Beaton Roderick - Εἰσαγωγὴ στὴ νεότερη ἑλληνικὴ λογοτεχνία

μετάφραση: Εὐαγγελία Ζούργου - Μαριάννα Σπανάκη, Ἀθήνα 1996, Νεφέλη. σσ. 112-115

Ἡ συγγραφικὴ σταδιοδρομία τοῦ Παπαδιαμάντη, ὡς ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἐξέχοντες Ἕλληνες συγγραφεῖς, ἀρχίζει τὸ 1887 μὲ τὸ λιτὸ μικρὸ διήγημα «Τὸ Χριστόψωμο», στὸ ὁποῖο μιὰ μητέρα κατὰ λάθος δηλητηριάζει τὸ παιδί της, ἀντὶ γιὰ τὴ νύφη της. Ὅπως πολλὰ ἀπὸ τὰ διηγήματα τὰ ὁποῖα ἀκολούθησαν, πρόκειται γιὰ μιὰ Χριστουγεννιάτικη ἱστορία, ἕνα εἶδος τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσαν τότε οἱ ἐκδότες τῶν περιοδικῶν, καὶ ἐκτυλίσσεται στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Παπαδιαμάντη, τὴ Σκιάθο. Μετὰ τὸ Χριστόψωμο ἀκολούθησαν περισσότερα ἀπὸ διακόσια μικρὰ καὶ μεγάλα διηγήματα, τὰ μεγαλύτερα ἀπὸ τὰ ὁποῖα, «Βαρδιάνος στὰ Σπόρκα» (1893), «Ἡ Φόνισσα» (1903) καὶ τὰ «Ρόδινα ἀκρογιάλια» (1907), χαρακτηρίστηκαν μυθιστορήματα κατὰ τὴν πρώτη τους δημοσίευση (σὲ συνέχειες).

Ἀπὸ αὐτὰ τὸ πιὸ ἐπιτυχημένο, χωρὶς ἀμφιβολία, εἶναι «Ἡ Φόνισσα», τὸ ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε χαρακτηρίσει «κοινωνικὸν μυθιστόρημα». Ἡ φόνισσα τοῦ τίτλου εἶναι μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα, τῆς ὁποίας οἱ σκέψεις γιὰ τὴν τύχη τῶν γυναικῶν στὴν παραδοσιακὴ νησιωτικὴ κοινωνία, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ταραχώδη (καὶ γεμάτη προβλήματα) ἱστορία τῆς οἰκογένειάς της, τὴν ὁδηγοῦν σὲ σειρὰ δολοφονιῶν μικρῶν κοριτσιῶν, πράξη ποὺ βλέπει ὡς ἐκδήλωση ἐλέους. Ἡ ἡρωίδα, ἡ Φραγκογιαννού, τελικὰ ἀποκαλύπτεται καὶ καταδιώκεται γιὰ νὰ συλληφθεῖ· πνίγεται ὅμως στὴ θάλασσα, καθὼς πηγαίνει σ᾿ ἕνα ἐρημητήριο γιὰ νὰ ἐξομολογηθεῖ τὰ ἁμαρτήματά της - καὶ ὅπως τὸ θέτει ὁ ἀφηγητὴς στὸ κείμενο, «...εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ δρόμου μεταξὺ τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης». Ἡ ἀφήγηση γίνεται μὲ τεχνικὴ ἀρτιότητα, ἰδιαίτερα στὸ πρῶτο μέρος, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ μιὰ μακρὰ σειρὰ ἀπὸ ὀνειροπολήσεις καὶ διαλογισμούς, ὅπου ἡ αἴσθηση τῆς πραγματικότητας ἐκ μέρους τῆς Φραγκογιαννοὺς μεταστρέφεται προοδευτικὰ καὶ ἀδυσώπητα, ἕως ὅτου φτάνει στὸ σημεῖο νὰ ἀπηχεῖ τὸν Μάκβεθ: «Τίποτα δὲν εἶναι παρὰ μόνο ὅ,τι δὲν εἶναι». Ἀναλογιζόμενη τὶς κηδεῖες τῶν νηπίων κοριτσιῶν ποὺ εἶχε παρακολουθήσει στὸ παρελθόν, ἀναπολεῖ:

«Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὴν νεκρώσιμον οἰκίαν ἡ γραία Χαδούλα διὰ νὰ παρευρεθῆ τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν παρηγορίαν, - παρηγορίαν καμμίαν δὲν εὕρισκε νὰ εἴπῃ, μόνον ἦτο χαρωπὴ ὅλη κι ἐμακάριζεν τὸ ἀθῶον βρέφος καὶ τοὺς γονεῖς του. Καὶ ἡ λύπη ἦτο χαρά, καὶ ἡ θανὴ ἦτο ζωή, καὶ ὅλα ἦσαν ἄλλα ἐξ ἄλλων… Ἄ! ἰδού... Κανὲν πράγμα δὲν εἶναι ἀκριβῶς ὅ,τι φαίνεται, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο - μᾶλλον τὸ ἐναντίον».

