Νίκος Παπανδρέου - Μάθημα δημιουργικῆς γραφῆς μὲ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Ἱστορίες τῆς τσέπης, Ἀθήνα 2007, ἐκδ. Καστανιώτης, σσ. 78-82

Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια δίδασκα «δημιουργικὴ γραφὴ» σὲ ἕνα ἐλεύθερο ἐργαστήριο. Σκοπὸς τοῦ μαθήματος ἦταν νὰ συζητᾶμε διάφορες τεχνικὲς ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὴ συγγραφὴ μελετώντας ἄλλους φτασμένους συγγραφεῖς. Τέτοιου εἴδους μαθήματα δὲ συνηθίζονται στὴ χώρα μας, ἀλλὰ ἔχουν μεγάλη ἐπιτυχία στὸ ἐξωτερικὸ ὅπου ἕλκουν πολλοὺς ἐπίδοξους ἀλλὰ καὶ ἐν ἐνεργείᾳ συγγραφεῖς. Μὲ ἀφορμὴ τὴν πρόσφατη ἀνάγνωση ἑνὸς διηγήματός του φαντάστηκα πὼς θὰ ἦταν ἂν εἶχε ἔρθει ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ μαθήματά μου.

- «Χαίρομαι ποῦ σᾶς βλέπω στὸ μάθημα, κύριε… Παπαδιαμάντη εἴπαμε; Ἂς ἀρχίσουμε μὲ μερικὲς ἀσκήσεις γιὰ νὰ ἐντοπίσουμε τὶς ἀδυναμίες ἀλλὰ καὶ τὰ δυνατὰ σημεῖα τοῦ γραπτοῦ σας λόγου, ἂν ἐπιτρέπετε. Πῶς;… Μάλιστα, ἡ καθαρεύουσα ἐπιτρέπεται. Μοῦ ἀρέσουν πολὺ οἱ προτάσεις ὅπου οἱ λέξεις ξεκινᾶνε μὲ τὸ ἴδιο γράμμα, ποὺ ἔχουν δηλαδὴ παρήχηση. Μήπως, κύριε Παπαδιαμάντη, ἔχετε κανένα τέτοιο παράδειγμα πρόχειρο;»

- «Ἀνέβαινα ἀσθμαίνων τὸν ἀνήφορον».

- «Τρία ἄλφα στὴ σειρά. Σκέτη ποίηση, θὰ ἔλεγα. Μπορεῖτε νὰ μοῦ πεῖτε μερικὲς προτάσεις μὲ μεταφορικὲς ἔννοιες ἢ μὲ παρομοιώσεις δικῆς σας ἔμπνευσης;»

- «Ἀλλὰ ποὺ ν᾿ ἀκουσθῇ! Ἔπρεπεν ὄρνεόν τι ἢ πελεκᾶν τῆς ἐρήμου νὰ εὑρεθῇ πρόθυμον νὰ παραλάβῃ ἐπὶ πτερύγων τὴν φωνήν μου, διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ ἐκεῖ κάτω ὡς κωδωνίζουσαν κλαγγήν».

- «Μοῦ ἀρέσει πολὺ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, κύριε Παπαδιαμάντη. Τὴ φωνή μου νὰ τὴν κουβαλάει στὰ φτερά του ἕνα πουλὶ γιὰ νὰ μὲ ἀκούσουν. Μήπως ἔχετε καὶ κάποιο ἄλλο παράδειγμα;»

- «Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων».

- «Βλέπω μιὰ ἰδιαίτερη χρήση τῆς γλώσσας, κύριέ μου, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παρομοίωση τοῦ νεροῦ ποὺ στάζει σὰν ρευστὲς μαργαρίτες. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἐνθουσιάζει εἶναι τὸ λάλον μινύρισμα - δηλαδὴ τὸ σιγανὸ κλάμα τῶν κοτσυφιῶν. Πιστεύω ὅμως ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς “εἶμαι συγγραφέας” ἂν ὁ γραπτός του λόγος δὲν προκαλεῖ τουλάχιστον δύο ἢ τρεῖς ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις μας. Μὲ ποιὰ ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις μας θὰ θέλατε νὰ ξεκινήσετε; Μὲ τὴν ἀκοή; Ἔχετε κανένα παράδειγμα πρόχειρο;»

