθέτει τὴν πεποίθηση πὼς ἡ ἀφήγηση ἀποτελεῖ τρόπο σκέψης καὶ ὄχι μόνον ἕναν τρόπο ἔκφρασης αὐτῆς τῆς σκέψης. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ ἐξακρίβωση τῆς συγγραφικῆς πορείας τοῦ Παπαδιαμάντη, στὴ βάση τοῦ ἐντοπισμοῦ τῶν τροπῶν ποὺ πῆρε μέσα στὸ ἔργο του ἡ ἀφηγηματικὴ φωνή, ἀποκαλύπτει ἐκ παραλλήλου τὴ διαδικασία ὡρίμανσης τῆς καλλιτεχνικῆς, τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς του συνείδησης. Αὐτὸ γίνεται δυνατὸ ἐπειδὴ μέσα ἀπὸ τὴ σταδιακὴ διαφοροποίηση τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς φανερώνονται οἱ διαφορετικὲς ἐπιλογὲς τοῦ συγγραφέα ἀπέναντι στὸ προβλήματα τῆς τέχνης του, ἐνῷ παράλληλα εἶναι αὐτονόητο πῶς αὐτὲς οἱ ἐπιλογὲς δὲν καθορίζονται μόνο ἀπὸ τὸ βαθμὸ ὡρίμανσης τῆς καλλιτεχνικῆς του συνείδησης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ κοινωνικῆς.

Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ πορεία τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ἀντιστοιχεῖ στὸ πέρασμα ἀπὸ μία ἀνδρικὴ ἀφηγηματικὴ φωνὴ πρὸς μία ἀνδρικὴ φωνὴ ποὺ σὲ μιὰ πρώτη φάση ἁπλῶς δεξιώνεται ἢ καὶ ἐνσωματώνει τὴ γυναικεία φωνή, γιὰ νὰ κλιμακωθεῖ σὲ μία ἀνδρικὴ φωνὴ ποὺ ἀναδεικνύει τὶς ἱκανότητές της, ὅταν κάθε τόσο κατορθώνει ὄχι νὰ ὑποδυθεῖ, ἀλλὰ νὰ ταυτιστεῖ μὲ τὴ γυναικεία φωνή.

Ἡ ροπὴ τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς τοῦ Παπαδιαμάντη πρὸς τὸ γυναικεῖο γένος ἀποτελεῖ τὸ βασικότερο ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐπιτρέπουν νὰ τὸν ἐντάξουμε ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες ἄνδρες συγγραφεῖς ποὺ υἱοθετοῦν ἢ ἐνσωματώνουν τὴ γυναικεία γραφή. Μὲ τὸν ὄρο γυναικεία γραφὴ δὲν ἀναφέρομαι σὲ ἐκτιμήσεις τῆς ἀφηγηματικῆς τέχνης τοῦ Παπαδιαμάντη, οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπὸ μία ψυχαναλυτικὴ κριτική: ἡ γυναικεία γραφὴ δὲν ἀποτελεῖ ἀναγκαστικὰ τὸ ὑφολογικὸ ἢ ἀφηγηματολογικὸ ἀνάλογο τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Εἶναι, μάλιστα, δυνατὸ νὰ συμβαίνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο: ἕνας ἄνδρας συγγραφέας νὰ υἱοθετεῖ τὴ γυναικεία γραφὴ ὠθούμενος ἀπὸ μία ἰσχυρὴ ἐπιθυμία γιὰ τὴ γυναῖκα, μιὰ ἐπιθυμία ποὺ τὸν κάνει νὰ θέλει νὰ γνωρίσει βαθύτερα τὰ συναισθήματα, τὴ σκέψη, τὶς ἐπιθυμίες της. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ γυναικεία γραφὴ ἑνὸς ἄνδρα συγγραφέα ἀποτελεῖ μία ἐκ τῶν ἔσω πειραματικὴ ἀναπαράσταση τῆς γυναίκας, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξωτερικῆς παρατήρησης, ἀλλὰ ἐνσυναίσθησης.