Ὁ τρόπος τοῦ Παπαδιαμάντη νὰ χειρίζεται τὰ ζητήματα τοῦ ἐγκλήματος καὶ τῆς τιμωρίας, τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς κοινωνίας, τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς θεϊκῆς τάξης, εἶναι τόσο προσεκτικὰ συγκροτημένος, ὥστε τὸ μυθιστόρημα νὰ μπορεῖ νὰ διαβαστεῖ ταυτόχρονα καὶ ὡς ἀπαγγελία κατηγορίας γιὰ τὰ κοινωνικὰ καὶ οἰκονομικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπωμίζονταν οἱ γυναῖκες στὴν παραδοσιακὴ ἑλληνικὴ κοινωνία, ὡς μιὰ Ντοστογιεφσκικὴ διερεύνηση τῆς ψυχολογίας τοῦ δολοφόνου, ἀλλὰ καὶ ὡς μιὰ Μιλτωνικὴ προσπάθεια νὰ «δικαιωθοῦν οἱ τρόποι τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους».

Τὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι ῾ρεαλιστικά᾿, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ρομαντικὸς ἔρωτας καὶ τὰ ἡρωικὰ ἰδανικὰ προσγειώνονται συνεχῶς στὴ σκληρὴ πραγματικότητα. Γιὰ παράδειγμα, στὸ διήγημα Ἔρως-Ἥρως (1897) ὁ νεαρὸς ἄντρας ποὺ ἀνακαλύπτει ὅτι πάντρεψαν μὲ ἄλλον τὴν ἐρωμένη του, ἀναγνωρίζει, στὴν πορεία μιᾶς ἁλυσίδας περίπλοκων καὶ γρήγορων συλλογισμῶν, ὅτι ὁ ἀληθινὸς ἡρωισμὸς δὲν ἔγκειται στὴν ἐκδίκηση ποὺ κατ᾿ εὐκαιρία τοῦ προσφέρεται ἀλλὰ στὴν παραδοχὴ τῆς μοίρας του. Σὲ πολλὰ διηγήματα, μάλιστα, ὅπου παρουσιάζεται ἡ ζωὴ τῆς μικρῆς παραδοσιακῆς κοινωνίας τοῦ νησιοῦ του, ὁ Παπαδιαμάντης ἀφιερώνει μεγάλο μέρος στὴ λεπτομερῆ περιγραφὴ τῆς φτώχειας, τῆς ἀπομόνωσης καὶ τῆς σκληρότητας τοῦ σκιαθίτικου χειμώνα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ συγγραφέας, τουλάχιστον στὰ διηγήματα, τὰ ὁποῖα ἐκτιμῶνται ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας, ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ρεαλιστικῆς ἀπεικόνισης τῆς κοινωνίας. Πολλὰ ἀπὸ τὰ διηγήματα δὲν ἀφηγοῦνται τὰ γεγονότα μὲ τὴν ἀλληλουχία αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος, ἀλλὰ συμπαραθέτουν ἥρωες, σκηνές, καὶ φαινομενικὰ ἀσύνδετα μεταξύ τους περιστατικά, τὴ σύνδεση τῶν ὁποίων ὁ ἀναγνώστης καλεῖται νὰ πραγματοποιήσει μόνος του. Οἱ κριτικοὶ ἔχουν συχνὰ ἐπισημάνει μιὰ ῾ποιητικότητα᾿ ἢ ῾λυρικότητα᾿ στὴν πεζογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη (ἔχει μάλιστα κερδίσει πολλοὺς ἐπαίνους ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς ποιητές), γνωρίσματα ποὺ συχνὰ ἀποδίδονται στὰ θέματα τῆς ἀνεκπλήρωτης ἐπιθυμίας καὶ στὴν πιστὴ προσήλωση τοῦ συγγραφέα στὶς δοξασίες καὶ τὶς τελετουργίες τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Αὐτὸ ποὺ ὁ Παπαδιαμάντης κατάφερε νὰ πετύχει μὲ τὰ διηγήματά του, καὶ ἰδίως αὐτὰ ποὺ φτάνουν τὶς ρεαλιστικὲς συμβάσεις τοῦ δέκατου ἐνάτου αἰώνα στὰ ὅριά τους, εἶναι νὰ παρουσιάσει ἕναν αὐτόνομο κόσμο ποὺ εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἀτελής. Ἐνδείξεις μιᾶς ἀνεξιχνίαστης Πρόνοιας, ἡ ὁποία βρίσκεται ὑπεράνω τῶν πάντων, συνιστοῦν ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν ἐκκλησιῶν, καθὼς καὶ οἱ εἰκόνες καὶ οἱ τελετουργίες, ποὺ παίζουν πολὺ σημαντικὸ ρόλο τόσο στὴν κοινωνικὴ ζωὴ ὅσο καὶ στὰ διηγήματα. Στὴν ἴδια ἐπίσης χορεία ἐντάσσονται τὸ πάθος γιὰ τὸν ἀνεκπλήρωτο ἔρωτα καὶ ἡ νοσταλγία γιὰ τὴ χαμένη ἀθωότητα ποὺ ἀπαντοῦν σὲ ὅλα τα διηγήματα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἐκμεταλλεύεται τὶς τεχνικὲς τῆς ρεαλιστικῆς ἀφήγησης ὥστε νὰ ἑρμηνεύσει τὴν καθημερινὴ ῾πραγματικότητα᾿ ὡς οἰκτρὰ ἀτελῆ, ὡς κόσμον ἐκπεπτωκότα, ὅπου νοσταλγία καὶ στέρηση, βάσανα καὶ πίστη, σηματοδοτοῦν μιὰ πολὺ διαφορετικὴ ῾πραγματικότητα᾿, ἡ ὁποία δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ ἀναπαρασταθεῖ ῾ρεαλιστικά᾿.