- «Ὁ χείμαῤῥος ἐῤῥόχθει, ἔβρυσε καὶ κατεφέρετο μετὰ κρότου κ᾿ ἐκυλίετο σχηματίζων δύο καταῤῥάκτας, κυρίαρχος εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός. Ὁ κρότος ἐκεῖνος ἐνέσπειρε φόβο εἰς τὴν ψυχήν μου, ἥτις ἀνεγνώριζε παρ᾿ ἐαυτὴ ὁμοιότητα μὲ τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο. Ἐδεσπόζετο ὅλη ἀπὸ ἓν ὕπουλον πάθος, καθὼς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἡ σιγὴ τῆς νυκτὸς ἐδεσπόζοντο ἀπὸ ἕνα δοῦπον ὑπόκωφον».

- «Ἔχουμε καὶ λέμε – τὸ ἐῤῥόχθει καὶ τὸ καταῤῥάκτας ἀπὸ μόνα τους προκαλοῦν ἤχους, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὁ κρότος καὶ ἐκεῖνο τὸ τελευταῖο ὑπόκωφο δοῦπον. Ἀπὸ ὅραση πῶς πᾶμε; Καμιὰ σκηνὴ ποῦ μποροῦμε νὰ τὴ δοῦμε μπροστά μας;»

- «Ὁ πατήρ μου, ἔκφρων, ἔτρεχε, φορῶν μόνο τὸ ζωστικόν του, ἀσκεπὴς τὴν κεφαλήν, μὲ τὴν κόμην ἀνεμίζουσαν… Μικρὴ ἐπήδα ἀπὸ βράχον σὲ βράχον, ἔτρεχεν ἀπὸ κολπίσκον εἰς κολπίσκον, κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔβγαζε κοχύλια, κ᾿ ἐκυνηγοῦσε καβούρια».

- «Κύριε Παπαδιαμάντη, ὁμολογῶ ὅτι βλέπω τὸν πατέρα σας, ἀλλὰ καὶ τὸ κοριτσάκι σὰν νὰ ἦταν ἐδῶ μπροστά μου. Ξέρετε, ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα πράγματα ποὺ μαθαίνουν οἱ ζωγράφοι εἶναι τὸ πῶς πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ φῶς. Ἔχετε ἀσχοληθεῖ καθόλου μὲ αὐτό; Μπορεῖτε νὰ μοῦ δώσετε ἕνα παράδειγμα πῶς χειρίζεστε τὸ ἑλληνικὸ φῶς; Ὄχι τίποτα σπουδαῖο, μὴν κάνετε τὸν κόπο, μιὰ ἁπλὴ πινελιὰ φτάνει».

- «Αἱ ἀκτίνες τοῦ ἡλίου ἔπαιζαν, ἐβουτοῦσαν, ἐχόρευαν εἰς τὸν ἀφρόν του κύματος».

- «Ἀπὸ ὄσφρηση τί ἔχετε γιὰ νὰ μυρίσω;»

- «Βαθὺ ἄῤῥητον ἄρωμα, ὡσὰν ἀπ᾿ ὅλα τα θυμάρια, τὰς μυρσίνας, καὶ τ᾿ ἄγρια ἄνθη τοῦ βουνοῦ, μαζευμένα εἰς ἕνα σωρόν…»