Σὲ τί, ὅμως, συνίσταται αὐτὸ ποῦ ὀνομάζουμε γυναικεία γραφή; Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ περιγράψουμε στὴ βάση τῶν διαφορῶν της ἀπὸ τὴν «ἀνδρικὴ γραφή», ποὺ σὰν ὄρος δὲν ὑπάρχει -ἴσως ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τὸ μέχρι πρότινος αὐτονόητο χαρακτῆρα τῆς γραφῆς γενικῶς. Ἡ ἀνδρική, λοιπόν, ρητορικὴ εἶναι γραμμικὴ καὶ στὴν προσπάθεια τῆς ἀπόδειξης μιᾶς ὁρισμένης θέσης μέσα σὲ ἕνα πλαίσιο ἱεραρχικῆς ὀργάνωσης τῶν ἐμπειριῶν, τῶν καταστάσεων καὶ τῶν πραγμάτων, συνεπάγεται τὴ χρήση τῆς ἐπαγωγικῆς συλλογιστικῆς. Ἐπιδιώκοντας τὴν ἐντύπωση τῆς αὐθεντίας, τονίζει τὴ σημασία μιᾶς ἀντικειμενικῆς ἀπόστασης ἀπὸ τὰ πράγματα. Θέλοντας ὁπωσδήποτε νὰ καταλήξει στὴ μία σωστὴ ἀπάντηση, χρησιμοποιεῖ τὴ λογικὴ καὶ δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ ἀμφισβήτηση.

Ἡ γυναικεία ρητορικὴ διερευνᾷ τὴν πολλαπλότητα, τοὺς ποικίλους ἐναλλακτικοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ φτάσουμε σὲ ἕνα τέλος. Παράλληλα, ὅμως, δὲν θεωρεῖται ἀπαραίτητο νὰ καταλήξει κάποιος κάπου, ἐπειδὴ ἡ γυναικεία ρητορικὴ ἐνθαρρύνει τὴ διερεύνηση τῶν δυνατοτήτων, ἀλλὰ χωρὶς τὴν ὑποχρέωση τῆς μίας σωστῆς λύσης. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν προσφέρεται ἕνα μεγάλο περιθώριο γιὰ ἰσχυροποίηση τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας, ἡ ὁποία ἀποστρέφεται τὴ γενίκευση, γιὰ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ συγκεκριμένο χαρακτῆρα τῆς προσωπικῆς συγκίνησης.

Αὐτὲς οἱ ἰδιαιτερότητες τῆς γυναικείας γραφῆς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀναδειχθοῦν καθαρότερα, ὅταν ἐντοπίζονται σὲ κείμενα ἀνδρῶν συγγραφέων, ἐπειδὴ σὲ αὐτοὺς ἡ σχετικὴ ἐπιλογὴ παίρνει ξεχωριστὴ σημασία ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν καθορίζεται ἀπὸ τὸ φῦλο. Ἡ ἀναζήτηση τῆς γυναικείας γραφῆς σὲ κείμενα ἀνδρῶν συγγραφέων ἔχει ἐπιχειρηθεῖ ἀπὸ τὶς θεωρητικούς της γυναικείας γραφῆς. Ἡ Cixous ὑποστηρίζει πῶς ἡ ecriture feminine δὲν ἀποτελεῖ ἕναν τρόπο γραφῆς τῶν γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνδρῶν συγγραφέων, ὅπως εἶναι ὁ Jean Genet καὶ ὁ James Joyce. Τὸν πρῶτο μάλιστα, μὲ τὸ ἔργο τοῦ Pompes Funebres, συγκαταλέγει ἀνάμεσα στοὺς συνολικὰ τρεῖς, ἀσχέτως φύλου, Γάλλους συγγραφεῖς στὸν ὁποίων τὸ ἔργο ἐγγράφεται τὸ γυναικεῖο (οἱ ἄλλοι δυὸ εἶναι ἡ Marguerite Duras καὶ ἡ Colette). Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Jean Genet θὰ κάνει κάποιους νὰ ὑποψιαστοῦν τὸ συσχετισμὸ γυναικείας γραφῆς καὶ ὁμοφυλοφιλίας, ἀναγνωρίζοντας ἀρκετὲς ἀναλογίες ἀνάμεσα στὸ Γάλλο καὶ στὸν Ἕλληνα Κώστα Ταχτσῆ, ἀλλὰ ἡ παράλληλη παρουσία τοῦ James Joyce ἐλπίζω ὅτι βοηθᾷ νὰ ἀποφύγουμε τὴν πλάνη αὐτοῦ τοῦ συσχετισμοῦ.

Ἀνάλογη ἀναζήτηση ἔχει κάνει καὶ ἡ Kristeva, χρησιμοποιώντας ὡς σχετικὸ κριτήριο τὴν ἔννοια τοῦ abject, ποὺ μποροῦμε νὰ ἀποδώσουμε ὡς ἀκείμενο ἢ ἀποκείμενο. Τὸ ἀκείμενο εἶναι τὸ διφορούμενο, τὸ ἀσαφές, αὐτὸ ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὰ διαχωριστικὰ ὅρια, εἶναι μιὰ σύνθετη ἀντίσταση στὴν ἑνότητα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτόν, ἐὰν ἡ ταυτότητα τοῦ ὑποκειμένου ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἑνότητα τῶν ἀντικειμένων του, τὸ ἀκείμενο ἀποτελεῖ τὴν ἀπειλὴ τῆς μὴ-ἑνότητας, ποὺ ἀντιστέκεται στὴν ἐνσωμάτωση καὶ ἀφομοίωση. Σὲ τελευταία ἀνάλυση, τὸ ἀκείμενο οὐσιαστικὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαταράσσει τὴν ταυτότητα, τὸ σύστημα, τὴν τάξη.

Τὸ ἀκείμενο, στὸ σεξουαλικό, τὸ ἠθικὸ καὶ τὸ θρησκευτικὸ ἐπίπεδο, ἡ Kristeva ἐντοπίζει στὸν Ντοστογιέφσκι καὶ ἰδιαίτερα στοὺς Δαιμονισμένους, καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε τὴν ἐπίδραση ποὺ ἄσκησε ὁ Ρῶσος συγγραφέας στὸν Παπαδιαμάντη. Τὴν πιὸ ἄμεση, ὅμως, ἐκδήλωση τοῦ ἀκειμένου στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἔρωτα, τοῦ σὲξ καὶ τῆς ἐπιθυμίας βρίσκει στὸν Προύστ, ἐνῷ στὸν Τζόις ἀναγνωρίζει τὴν ἀνακάλυψη τοῦ γυναικείου σώματος, τοῦ μητρικοῦ σώματος, στὴ λιγότερο συμβολοποιημένη ἄποψή του.

Τὰ ἀρνητικὰ προτερήματα

Ἂν ἐξετάσουμε τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη σύμφωνα μὲ τὴν τυπολογία καὶ τὰ κριτήρια ποὺ ἀναφέρθηκαν προηγουμένως, τότε θὰ ἀνακαλύψουμε πολλὰ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ συνιστοῦν μία γυναικεία γραφή. Εἶναι, μάλιστα, ἐξαιρετικὰ χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς πὼς τὰ σχετικὰ γνωρίσματα ἐπισημάνθηκαν καθαρότερα ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς τοῦ Παπαδιαμάντη. Λέγοντας «ἐπικριτές», νομίζω πὼς στὴν περίπτωση τοῦ Σκιαθίτη πρέπει νὰ δώσουμε μία συγκεκριμένη σημασία στὴ λέξη καὶ νὰ ἐννοήσουμε ἐκείνους πού, διαφωνώντας αἰσθητικὰ ἢ ἰδεολογικὰ μὲ αὐτόν, προσπάθησαν νὰ δείξουν τὴ διαφωνία τους μὲ μιὰ ἀνάλογα ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ ἔργου του. Μὲ αὐτὸ θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν ὑποψία πὼς οἱ περισσότερες ἀπὸ τὶς ἀρνητικὲς ἀποτιμήσεις τοῦ ἔργου δὲν ἦταν ἀποτέλεσμα ἀντικειμενικῆς κριτικῆς, ἀλλὰ ἰδεολογικῆς ἢ αἰσθητικῆς διαφωνίας.