- «Ξέρετε, πολλοὶ συγγραφεῖς σήμερα ὑστεροῦν στὰ ρήματα. Τί ἐννοῶ; Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα χρησιμοποιοῦν παθητικὴ φωνή. Ἄλλες φορὲς ξεχνᾶνε ἐντελῶς τὸ ρῆμα, ὡς ἔνδειξη μιᾶς σύγχρονης ἀντίληψης. Ἐμεῖς οἱ παλιομοδίτες ὅμως γνωρίζουμε ὅτι πρόταση χωρὶς ρῆμα δὲν ὑπάρχει, ὅπως μάθαμε στὸ Δημοτικό. Ἂν εἴχατε τὴν ἀτυχία νὰ πιάσετε κάποιο βιβλίο τῶν ἡμερῶν μας, θὰ σᾶς ἐξέπλησσε πιστεύω ἡ στενότητα τῆς γλώσσας. Ὑπάρχουν πολλοὶ ποὺ θέλουν νὰ λένε ὅτι εἶναι συγγραφεῖς, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνουν τὴ δύναμη τῆς σωστῆς χρήσης τοῦ ρήματος. Τὰ ρήματα σπρώχνουν τὸ κείμενο, τὰ ρήματα κινοῦνται, χτυπᾶνε, χαμογελᾶνε, κλαῖνε, ἀρνοῦνται, πετᾶνε, πονᾶνε, καμαρώνουν, τρέχουν καὶ πηδᾶνε – εἴδατε πῶς μὲ ἐμπνεύσατε; Σᾶς ἀκούω, κύριε Παπαδιαμάντη, θέλω νὰ ἀκούσω προτάσεις γεμάτες ρήματα».

- «Τὰ παιδιὰ κατέβαινον, ἔτρεχον, ἐχάνοντο, ἐκυλίοντο, οἰονεί, τὸν κατήφορον, κ᾿ ἐκυνηγοῦσαν τὰ καβούρια μέσα εἰς τοὺς διάφορους λάκκους τοῦ νεροῦ. Ἔτρεχα, ἐπλανώμην κ᾿ ἐγὼ κατόπιν των. Ἔψαχνα νὰ εὕρω καβούρια».

- «Μετράω ὀχτὼ ρήματα σὲ δύο μόνο προτάσεις. Εὖγε! Μπορεῖτε νὰ μοῦ γράψτε ὅμως μιὰ πρόταση χρησιμοποιώντας ἕνα κοινὸ ρῆμα μὲ καινούργιο τρόπο; Ποιὸ ρῆμα εἴπατε ὅτι θέλετε νὰ προσέξω; Τὸ ρῆμα διανέμω; Δὲν ἀκούγεται καθόλου λογοτεχνικό. Σὰν νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ χῶρο τῆς οἰκονομίας. Σᾶς ἀκούω».

- «Τὸ μελιχρὸν φῶς ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες ἀνθέων. Δι᾿ ἡμᾶς κάτω εἰς τὸ λιθόστρωτον δὲν ἔφθανε νὰ κατέλθῃ εὐμενὴς ἀκτίς».

- «Καταλαβαίνω τώρα γιατί διαλέξατε ἐκεῖνο τὸ “διενέμοντο”, γιατὶ στὴν πρότασή σας τὸ φῶς εἶναι ἕνα σπάνιο εἶδος, ποὺ πρέπει νὰ μοιραστεῖ σὰν μιὰ φτωχὴ κληρονομιά. Μπορεῖτε νὰ χρησιμοποιήσετε λέξεις καθημερινὲς μὲ ἀσυνήθιστο τρόπο;»

- «Ἔπληττε τὰς πραείας ἠχοὺς ὁ φθόγγος τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς λύρας… Ὁ σκύλος ἐξέπεμπε γογγυσμοὺς συνεσταλμένης ἐπιθυμίας… Ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον…»

- «Μπορεῖτε παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσετε καὶ μένα γιὰ ἐμπλουτίσω τὸ λεξικό μου; Τὸ λεξικὸ τοῦ Μπαμπινιώτη δὲ μοῦ ἀρκεῖ. Θέλω κι ἄλλα, ἀσυνήθιστα ρήματα. Τί ἔχετε νὰ μοῦ προτείνετε;

- «Γλυκοφιλῶ, ραβδίζω, μορμυρίζω, θαλασσοπλήττει, φυλλοῤῥοεῖ».

- «Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ρήματα ἔχετε νὰ μοῦ προσφέρετε σπάνια ἐπίθετα καὶ οὐσιαστικά;»

- «Στυφοκύδωνο, ποικιλόπτερος, μελίχρυσο, βόστρυχος, κοράλλινα, νυκτολάλον».

- «Εἶναι φανερὸ τελικὰ ὅτι πρέπει ἐσεῖς νὰ ἔρθετε ἐδῶ πάνω στὴν ἕδρα καὶ ἐγὼ νὰ πάρω τὴ θέση τοῦ μαθητῆ».