Στὸν κατάλογο, λοιπόν, τῶν ἀρνητικῶν γνωρισμάτων ποὺ ἐπισημαίνονται ἀπὸ τοὺς ἐπικριτές, ξεχωρίζουν: (1) ἡ ἀπουσία σύνθεσης, ποὺ θεωρεῖται συνέπεια τῆς νοσταλγίας καὶ τοῦ ρεμβασμοῦ, ποὺ ὑπονομεύουν τὴν αὐστηρὴ δομὴ κάθε ἔργου καὶ (2) ἡ συμπαθητικὴ φαντασία, δηλαδὴ ἡ φαντασία ποὺ δὲν εἶναι καθαρὰ δημιουργική, ποὺ δὲν πλάθει πρόσωπα καὶ καταστάσεις, ἀλλὰ ἁπλῶς κατορθώνει νὰ συμπάσχει μὲ αὐτά. Στὰ παραπάνω γνωρίσματα πρέπει νὰ προσθέσουμε κι ἐκεῖνα ποὺ ἀποτέλεσαν γιὰ τὴν κριτικὴ αἰτίες ὄχι μόνο ἀρνητικῆς, ἀλλὰ καὶ θετικῆς ἀποτίμησης τοῦ ἔργου του, ὅπως ἡ ποιητικότητα, ἡ ροπὴ πρὸς μία ἀφομοίωση τοῦ ὑποκειμένου ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἡ σημασία τῶν προσωπικῶν ἐμπειριῶν στὴ μυθοπλασία.

Ἡ ποιητικότητα τῆς πεζογραφίας ἀποτελεῖ γενικῶς μιὰ εὐνοϊκὴ συνθήκη γιὰ τὴν υἱοθέτηση τῆς γυναικείας γραφῆς, ἐπειδὴ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ρομαντισμοῦ μὲ τὴν ποίηση ἐκδηλώθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἡ ἐπικράτηση τοῦ συναισθήματος σὲ βάρος τῆς γνώσης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντίστοιχη συνειδητοποίηση μιᾶς ἀνάγκης ἐγκατάλειψης καὶ ἀφομοίωσης ἀπὸ τὴ φύση, καὶ ὄχι κυριάρχησης πάνω σὲ αὐτὴν μέσῳ τῆς ἐξήγησης. Στὴν πεζογραφία ἡ υἱοθέτηση τοῦ γυναικείου λόγου ἐκδηλώνεται μὲ τὴ στροφὴ πρὸς τὴν αὐτοβιογραφία, ποὺ ἀποτελεῖ μία καινοτομία τοῦ ρομαντισμοῦ. Ἡ ἰδέα νὰ γράψει κάποιος τὴ ζωή του περιστέλλοντας τὴν ἀξία τοῦ ὀρθολογικοῦ ἰδανικοῦ τῆς ἀντικειμενικῆς ἀπόστασης, νὰ ἀφηγηθεῖ τὶς προσωπικὲς ἐμπειρίες του καὶ νὰ διερευνήσει τὰ συναισθήματα ποὺ ἐμπλέκονται σὲ αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες, ἀποτελεῖ μία τάση ποὺ χαρακτηρίζει ἀπὸ κοινοῦ τὸ ρομαντισμὸ ἀλλὰ καὶ τὴ γυναικεία γραφή. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς σημασίας τῶν προσωπικῶν ἐμπειριῶν εἶναι φανερὴ στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, δίνοντας μάλιστα τὴ δυνατότητα στοὺς μελετητὲς τοῦ ἔργου του νὰ ταυτίζουν μὲ ἀκρίβεια τοὺς μυθιστορηματικοὺς χαρακτῆρες τῶν διηγημάτων του μὲ ὑπαρκτὰ πρόσωπα ἀπὸ τὸ στενὸ οἰκογενειακὸ ἢ τὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ περιβάλλον του.

Εἶναι, ὡστόσο, ἄξιο παρατήρησης τὸ γεγονὸς πῶς ἡ υἱοθέτηση τοῦ γυναικείου γένους ἀπὸ τὴν ἀφηγηματικὴ φωνὴ στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη ἀκολουθεῖ μία πορεία ἀντίστροφη ἀπὸ ἐκείνη τῆς ἱστορικῆς διαδοχῆς τῶν λογοτεχνικῶν ρευμάτων. Ἐνῷ, λοιπόν, στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ ρομαντισμὸς (ποὺ εὐνόησε τὴν υἱοθέτηση τῆς γυναικείας γραφῆς) ἀκολουθήθηκε ἀπὸ τὸ ρεαλισμὸ (ποὺ μὲ τὴν ὑποτιθέμενη ἀντικειμενικότητά του ἀποτελεῖ μία νέα ὑποχώρηση πρὸς τὸν ἀνδρικὸ λόγο), στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη ἔχουμε μία ἀντίστροφη πορεία: στὸ πρῶτο του μυθιστόρημα «Ἡ Μετανάστις», ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1879-1880 καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν παρουσία ρομαντικῶν στοιχείων, τὸ γένος τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς εἶναι καθαρὰ ἀνδρικό, ἐνῷ στὰ διηγήματα ποὺ συγκροτοῦν τὴν ἠθογραφικὴ καὶ ρεαλιστικὴ συγγραφικὴ περίοδό του, παρατηρεῖται ἕνας σταδιακὸς ἔλεγχος καὶ μία περιστολὴ τῆς ἀνδρικῆς φωνῆς. Αὐτὴ ἡ παρατήρηση εἶναι σημαντική, ἐπειδὴ ἀποδεικνύει πὼς ἡ υἱοθέτηση τοῦ γυναικείου γένους τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς δὲν ὑπῆρξε γιὰ τὸν Σκιαθίτη ἀποτέλεσμα εὐρωπαϊκῆς ἐπίδρασης, ἀλλὰ φυσικὴ συνέπεια τῆς προοδευτικῆς ὡρίμανσης τῆς ἰδεολογικῆς, ἠθικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς του συνείδησης.

Ἀπὸ τὸ ρομαντισμὸ στὴν ἠθογραφία καὶ ἀπὸ τὴν ἠθογραφία στὸ ρεαλισμό

Αὐτή, λοιπόν, ἡ διαδικασία ὡρίμανσης τῆς συνείδησης τοῦ Παπαδιαμάντη ἤ, ἀλλιῶς, αὐτὴ ἡ σταδιακὴ διαφοροποίηση τοῦ γένους τῆς ἀφηγηματικῆς φωνῆς του, ἀντανακλᾶται σὲ τρία ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν χαρακτηριστικὲς φάσεις αὐτῆς τῆς σύνθετης πορείας. Πρόκειται γιὰ τὸ πρῶτο του μυθιστόρημα «Ἡ μετανάστις» (1879-1880), καὶ γιὰ τὰ διηγήματα «Ἡ φόνισσα» (1903) καὶ «Γυνὴ πλέουσα» (1905). Σὲ αὐτὰ πρωταγωνιστοῦν τρεῖς τύποι γυναικῶν ποὺ ἐνῷ σὲ μία πρώτη ἐκτίμηση φαίνονται σὰν ἐντελῶς διαφορετικές, μὲ μιὰ προσεκτικότερη ἐξέταση ἀποδεικνύεται πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀποτελοῦν ἕνα καὶ μόνο γυναικεῖο πρόσωπο, τὸ ὁποῖο ἀλλάζει ὄχι ὡς πρὸς τὴ γυναικεία φύση του, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴ στάση τοῦ ἀπέναντι στὸ κοινωνικό, δηλαδὴ τὸ ἀνδρικό, περιβάλλον. Στὸ πρῶτο ἔργο παρουσιάζεται μία ξεκάθαρη εἰκόνα τῆς γυναίκας-θύματος, δηλαδὴ τῆς τυπικῆς εἰκόνας τῆς ἰδανικῆς γυναίκας, ἡ ὁποία κυριαρχοῦσε στὰ μέσα του 19ου αἰῶνα στὴν εὐρωπαϊκὴ λογοτεχνία. Πρόκειται γιὰ τὴ γυναῖκα ποὺ ζεῖ σὰν μία οἰκιακὴ μοναχή, μὲ σκοπὸ τῆς ζωῆς της νὰ ὑπηρετεῖ ἕναν ἄνδρα -συνήθως πατέρα ἢ σύζυγο-, μὲ μοναδικὴ μοῖρα της τὸ γάμο ἢ τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ μοῖρα τῆς πρωταγωνίστριας τοῦ μυθιστορήματος, ἡ ὁποία πεθαίνει ἀπὸ μαρασμό, ὅταν τὴν ἐγκαταλείπει ὁ ἀρραβωνιαστικός της, ποὺ πίστεψε στὴ συκοφαντία πῶς ἡ Μαρίνα πρὶν ἀπὸ αὐτὸν εἶχε ἀγαπήσει κάποιον ἄλλον.

Ἡ Φραγκογιαννοῦ στὴ Φόνισσα ἀνατρέπει δυναμικὰ τὴν παραπάνω ἀνδροκρατούμενη στερεότυπη εἰκόνα τῆς γυναίκας: ἀφοῦ κατορθώνει νὰ ἐπιβιώσει ἀναπτύσσοντας μία οἰκονομία τῆς συμπεριφορᾶς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καρπὸ τῆς ἐπιτυχημένης προσαρμογῆς της στὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἀνδροκρατούμενης κοινωνίας, ξαφνικὰ «ψηλώνει ὁ νοῦς της» καὶ ἐπαναστατεῖ μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲν ἀμφισβητεῖ ἀπευθείας καὶ προκλητικὰ τοὺς ἰσχύοντες κανόνες, ἀλλὰ τοὺς ὑπονομεύει καταλυτικὰ μέσα ἀπὸ μία κλιμάκωση ἐκείνης τῆς ἀποτελεσματικῆς οἰκονομίας τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῆς δράσης της: ἡ Φραγκογιαννοὺ δὲν προσπαθεῖ νὰ ἀνατρέψει τοὺς κανόνες, ἀλλὰ νὰ προσαρμοστεῖ σὲ αὐτοὺς -μὲ τὴ διαφορὰ πὼς δὲν τὸ κάνει ὑπάκουα, πειθήνια ἢ δουλικά.

Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Καραβοκυροῦ στὸ διήγημα «Γυνὴ πλέουσα», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μία τελικὴ σύνοψη τῶν πιθανῶν στάσεων τῆς γυναίκας ἀπέναντι στὴν κοινωνία τῶν ἀνδρῶν. Ἡ στάση της συνδυάζει τὴν ὑπακοὴ τῆς Μαρίνας μὲ τὴ βίαιη ἀντίδραση τῆς Φραγκογιαννοῦς. Ὁ συνδυασμός, ὡστόσο, αὐτὸς παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη νὰ πραγματοποιεῖται μὲ ἕναν τρόπο θεατρικό, μὲ μιὰ ἐπίφαση δραματικῆς συμπεριφορᾶς: ἡ Καραβοκυροῦ ἁπαλύνει τὴ λανθάνουσα δυσαρέσκεια ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς πίνοντας κρασὶ καὶ μεθώντας, ἐνῷ παράλληλα κρύβει ἐπιμελῶς ἀπὸ τὸν ἄντρα της αὐτὴ τὴ συνήθειά της. Καὶ ὅταν ὁ τελευταῖος τὸ μαθαίνει καὶ ἀπειλεῖ πὼς θὰ τὴν ἐγκαταλείψει, αὐτὴ ἐπιχειρεῖ μία αὐτοκτονία ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι εἰκονική. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ Παπαδιαμάντης, ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι ἕξι χρόνια, ἀνακαλεῖ τὴ λανθάνουσα, ἀλλὰ οὐσιαστικὴ αὐτοκτονία τῆς Μαρίνας μέσα ἀπὸ μία θεατρικὴ συμπεριφορὰ ποὺ εἰρωνεύεται καταλυτικὰ τὰ ἀνδρικὰ στερεότυπα.

Χαρακτηριστικό της ὡρίμανσης τῆς κοινωνικῆς συνείδησης τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς αὐτὴ ἡ εἰκονικὴ αὐτοκτονία στὴ θάλασσα ἔχει θετικὸ ἀποτέλεσμα: γυρνώντας ἡ γυναῖκα στὸ σπίτι, σκουπίζεται ἀπὸ τὸ θαλασσινὸ νερὸ καὶ ξαπλώνει δίπλα στὸν ἄντρα της, ποὺ κοιμᾶται δείχνοντας πὼς ἔχει ξεχάσει ὅσα συνέβησαν καὶ χωρὶς νὰ ἔχει καταλάβει τίποτε ἀπὸ ὅσα, θεατρικὰ ἢ ὄχι, στὸ μεταξὺ συνέβησαν. Αὐτὸς ξυπνώντας ρωτᾷ τὴν καπετάνισσα μὲ ἀπορία γιατὶ δὲν ἔχει κοιμηθεῖ ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ γιατὶ μυρίζει θάλασσα. Ὁ Παπαδιαμάντης γνωρίζει πλέον πολὺ καλὰ πὼς ἂν ἡ Καραβοκυροῦ ἀντιδροῦσε ὅπως ἡ Μαρίνα στὴ Μετανάστιδα, τότε αὐτὴ θὰ βρισκόταν στὸ βυθὸ τῆς θάλασσας καὶ ἡ οἰκογένειά της θὰ διαλυόταν. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν μας ὑποδεικνύει πῶς ἡ πλέουσα γυνὴ εἶναι ἡ γυναῖκα ποὺ μὲ εὐκολία ἐπιπλέει στὸν ἀφρὸ τῶν ἀνδρικῶν πραγμάτων καὶ πὼς αὐτὸ εἶναι ἀνεκτὸ καὶ νόμιμο.

Ἡ πρωταγωνίστρια τοῦ διηγήματος «Γυνὴ πλέουσα», ἀφοῦ στὸ μεταξὺ ἔχει καταλυτικὰ παρεμβληθεῖ ἡ Φρακογιαννού, σχολιάζει τὴν πρωταγωνίστρια τοῦ μυθιστορήματος «Ἡ μετανάστις», καὶ δείχνει τὸ δραματικὸ σὰν μελοδραματικό. Ἔτσι, καὶ ἡ καπετάνισσα γλιτώνει τὸν πνιγμὸ καὶ ὁ Παπαδιαμάντης, ἀπὸ ρομαντικὸς πρῶτα καὶ μετὰ ἠθογράφος, γίνεται τελικὰ ρεαλιστής.